Πέμπτη, Μαρτίου 29, 2007

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Τον τελευταίο καιρό διαδραματίζονται ορισμένα γεγονότα με σημείο αναφοράς την ελληνική ιστορία, ερήμην της. Τις διαμαρτυρίες που οργανώνονται με αφορμή τις παραλείψεις στην ύλη του νέου βιβλίου ιστορίας της ΣΤ Δημοτικού από τους γνωστούς εκκλησιαστικούς αλλά και πολιτικούς κύκλους όπου ξεχωρίζει η συμμετοχή έκπληξη του Κ.Κ.Ε., ακολουθεί το κάψιμο του εν λόγω βιβλίου στο Σύνταγμα από Χρυσαυγίτες, την προηγούμενη του εορτασμού της 25ης Μαρτίου. Έχοντας κατά νου ότι όσο περισσότερο προσπαθούμε να προσπεράσουμε την πραγματικότητα τόσο σκοντάφτουμε πάνω της αποφάσισα να καταθέσω και εγώ τον οβολό μου επί του θέματος.
Καταρχήν ξεκινώ από την αξιωματική θέση ότι απέναντι στην επιστημονική έρευνα υπάρχουμε γυμνοί. Εδώ δε χωρούν απριορικοί προσδιορισμοί. Αν προσπαθήσουμε να τηρήσουμε αυτή την αρχή και μελετήσουμε λίγο θα διαπιστώσουμε ότι η ελληνική επανάσταση του 1821 είναι απόρροια του Διαφωτιστικού κινήματος που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη κατά τον 18ο αι. και των συνακόλουθων συλλογικών αιτημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης και λαϊκής κυριαρχίας. Τις διαφωτιστικές αυτές ιδέες οικειοποιήθηκε μια ακμάζουσα ελληνική, εμπορική κυρίως αλλά και βιοτεχνική αστική τάξη που αισθάνθηκε αρκετά δυνατή ώστε να διεκδικήσει τη συμμετοχή της στη διεύθυνση των εθνικών υποθέσεων. Στην ανοδική της πορεία η τάξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τους εκπροσώπους των μεσαιωνικών δομών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στις οποίες περιλαμβάνονται η Εκκλησία, οι Φαναριώτες και οι πρόκριτοι, δηλαδή οι μέχρι τότε ηγετικές ομάδες του ελληνισμού. Εξαιρέσεις σαφώς και υπάρχουν. Όμως αυτό το βασικό συγκρουσιακό σχήμα είναι που οδηγεί στη δημιουργία μιας επαναστατικής εθνικής ιδεολογίας και συντελεί στην παγίωση της εθνικής συνείδησης από μια μεγάλη μερίδα της αστικής τάξης. Όσον αφορά στο θεσμικό όργανο της εκκλησίας έχουμε να παρατηρήσουμε ότι βρίσκεται αντιμέτωπη ευθύς εξαρχής στο ρεύμα του Διαφωτισμού που το θεωρεί επικίνδυνο για την χριστιανική πίστη. Η επίσημη στάση της κατά την περίοδο που ακολουθεί τη Γαλλική επανάσταση συνοψίζεται στην περίφημη «Πατρική Διδασκαλία» που εκδίδει το Πατριαρχείο και στην οποία καταδικάζονται οι ιδέες που υιοθετούν τα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα. Στην
«Πατρική Διδασκαλία» απαντούν οι επαναστατικοί κύκλοι με την «Αδελφική Διδασκαλία» γραμμένη από τον Κοραή.
Αφού αποσαφηνίσουμε λοιπόν ότι οι υποκινητές της ελληνικής επανάστασης του 1821 έχουν ονοματεπώνυμο, ας επανέλθουμε στο σήμερα και ας αναγνωρίσουμε, χωρίς κατ’ ανάγκην να είμαστε εχθροί του ελληνισμού, ότι η έννοια της εθνικής ταυτότητας ιδιαίτερα στα σημερινά παγκοσμιοποιημένα χωροχρονικά δεδομένα απαιτεί άμεσο επαναπροσδιορισμό αν επιθυμεί να παραμείνει ζωντανή.
Δανείζομαι, κλείνοντας, την εισαγωγική επισήμανση από το βιβλίο του Στέλιου Ράμφου «Ο Καημό του Ενός». «Η ελληνική κοινωνία διέρχεται μια οξεία κρίση ταυτότητας. Ο Έλληνας έχει ανάγκη απο στερεότυπα, αναζητώντας στο είδωλο της ταυτότητας ένα μέσον αποκλεισμού του διαφορετικού. Ο ετεροπροσδιορισμός θέτει υπό αμφισβήτηση την εικόνα περί μοναδικότητας του εθνικού μας εαυτού και γίνεται επίφοβη. Είναι αναγκαίο, για να διαμορφώσει ο Έλληνας τη δική του απάντηση στο ερώτημα της ταυτότητας να έρθει σε απόσταση από τα στερεότυπα, να στραφεί μέσα του και να δει με τα μάτια του τον εαυτό του».

Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (LA VIE EN ROSE)


Είδα την ταινία «Ζωή σαν τριαντάφυλλο» από το ομότιτλο τραγούδι «La vie en Rose» με θέμα τη ζωή της Γαλλίδας τραγουδίστριας Edith Piaf σε σκηνοθεσία Olivier Dahan με την Marion Cotillard στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Στις 19 Δεκεμβρίου του 1915 γεννιέται η Εντίθ Τζοβάνα Γκασιόν. Πατέρας της ο Λουί Αλφόνς showman του τσίρκου και μητέρα της η Ανίτα Μεϊλάρντ λυρική τραγουδίστρια. Τα πρώτα δύσκολα χρόνια της ζωής της, αρχικά δίπλα στη γιαγιά από την πλευρά της μητέρας της και στη συνέχεια στον οίκο ανοχής της γιαγιάς από την πλευρά του πατέρα της θα σημαδέψουν ανεξίτηλα τον ψυχισμό της εύθραυστης Εντίθ. Το τέλος της εφηβείας της τη βρίσκει να τραγουδά στους δρόμους γύρω από την πλατεία Pigalle όπου και γνωρίζει τον Λουί Λεπλέε διευθυντή του πιο κομψού παρισινού καμπαρέ στα Ηλύσια Πεδία. Μαγεμένος από τη φωνή της τη βαφτίζει Πιάφ που σημαίνει στη γαλλική αργκό σπουργιτάκι και αναλαμβάνει να την ξεναγήσει στις λεωφόρους του παρισινού μουσικού στερεώματος. Η καριέρα της απογειώνεται αν και η ζωή εξακολουθεί να της παίζει επικίνδυνα, για την ψυχική της ισορροπία, παιχνίδια. Έτσι τη δολοφονία του Λεπλέε, στην οποία εμπλέκεται άδικα το όνομα της Πιάφ, ακολουθεί ο άτυχος μεγάλος έρωτας με το αστέρι του μποξ Μαρσέλ Σερντάν, από τον ξαφνικό θάνατο του οποίου δεν συνέρχεται πραγματικά ποτέ. Η παγκόσμια αναγνώριση και επιτυχία που ακολουθούν εκείνη την αποφράδα ημέρα του 1949, φωτίζουν ακόμα πιο αδρά την πολύβουη μοναξιά της μεγάλης τραγουδίστριας. Έτσι το τραγούδι, ίσως ο μοναδικός πραγματικά πιστός σύντροφος στη ζωή της Εντίθ, στο οποίο διοχετεύει πια όλη την ενεργητικότητα και το πάθος της δεν φαίνεται να αρκούν. Η κατάρρευση και τελικά ο θάνατος στις 11 Οκτωβρίου του 1963, σε ηλικία μόλις 48 ετών, φαντάζουν σαν το αναπόδραστο φινάλε μιας ζωής στρωμένης με ροδοπέταλα αλλά και αγκάθια που ματώνουν.
Το σενάριο που συνυπογράφουν ο σκηνοθέτης και η Isabelle Sobelman, είναι ουσιαστικά ένα ψυχογράφημα, υποκειμενικό όπως κάθε ψυχογράφημα, που στηρίζεται σε δυο πόλους. Στη μια πλευρά η τραυματική παιδική ηλικία που επανέρχεται, δοθείσης ευκαιρίας, στο προσκήνιο. Στην άλλη πλευρά η δύστροπη ντίβα, το τραγούδι, η επαγγελματική άνοδος, τα χρήματα, η καταξίωση. Στο ενδιάμεσο η Edith, το σφραγισμένο από τη μοίρα σπουργιτάκι που δεν μπορεί να σηκώσει στους εύθραυστους, έτσι και αλλιώς, ώμους της το βάρος της ακραίας ζωής της. Πιθανόν να είναι και έτσι. Όμως έχω μια βασική ένσταση πάνω στην φροϋδική ερμηνεία της ζωής σαν αέναη προσπάθεια θεραπείας των παιδικών τραυμάτων. Θεωρώ λοιπόν ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός είναι ένα συνεχές που αναδιατάσσεται συνεχώς υπό το βάρος των παροντικών ερωτημάτων και των απαντήσεων που δίνονται σε αυτά. Υπό αυτή την έννοια, η ανεπαρκής νοηματοδότηση των ενδιάμεσων, μεταξύ αρχής και τέλους, γεγονότων της ζωής είναι απλά ο λάθος τρόπος. Συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι, για να επανέλθουμε στην ταινία, σημαντικά γεγονότα - σταθμοί στην πραγματική ζωή της Piaf, όπως το κοριτσάκι που φέρνει στον κόσμο στα δεκαεπτά της και πεθαίνει δυο χρόνια αργότερα από μηνιγγίτιδα, η έντονη σχέση, το στήσιμο της καριέρας και η άσχημη κατάληξή της με τον Yves Montand, η ερωτική ιστορία με τον νεαρό Georges Moustaki το 1958 που καταλήγει σε ένα σοβαρό τροχαίο δυστύχημα, να φαντάζουν σαν απλές υποσημειώσεις και να αποσιωπούνται.
Περνώντας στα υφολογικά χαρακτηριστικά της ταινίας παρατηρούμε ένα συνεχές και ταυτόχρονα κουραστικό χρονικό ανακάτεμα των σκηνών δράσης. Όμως αν στα παραπάνω αναφερόμενα σχετικά με το σενάριο συνεκτιμήσουμε το γεγονός ότι ο μοναδικός ενδιάμεσος, ως προς την ψυχολογική εξέλιξη της ηρωίδας, σταθμός αφορά στον απροσδόκητο θάνατο του πυγμάχου αυτή η επιλεγόμενη τεχνική του μοντάζ είναι η μοναδική που μπορεί να υπηρετήσει τη σεναριακή γραμμή της εκ των προτέρων προσδιορισμένης ψυχολογικής κατάληξης. Θα σταθώ στον μοναδικό σωματικό τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει το ρόλο της η νεαρή Marion Cotillard. Η εξαιρετική αυτή ηθοποιός, έξοχα μακιγιαρισμένη καθώς οδεύουμε προς την ηλικιακή ωρίμανση του προσωπείου της Edith, μαζί με τα τραγούδια που έχει ερμηνεύσει ανεπανάληπτα η Piaf, συνιστούν από μόνα τους δυο σοβαρούς λόγους για να παρακολουθήσεις την ταινία.
Φαντάζομαι ότι ο συνσεναριογράφος και σκηνοθέτης σκέφτηκε και το δικό του εγχείρημα επιλέγοντας για φινάλε το «Non je ne regrette rien»!!

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007

ΑΦΟΡΜΗ Ο SCHILLER


Παίρνοντας αφορμή από τον εορτασμό της παγκόσμιας ημέρας ποίησης και τα όσα κατέθεσα στο προηγούμενο post θα θυμηθώ τον Γερμανό ρομαντικό ποιητή και φιλόσοφο Friedrich Schiller και το θρήνο της Δήμητρας από το ποίημα «Ελευσίνια Γιορτή».


«Πώς θα μπορούσα πάλι τον Άνθρωπο να βρω,
Αυτόν πού την εικόνα μας του δώσαμε,
Αυτόν πού τα ωραία καμωμένα μέλη του στον Όλυμπο ψηλά ανθίζουν;
Αυτόν πού να κατέχει του δώσαμε της γης τη θεϊκή αγκαλιά,
και αυτός άπατρις και ελεεινός τριγυρνά εδώ και εκεί στο ίδιο το βασίλειο του;»


Εδώ κρίνω απαραίτητο να ανοίξω μια παρένθεση σχετικά με τις φιλοσοφικές επιρροές του ποιητή. Ο Schiller (1759-1805) είναι ο πρώτος μεγάλος ποιητής του ρομαντικού κινήματος που ξεκινά από το Rousseau και τη θέση του περί «ευγενικού άγριου», ο οποίος εξέρχεται, με ελεύθερη βούληση, από τη ζωώδη κατάσταση και συγκροτεί πολιτισμό μέσω της δεσμευτικής απόφασης του Κοινωνικού Συμβολαίου. Το Κοινωνικό Συμβόλαιο σαν προϊόν εκούσιας σύμβασης είναι αυτό που διασφαλίζει τις αρχές του Δικαίου στις οργανωμένες κοινωνίες προάγοντας την έννοια του ηθικού προσώπου. Παντρεύοντας τη βασική θέση του Ρομαντισμού με την Καντιανή θέση του τελικού Φυσικού σκοπού που οδηγεί στην ηθικοποίηση του ανθρώπου, ο Schiller ολοκληρώνει τη φιλοσοφική του θεώρηση με την έννοια του Ωραίου. Το Ωραίο όπως αποτυπώνεται στην Τέχνη βρίσκεται στο ενδιάμεσο της διαδρομής που εκκινεί από το ευχάριστο και καταλήγει στο Αγαθό. Ο χαρακτήρας της Τέχνης είναι παιδευτικός, σε αντιστοιχία προς τον Καντιανό Λόγο, στην ιστορική προοπτική τελείωσης του ανθρώπου στο «Αγαθό».
Έχοντας αυτά κατά νου, πιστεύω ότι μπορούμε να αποτιμήσουμε ακριβέστερα αυτή την εξαιρετικά επίκαιρη, κατά τη γνώμη μου, κραυγή αγωνίας που απευθύνει ο Schiller, με τη φωνή της Δήμητρας, προς τον Άνθρωπο της εποχής του και να αναρωτηθούμε, μεταφερόμενοι στο σήμερα πια, κατά πόσο η καταναλωτική απληστία, αυτή η κοντόφθαλμη λογική που δεν αναγνωρίζει καμία δέσμευση πέρα από την προσωπική ευδαιμονία, προάγει την ηθική και διανοητική ολοκλήρωση του ανθρώπου. Το σύγχρονο παγκόσμιο χωριό μεθυσμένο από την τεχνολογική υπεροπλία του Δυτικού πολιτισμού, έχοντας απωλέσει προ πολλού κάθε αίσθημα δικαίου, καλπάζει ολοταχώς προς τον αφανισμό του!

Κυριακή, Μαρτίου 18, 2007

ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΜΕΤΑ....ΣΥΝΕΧΙΖΩ


Ένα χρόνο πριν, ξεκίνησα αυτή την περιπέτεια στον κυβερνοχώρο με μια επισήμανση, στο πρώτο post, που αφορούσε σε μια προσωπική αλλαγή στάσης. Ένα καινούργιο μότο «τη ζωή τη ζούμε και την περιγράφουμε» ήρθε να αντικαταστήσει το παλιό «τη ζωή τη ζούμε, δεν την περιγράφουμε». Αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζω τη στρατηγική σημασία της προσωρινής απόσυρσης από τη μάχη της καθημερινότητας, επαναπροσδιορίζοντας τη θέση μου για να ξαναριχτώ, με νέα όπλα και δυνάμεις, στην περιπέτεια της ζωής.
Ποιός ο ρόλος του
blog σ' αυτήν την αέναα τροφοδοτούμενη διαδικασία; Μάθηση είναι η κρυμμένη λέξη, σε μια παράλληλη εμπειρία με αυτήν της πραγματικής πραγματικότητας. Και όταν λέω μάθηση δεν εννοώ φυσικά το οικονομίστικο αίτημα της «δια βίου εκπαίδευσης» που έχει σαν μοναδικό φόντο την ποσοτική - χρηματική αποτίμηση της ζωής. Εννοώ τη διαρκή αυτοβελτίωση τη συνεχή επανεύρεση του εαυτού, επεκτείνοντας το εννοιολογικό πλάτος του Γιάννη που τρέφεται και μέσα από τον Pico. Τι μαθαίνω; Μαθαίνω κατ’ αρχήν να εκφράζομαι, καθότι μη επαγγελματίας, καλλιεργώντας ταυτόχρονα το προσωπικό μου ύφος. Μαθαίνω επίσης, καθόσον δεν ψωμίζομαι ασκώντας Κριτική Κινηματογράφου ή Φιλοσοφία, να φιλτράρω τις θεωρητικές μου αναζητήσεις καλλιεργώντας μια διαλεκτική σχέση γνώσης - άγνοιας, όχι μόνο με όσα μελετώ στο παρόν, αλλά και με όσα μελέτησα στο παρελθόν και κατάφερα να λησμονήσω. Και το κυριότερο από όλα, μαθαίνω να εμπιστεύομαι το δικό μου μονοπάτι δημιουργώντας το. Αυτό το φιλικό χτύπημα στην πλάτη, μέσα από τα λιγοστά σχόλια στο δικό μου blog και τα περισσότερα σε δημοφιλέστερες ιστοσελίδες που έχω παρέμβει με γεμίζουν δύναμη για να συνεχίσω. Και συνεχίζω.....

ΥΓ. Δεν ξεχνώ την ώθηση που μου έδωσε, εν’ αγνοία του, ένα «Πρόσωπο» απλά ευελπιστώ να επανέλθω όταν πληρωθεί ο χρόνος.

Τετάρτη, Μαρτίου 14, 2007

Ο FREUD, Ο EDUART & ΟΙ ΑΛΛΟΙ


Αυτές τις μέρες «άνοιξε» μια πολλή ενδιαφέρουσα συζήτηση περί ψυχανάλυσης, σαν αδήριτη ανάγκη ενδοσκοπικής καταβύθισης με σκοπό την ενοποίηση των σκόρπιων θραυσμάτων της ψυχικής ζωής. Αναγνωρίζοντας σε όλη αυτή την ιστορία κάτι από μένα, πως αλλιώς να κατανοήσουμε άραγε τον κόσμο που μας περιβάλλει, συναντήθηκα χτες βράδυ, σε μια «περίεργη» για μένα συγκυρία και αφού μεσολάβησε μια αναβολή, με τον «Eduart» την καλή ταινία της Αγγελικής Αντωνίου. Για να σας βάλω λίγο στο πνεύμα η ταινία αναφέρεται στο συγκλονιστικό διπλό οδοιπορικό ενός νεαρού Αλβανού λαθρομετανάστη από την Αλβανία στην Ελλάδα και τούμπαλιν. Σε αυτή τη διπλή διαδρομή το αρχικό όνειρο του ροκ σταρ μετουσιώνεται στο φόνο ενός μεσήλικα ομοφυλόφιλου με σκοπό τη ληστεία. Η καθοδική διαδρομή της αμαρτίας, σε μια ντοστογιεφσκικής έμπνευσης σενάριο από αυτά που μόνο η ζωή ξέρει να σκαρώνει (η ταινία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά), ακολουθείται από την ανοδική της εξιλέωσης. Έτσι η επιστροφή του στην Αλβανία και ο εγκλεισμός του στις φυλακές, για άσχετο με το φόνο λόγο, συνοδεύεται από μια σταδιακή ψυχολογική μεταστροφή, που καταλήγει πίσω στην Ελλάδα και την οικιοθελή του παράδοση στις αρχές για το φόνο που διέπραξε ένα χρόνο πριν.
Πώς συνδέονται αυτές οι δυο φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους ιστορίες στο, έτσι και αλλιώς, διεστραμμένο μου μυαλό; Σκέφτομαι πως η ψυχανάλυση, παράλληλα με την επαναστατική πράξη επαναφοράς στο προσκήνιο της ιστορίας των άλογων στοιχείων του ανθρώπινου ψυχισμού, οδήγησε στις έσχατές τις συνέπειες τη φιλοσοφική αντίληψη περί εγωιστικού ανθρώπου, μέσω μιας καταβύθισης που πολλές φορές κινδυνεύει να καταλήξει ομφαλοσκοπική. Απέναντι στην αναγνώριση της εγωιστικής προδιάθεσης σαν συστατικό χαρακτηριστικό του ανθρώπινου ψυχισμού έχουν συνταχθεί πολλά ρεύματα φιλοσοφικής σκέψης. Αρκεί να θυμηθούμε ότι ο εμπνευστής του οικονομικού Φιλελευθερισμού Adam Smith πρεσβεύει στο ηθικό πεδίο, παράλληλα με την αγορά του ελεύθερου ανταγωνισμού, την ενοποιητική αρχή της «ηθικής αίσθησης». Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Αναστοχαστική διάθεση οπωσδήποτε ναι, αλλά χωρίς να χάνουμε από το βλέμμα μας την, έτσι κι αλλιώς κουτσουρεμένη από την καταναλωτική ιδιώτευση, κοινωνική μας διάσταση. Μέσω αυτής μπορούμε να απαλύνουμε τη συγκρουσιακή σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στις εσωτερικευμένες κοινωνικές αρχές (υπερεγώ) και τις επιθυμητικές μας ενορμήσεις (προεγώ), οικοδομώντας την πολυπόθητη στέρεη προσωπικότητα. Φαντάζομαι ότι όλοι αναγνωρίζουμε σήμερα τις παρενέργειες αυτού του είδους ατελούς συμπεριφοράς, όχι μόνο στο επίπεδο των διαπροσωπικών και των ευρύτερων κοινωνικών σχέσεων, αλλά και στη σχέση του ανθρώπου εν γένει, με το φυσικό του περιβάλλον. Και φυσικά ο πόνος, για να ξαναγυρίσω στη θεματολογία της ταινίας, είναι ένα από τα σχολεία σφυρηλάτησης της κοινωνικής μας ταυτότητας.
Κλείνω, ενθυμούμενος τον Pablo Nerouda: «πιο πλατύς χώρος από τον πόνο δεν υπάρχει - κι’ άλλο σύμπαν από αυτό που αιμορραγεί δεν υπάρχει».

Κυριακή, Μαρτίου 11, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (300)


Είδα την ταινία «300» σε σκηνοθεσία Zack Snyder με τους Gerard Butler, Lena Headey, Dominic West, David Wenham, Vincent Regan, Rodrigo Santoro στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
480 π.Χ. Τριακόσιοι Σπαρτιάτες υπό τη βασιλεία του Λεωνίδα κατευθύνονται, μαζί με 700 Πλαταιείς, στις Θερμοπύλες για να αντιμετωπίσουν τη στρατιά του επελαύνοντα βασιλιά των Περσών Ξέρξη. Ο πολλαπλάσιος Περσικός στρατός εγκλωβίζεται στα στενά των Θερμοπυλών μη μπορώντας να αναπτυχθεί σε θέση μάχης, μέχρι που ο Εφιάλτης δίνει τη λύση, προδίδοντας το μυστικό μονοπάτι που οδηγεί στις πλάτες των αμυνόμενων Ελλήνων. Οι Σπαρτιάτες πολεμούν μέχρι ενός, αφήνοντας άφθαρτη παρακαταθήκη να διατρέχει τους αιώνες το ρητό: «ω ξείν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι».
Το σενάριο που υπογράφεται από το σκηνοθέτη και τον
Kurt Johnstad, βασίζεται στο ομότιτλο κόμικ του Frank Miller. Πηγή έμπνευσης του Miller, σύμφωνα με δήλωσή του, αποτελεί η κινηματογραφική ταινία του 1962 «ο Λέων της Σπάρτης». Έχοντας αυτό κατά νου αντιλαμβανόμαστε ότι το κίνητρο των «300» δεν μπορεί να είναι η ιστορική αναπαράσταση. Παρόλο που δεν τα πηγαίνει ιδιαίτερα άσχημα σε αυτόν τον τομέα κάποιο άλλο είναι το σημείο αναφοράς. Μιλάμε φυσικά για την ανάδειξη δυο διαφορετικών κοσμοθεωριών και την αναμενόμενη σύγκρουσή τους, στο φυσικό σταυροδρόμι Δύσης και Ανατολής. Από τη μια, μια χούφτα εξαιρετικών πολεμιστών στα όρια του υπεράνθρωπου, μια ομάδα ελεύθερων ανθρώπων που επιλέγουν να θυσιάσουν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι τη μεγίστη των φυλετικών αρετών, την ανδρεία, και από την άλλη ένα συνοθύλευμα αποτελούμενο από απρόσωπες καρικατούρες χωρίς ατομική βούληση, που υπάρχουν μόνο για να ικανοποιούν τα καπρίτσια του θεϊκού μονάρχη. Το επίκαιρο του μηνύματος, που εκκινεί από τη συγκρουσιακή θεωρία του Huntington, είναι κάτι παραπάνω από προφανές και συνοψίζεται στην ηθική ανωτερότητα του ορθολογικού Δυτικού πολιτισμού που υψώνεται σαν προστατευτική ασπίδα απέναντι στον κόσμο του μυστικισμού και της έλλειψης αρχών δικαιοσύνης. Ωραία και ηθικοπλαστικά όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι μια προφανής ερώτηση υποσκάπτει όλο το σεναριακό οικοδόμημα. Πώς γίνεται να εκπροσωπείται ο ορθολογισμός από μια πολεμική φυλή που η διαιώνισή της βασίζεται στο θυμικό και προκρίνει σαν μέγιστη κοινωνική αξία την επίδειξη της ανδρείας στο πεδίο της μάχης; Οι διάλογοι επιπέδου me tarzan u jane απλά υπογραμμίζουν την έλλειψη δραματουργικής επεξεργασίας των χαρακτήρων. Κάτι που αναμένεται σε κάποιο βαθμό εφόσον η ταινία αντλεί την έμπνευσή της από ένα κόμικ.
Παρόλες τις αναφερόμενες σεναριακές ατέλειες η ταινία στέκεται και μάλιστα με το κεφάλι ψηλά εξαιτίας της υψηλής αισθητικής της. Σε αυτό συντελούν τόσο το σκηνοθετικό εύρημα της μετακόμικ αφήγησης όσο και η εξαιρετική φωτογραφία με τις χαρακτηριστικές χρωματικές μεταβάσεις. Εκεί που η αδρεναλίνη της αναμενόμενης αναμέτρησης φουντώνει, έντονα χρώματα με σημείο αναφοράς το κόκκινο διαδέχονται το αρχικό σχεδόν αποχρωματισμένο φόντο, ενώ το σκηνικό του θανάτου και της θυσίας γίνεται ακόμα πιο έντονο καθώς πνίγεται σε ένα μουντό πράσινο.
Πως τα καταφέρνουν εκεί στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και συνταιριάζουν «φθηνά» αρώματα σε «ακριβές» συσκευασίες είναι πραγματικά απορίας άξιο!!

Πέμπτη, Μαρτίου 08, 2007

ΕΡΓΑΣΙΑ & ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ


Συναντήθηκα προχτές με μια φίλη, πολύ νέα και πολύ ξεζουμισμένη, έτσι έδειχνε τουλάχιστον, από τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις, η οποία παρόλη την κούρασή της υπερθεμάτιζε υπέρ του σημαντικού ρόλου που παίζει η εργασία στη διαδικασία αυτοπροσδιορισμού του σύγχρονου ανθρώπου.
Ακούγοντας αυτά, η σκέψη μου ανέτρεξε στον Πολωνοεβραίο καθηγητή κοινωνιολογίας Zygmunt Bauman και το απολαυστικό βιβλίο του με τίτλο «Η εργασία, ο καταναλωτισμός και οι νεόπτωχοι». Εκεί εξετάζεται η έννοια της εργασίας στη νεωτερική εποχή σαν κοινωνικά αποδεκτή συνθήκη, οι μαρξιστικές καταβολές του καθηγητή είναι προφανείς, που στηρίζει τις υφιστάμενες οικονομικές σχέσεις καπιταλιστικού τύπου. Τι λέει με λίγα λόγια ο Bauman; Στην παραδοσιακή κοινωνία οι άνθρωποι δούλευαν έχοντας μια σταθερή, μετριοπαθή εικόνα των υλικών αναγκών που έπρεπε να ικανοποιήσουν. Η έννοια της ανθρώπινης ταυτότητας οικοδομούνταν, κατά κύριο λόγο, με βάση την οικογένεια, τα ήθη και τα έθιμα της κοινότητας, καθώς και τη θρησκεία. Ο ερχομός του συστήματος μαζικής παραγωγής με σημείο αναφοράς, στην πρώτη φάση της νεωτερικότητας, το εργοστάσιο, συνοδεύεται από τη γενικευμένη απροθυμία των εργατών να μισθώσουν την εργατική τους δύναμη. Μια σταυροφορία ξεκίνησε με στόχο την ηθική νομιμοποίηση της ρουτίνας της επαναλαμβανόμενης, αποκομμένης από το τελικό προϊόν, εργασίας. Τα χαρακτηριστικά της φιλοπονίας, της προσοχής στη λεπτομέρεια και της αφοσίωσης, αυτονόητες αναγκαιότητες όσο ο προνεωτερικός τεχνίτης διατηρεί τον έλεγχο του συνόλου της εργασίας του, έπρεπε να επαναπροσδιοριστούν από τη στιγμή που το εργοστασιακό σύστημα χρειαζόταν ανθρώπινα μέρη και όχι ολόκληρα ανθρώπινα όντα. Σημαντικό ρόλο σ' αυτή τη διαδικασία έπαιξε το δόγμα του προορισμού και η προτεσταντικής έμπνευσης εκδοχή της επίγειας δέσμευσης του ανθρώπου μέσω της σκληρής εργασίας. Όλα αυτά, για να μην πλατιάσω περισσότερο, συνεισέφεραν στην οικοδόμηση της ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου, κατά κύριο λόγο ως επαγγελματικής ταυτότητας, παρέχοντας ασφαλή κριτήρια συνολικής αποτίμησης του βίου. Αυτή η διαδικασία τίθεται σήμερα σε αμφισβήτηση καθώς έχουμε περάσει από την κοινωνία των παραγωγών στην κοινωνία των καταναλωτών. Εδώ οι άνθρωποι δεν προσδιορίζονται πλέον από το τι παράγουν, αλλά από το τι καταναλώνουν. Η μόνη σταθερή ταυτότητα του καταναλωτή αφορά στην αέναα τροφοδοτούμενη επιθυμία και τη συνακόλουθη
ικανότητά του να καταναλώνει υλικά αγαθά και εμπειρίες. Η ηθική της εργασίας αποσυνδεμένη από την παραγωγική ικανότητα του ανθρώπου έχει να συνεισφέρει μονάχα στην ηθική νομιμοποίηση των εχόντων, πριν την οριστική της απαξίωση. Είσαι φτωχός σημαίνει ότι είσαι αποκλεισμένος από οτιδήποτε εκλαμβάνεται σήμερα ως κανονική ζωή, με αποκλειστικά δική σου ευθύνη. Μια φαινομενικά άπειρη ποσότητα ελεύθερου χρόνου συνοδεύεται από την αδυναμία χρήσης του. Η κατάρρευση της αυτοεκτίμησης και η εσωτερίκευση αισθημάτων ντροπής και ενοχής είναι τα ψυχολογικά, ατομικά επακόλουθα αυτής της διαδικασίας συλλογικής απομείωσης. Αντίστοιχα, το σύγχρονο κράτος πρόνοιας σημαινόμενο αρνητικά σαν απουσία καταναλωτικής επιλογής φαίνεται να πνέει τα λοίσθια, ενώ και η συναφής με το κράτος πρόνοιας έννοια της ανεργίας, ως συντήρηση ενός εφεδρικού εργατικού δυναμικού έτοιμου να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγική διαδικασία κατά την ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου, έχει χάσει πλέον, για τους ίδιους λόγους, το νόημά της. Είναι η πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία που οι φτωχοί φαίνεται να μην έχουν λόγο κοινωνικής ύπαρξης. Και καταλήγει ο Bauman, εμφορούμενος από την ιδέα της «ηθικής αίσθησης», κοινής σε όλους τους ανθρώπους. «Η ύπαρξη της φτώχειας σε κοινωνίες αφθονίας αποτελεί έναν ηθικό παραλογισμό μια διαστρέβλωση της ηθικής φύσης του ανθρώπου».
Εσείς τι λέτε;

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (Ο ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΗΣ)


Είδα την ταινία «Ο Καθοδηγητής», όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο πρωτότυπος τίτλος «The good shepherd», σε σκηνοθεσία Robert de Niro με τους Matt Damon, Angelina Jolie, Alec Baldwin, Robert De Niro, William Hurt, Timothy Hutton, Martina Gedeck στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Έντουαρτ Μπελ Ουίλσον απόφοιτος του Yale και μέλος της αδελφότητας Skulls & Bones στρατεύεται σαν μυστικός πράκτορας, παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στην υπηρεσία της νεοσυσταθείσας, από τους Αμερικανούς, O.S.S. Διοικητής της υπηρεσίας συλλογής πληροφοριών και ταυτόχρονα στρατολόγος νέων στελεχών ορίζεται ο στρατηγός Σάλιβαν. Λίγο μετά το γάμο του με την Μάργκαρετ Ράσσελ ο Ουίλσον μεταβαίνει στην Ευρώπη όπου μαίνεται ο πόλεμος. Το τέλος του τον βρίσκει στο Βερολίνο, να οργανώνει το μεταπολεμικό πληροφοριακό δίκτυο. Η επιστροφή του πίσω στην πατρίδα συνοδεύεται από την οδυνηρή ανακάλυψη του αγεφύρωτου χάσματος που έχει δημιουργηθεί, προϊόντος του χρόνου, ανάμεσα σε αυτόν, τη γυναίκα του και το γιό του. Θα μπορέσει να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο; Το ερώτημα αυτό μετεωρίζεται καθώς οι πολιτικές εξελίξεις τρέχουν με ραγδαίους ρυθμούς. Έτσι το 1947 επί προεδρίας Τρούμαν η O.S.S. μετονομάζεται σε Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, επί το γνωστότερο C.I.A. Ο Ουίλσον, πάντα υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Σάλιβαν, αναλαμβάνει το τμήμα αντικατασκοπείας, δίνοντας το στίγμα στην πρώτη περίοδο του «Ψυχρού πολέμου» που εγκαινιάζεται με τη συνθήκη της Γιάλτας και ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη επέμβαση στον κόλπο των Χοίρων, το 1961, επί προεδρίας Kennedy. Εκείνη τη χρονιά ο Έντουαρτ Τζούνιορ που έχει, στο μεταξύ, στρατευθεί στην υπηρεσία της C.I.A., παίζει ενεργό ρόλο στη διαρροή της πληροφορίας της απόβασης στη Σοβιετική πλευρά. Μια διπλή πράκτορας παγιδεύει το γιο του αρχιπράκτορα, θέτοντας σε κίνδυνο την ενότητα της υπηρεσίας καθώς οδηγεί στο πρώτο μεγάλο φιάσκο από την εποχή της σύστασής της. Το χάσμα ανάμεσα σε γιό και πατέρα βαθαίνει ακόμα περισσότερο...
Ο «Καθοδηγητής» είναι ένα κατασκοπικό θρίλλερ που βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά. Το σενάριο που φέρει την υπογραφή του Eric Roth, οργανώνεται σε δυο κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά στην προσωπική ιστορία του μυστικού πράκτορα Ουίλσον, ενώ η δεύτερη σκιαγραφεί τον κατασκοπευτικό παραλογισμό που επέδειξαν οι, πάλαι ποτέ, υπερδυνάμεις κατά την ψυχροπολεμική περιόδο. Ας ρίξουμε μια ματιά σε καθεμιά από αυτές. Στην πρώτη κατεύθυνση βλέπουμε να οικοδομείται ένας απρόσωπος γραφειοκρατικός χαρακτήρας, ένα ρομποτικό υπερόπλο που θυσιάζει την προσωπική του ζωή στο βωμό του καθήκοντος απέναντι στην πατρίδα και την αδελφότητα που εκπροσωπεί. Ακόμα και τη στιγμή που η ζωή του μονάκριβου γιού του τίθεται σε κίνδυνο, ο Ουίλσον κατορθώνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο Υπηρεσιακό και το προσωπικό συμφέρον. Οι μοναδικές περιπτώσεις, που ο αρχιπράκτορας παρεκκλίνει συναισθηματικά αφορούν στην εκτέλεση του πρώην καθηγητή του και μια απρόσμενη συνάντηση με την πρώην ερωμένη του. Αντιστοιχούν όλα αυτά σε μια πραγματική πραγματικότητα; Νομίζω πως ο ανθρώπινος ψυχισμός είναι περισσότερο πολύπλοκος για να επιδέχεται τέτοιου είδους μανιχαϊκές απλοποιήσεις. Αυτό που προξενεί ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση, ειδικά στη μητρόπολη του οικονομικού φιλελευθερισμού, αφορά στην απουσία του προσωπικού κινήτρου, σαν προωθητικού μηχανισμού που θέτει σε κίνηση την ιστορία, είτε με τη μορφή της επαγγελματικής ανέλιξης στην Υπηρεσία, είτε με τη μορφή υλικών απολαβών. Η μοναδική αναφορά που γίνεται σε μυστικούς λογαριασμούς, αφορά στον αξιωματούχο Άλλεν και αυτό με σχεδόν απαρατήρητο τρόπο. Στη δεύτερη κατεύθυνση το παζλ της ψυχροπολεμικής ιστορικής αναπαράστασης εμφανίζεται ελλιπές από τη στιγμή που εκλείπει το κομμάτι της μακαρθικής υστερίας που διατρέχει τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950. Με όλα αυτά έχουμε έναν σκοτεινό, αλλά ταυτόχρονα εξωραϊσμένο παράπλευρο κόσμο.
Περνώντας στα υφολογικά χαρακτηριστικά βλέπουμε την πλήρη αφομοίωση από τον De Niro, της σκηνοθετικής ματιάς του ανθρώπου που τον ανέδειξε, του Scorsese. Δηλαδή, συνεχή περάσματα από την προσωπική στην πολιτική ιστορία, με ρυθμικές εναλλαγές γρήγορων cut σε διερευνητικά slow motion στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών. Τα σκορτζεζικής έμπνευσης χαρακτηριστικά δεν εξαντλούνται εδώ. Ο θεσμός της οικογένειας στη διευρυμένη εκδοχή της αδελφότητας, δίνει ένα βροντερό παρόν, ενώ και η εμβληματική φιγούρα του Joe Pesci κάνει ένα γρήγορο πέρασμα προς το τέλος της ταινίας. Η σκοτεινή φωτογραφία αποδίδει με ακρίβεια έναν κόσμο που κινείται στο παρασκήνιο της ιστορίας. Εκπληκτικός ο Damon, στο ρόλο του ρομποτικού υπαλλήλου με το διευρυμένο Υπερεγώ.
Ένα ατμοσφαιρικό κατασκοπικό θρίλερ που, παρόλες τις σεναριακές αδυναμίες που προαναφέραμε, αξίζει να δείτε.

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ)


Είδα το έργο «Η Ψυχή στο στόμα» σε σκηνοθεσία Γιάννη Οικονομίδη με τους Ερρίκο Λίτση, Βαγγέλη Μουρίκη, Μαρία Κεχαγιόγλου, Γιάννη Βουλγαράκη, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Τάκης είναι πενηντάρης εργαζόμενος σε βιοτεχνία. Υφίσταται αδιαμαρτύρητα τη λεκτική βία των συναδέλφων εργατών και του αφεντικού του. Ο Τάκης είναι παντρεμένος με παιδί. Η γυναίκα του είναι αλκοολική και τον απατά με τον αδερφό του αφεντικού του. Ο Τάκης έχει μια αδερφή, η οποία αντιμετωπίζει έντονα ψυχολογικά προβλήματα και θα πρέπει να την πάρει πίσω σπίτι του. Ο Τάκης έχει δανειστεί χρήματα από έναν τοκογλύφο, τα οποία αδυνατεί να επιστρέψει. Μια μέρα ο Τάκης θα εκραγεί…
Η δεύτερη, μετά το «Σπιρτόκουτο», ταινία του Οικονομίδη, παρουσιάζει με σοκαριστικό, είναι η αλήθεια, τρόπο, τη μεταμοντέρνα εκδοχή μιας κοινωνίας αυτιστικής, εγωπαθούς, προκλητικής και βίαιης. Το σενάριο που συνυπογράφεται από το σκηνοθέτη και τους συμμετέχοντες ηθοποιούς βασίζεται στον ατακαριστό λόγο. Κυκλικοί, βίαιοι, αντικριστοί μονόλογοι από ανθρώπους που δεν έχουν να περιμένουν κάτι από τη ζωή, από εξαθλιωμένα, χυδαία, προσωπεία που αντιλαμβάνονται τις σχέσεις, όπως και τον έρωτα, σαν πράξη επιβολής. Ανάμεσα στα διασταυρούμενα λεκτικά πυρά, που εκτοξεύονται από όλους εναντίον όλων, βρίσκεται ο Τάκης ο μοναδικός που αναλογίζεται βουβά το βούρκο, στον οποίο κυλιέται σε καθημερινή βάση. Τι θέλει να πει ο Οικονομίδης; Η γλώσσα σαν εργαλείο επικοινωνίας, που σημαίνεται από και ταυτόχρονα σημαίνει τις κοινωνικές αξίες κάθε εποχής, είναι ουσιαστικά απονεκρωμένη. Οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν, δεν γνωρίζουν αλλήλους, απλά διεκπεραιώνουν υποθέσεις και ψυχικά τραύματα. Το δράμα του ιστορικού Υποκειμένου, ανατρέχοντας πίσω στη φιλοσοφία του γερμανικού ιδεαλισμού και τον Fichte, που αναγνωρίζεται προσδιοριζόμενο μέσα από τον Άλλο, ολοκληρώνεται με τη βίαιη οικειοποίησή του. Αυτή η οικειοποίηση που στο πραγματικό επίπεδο δεν μπορεί να είναι οριστική θα πρέπει να επαναβεβαιώνεται διαρκώς. Έτσι ακριβώς δεν οργανώνεται η σύγχρονη κοινωνία σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο; Η κυρίαρχη κουλτούρα της επιδεικτικής κατανάλωσης είναι κάτι άλλο πέρα από μια πράξη συμβολικής επιβολής; Υπάρχει άραγε λύτρωση; Εδώ ο Οικονομίδης δεν εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξος. Η τελευταία πράξη του δράματος δεν μπορεί να είναι άλλη από ένα έγκλημα στρεφόμενο ενάντια στο συμβολικό «πατέρα» και την απειλή του φαντασιακού ευνουχισμού που εκπροσωπεί. Το καθημερινό μασάζ στο γόνατο του αφεντικού με τις κρυπτομοφυλοφιλικές του προεκτάσεις αυτό ακριβώς εκφράζει.
Περνώντας στα υφολογικά χαρακτηριστικά η μοναδική αίσθηση του ρυθμού, που επιτυγχάνεται μέσα από διαδοχικά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα-φορείς της βίας, κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Στην απόδοση του νοσηρού κλίματος συμβάλλει τα μέγιστα η κλειστοφοβική φωτογραφία με τα μουντά χρώματα. Εξαιρετικό το cast των ηθοποιών που πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή. Ο Λίτσης σωματοποιεί πλήρως έναν, κατά βάση, βουβό ρόλο.
Μια ταινία γροθιά στο στομάχι του αστικού καθωσπρεπισμού, που μπορείτε να παρακολουθήσετε αποκλειστικά στον κινηματογράφο Μικρόκοσμος.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 23, 2007

ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ


Αφορμή για τα όσα ακολουθούν αποτέλεσε μια πολύ ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων στο φιλόξενο www.prosopa.com, τις τελευταίες μέρες, σχετικά με το θάνατο και το νόημα της ζωής. Ανάμεσα στα άλλα που σχολίασα έγραψα το εξής: «Στη φυσική, ο πρώτος νόμος της θερμοδυναμικής είναι γνωστός ως νόμος διατήρησης της ενέργειας. Σύμφωνα με αυτόν η συνολική ενέργεια σε ένα κλειστό σύστημα παραμένει αμετάβλητη. Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής αφορά στην περίφημη εντροπία, δηλαδή στην απώλεια ενός μέρους της μηχανικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για την παραγωγή έργου, ως θερμότητα. Έτσι το σύμπαν, αν δεχτούμε ότι είναι κλειστό σύστημα, μέσα από αυτή την αέναη παραγωγή έργου, κινδυνεύει από θερμικό θάνατο. Σήμερα, σύμφωνα πάντοτε με τις τελευταίες απόψεις των φυσικών, η συνολική ενέργεια του σύμπαντος ισούται με το μηδέν. Δηλαδή ερχόμαστε από το τίποτα, πηγαίνοντας προς το τίποτα. Και για να το ελαφρύνω λίγο, ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα του τίποτα, τρεμοσβήνει το δικό μας κάτι».
Εδώ θέλω να μιλήσω λίγο περισσότερο για αυτό το τίποτα που τρεμοσβήνει. Δυο φορές την εβδομάδα τρέχω στο λόφο του Αρδηττού, πίσω από το Καλιμάρμαρο στάδιο. Εκεί τις βραδινές ώρες με φόντο την Ακρόπολη, ακολουθώ το δικό μου μαραθώνιο, μη φανταστείτε τίποτα σπουδαίο, πέντε χιλιόμετρα. Διασταυρώνομαι, προσπερνώ ή με προσπερνούν, ανθρώπινες σκιές που αγωνίζονται το δικό τους αγώνα. Προσπαθώ να διακρίνω πρόσωπα, τις περισσότερες φορές ανεπιτυχώς στο μισοσκόταδο, ή χνάρια στο νοτισμένο από την υγρασία της νύχτας, χώμα. Νιώθω μια τεράστια περιέργεια για όλους αυτούς τους «αόρατους» συνοδοιπόρους της νύχτας. Πως βρεθήκαμε όλοι εμείς εκεί; Γιατί εμείς και όχι κάποιοι άλλοι; Άραγε έχουμε τις ίδιες ανάγκες, τις ίδιες αγωνίες; Έτσι πορευόμαστε χρόνια ολόκληρα, σε μια, κατά κύριο λόγο, βουβή συμμετρία. Απέναντι η Ακρόπολη φωταγωγημένη μας ευλογεί, θαρρείς, με τη σοφία των αιώνων που κουβαλάει στην πλάτη της. Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Έτσι ακριβώς φαντάζομαι τη ζωή. Έναν συνεχή δρόμο άσκησης των αισθήσεων και των νοητικών διαδικασιών που διεγείρουν. Με κάποιους θα συμπορευτείς, κάποιους θα προσπεράσεις, ίσως γιατί είσαι πιο βιαστικός ή πιο προπονημένος, κάποιοι θα σε προσπεράσουν. Το τέρμα όμως μας περιμένει όλους, δυστυχώς χωρίς να το έχουμε καθορίσει. Αυτό που μπορούμε όμως να ορίσουμε είναι τη διαδρομή και το τέμπο της. Εντάξει, δε θα μας δαφνοστεφανώσει όλους, στο τέλος της διαδρομής, ο χρόνος. Ο Περικλής, ο Φειδίας, ο Πλάτωνας κέρδισαν το στοίχημα με το χρόνο. Πίσω από αυτούς εκατομμύρια άλλοι ήρθαν και χάθηκαν τα χνάρια τους, χωρίς να τους αφουγκραστεί καμμία ιστορία. Όμως, γνωρίζω ότι δίπλα σε κάθε επιφανή Poussin, υπάρχει ένας Georges De la Tour, δίπλα σε κάθε παιδί μια μητέρα, δίπλα σε κάθε εραστή μια ερωμένη, δίπλα σε ένα φίλο ένας προσιτός συνοδοιπόρος. Έχοντας όλα αυτά σαν φόντο, μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε την καθημερινότητά μας, αγωνιζόμενοι να την υπερβούμε. Η υπέρβαση αφορά στις σχέσεις που δημιουργούμε. Οι σχέσεις για να παραμένουν ζωντανές απαιτούν κατανοητική συνύπαρξη. Η τελευταία προϋποθέτει την αυτοσυνείδηση, δηλαδή τη διαφύλαξη της έννοιας του Προσώπου ως ιστορικού υποκειμένου, απέναντι στη χρησιμοθηρία και τον καταναλωτικό εκμαυλισμό. Έτσι διασφαλίζεται η αναστοχαστική ανατροφοδότηση, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Αυτό, το ρίζωμα σε μια ουσιαστική ενότητα της οποίας αποτελούμε συστατικά μέρη, είναι για μένα η μοναδική θεραπεία απέναντι στη λήθη, το μοναδικό νόημα της ανθρώπινης περιπλάνησης, σε ένα σύμπαν βουβό και αδιάφορο.
Σήμερα, σε μια ακόμα ειρωνική συγκυρία της ζωής, πέθανε ένα πρόσωπο από το ευρύ οικογενειακό μου περιβάλλον. Ένας ακόμα κοινός άνθρωπος, για τον οποίο δεν θα γραφτεί καμία παράγραφος στο βιβλίο της ιστορίας. Ήταν κάποτε μια όμορφη γυναίκα που στοίχειωνε τις άγουρες ερωτικές μου φαντασιώσεις. Οι δικοί της, απόλυτα κοντινοί άνθρωποι, θα αναλάβουν να κρατήσουν αναμμένο το κερί της μνήμης, απέναντι στο απαλό αεράκι της λησμονιάς. Όλοι οι υπόλοιποι, «ας είμαστε ρεαλιστές, ας επιζητούμε το ανέφικτο». Ή αλλιώς με τα λόγια του Montaigne, «το να φιλοσοφεί κανείς σημαίνει ότι μαθαίνει τον τρόπο για να πεθάνει».

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ IWO JIMA)


Είδα την ταινία «Γράμματα από το Iwo Jima» σε σκηνοθεσία Clint Eastwood με τους Ken Watanabe, Kazunari Ninomiya, Tsuyoshi Ihara, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Φεβρουάριος 1945 Β΄ παγκόσμιος πόλεμος. Οι σύμμαχοι έχουν αποφασίσει να τερματίσουν τον πόλεμο που μαίνεται στο θέρετρο του Ειρηνικού ωκεανού κάνοντας απόβαση στα Ιαπωνικά νησιά. Μια από τις πιο σημαντικές και αιματηρές μάχες ήταν εκείνη που αφορούσε στην κατάληψη του νησιού
Iwo Jima από τους Αμερικανούς πεζοναύτες. Στην ταινία παρακολουθούμε την κατάληψη του νησιού ιδωμένη από την Ιαπωνική πλευρά. Κεντρικά πρόσωπα είναι ο στρατηγός Κουριμπαγιάσι, που έρχεται σε αντιπαράθεση με το επιτελείο του εξαιτίας της επιλεγόμενης κλεφτοπολεμικής αμυντικής τακτικής και της αμερικάνικης στρατιωτικής του εκπαίδευσης, ο βαρώνος αντισυνταγματάρχης Νίσι, ένας φιλελεύθερος εστέτ ολυμπιονίκης Ιππασίας και ο επιστρατευμένος φούρναρης Σάϊγκο που αγωνιά να επιστρέψει πίσω ζωντανός, τηρώντας την υπόσχεση που έχει δώσει στη γυναίκα του.
Ο
Clint Eastwood ολοκληρώνει την αναφορά του στην ΑμερικανοΙαπωνική σύγκρουση που ξεκίνησε με τις «Σημαίες των Προγόνων μας», με μια σπουδαία ταινία. Το σενάριο υπογραμμένο από την Iris Yamashita βασίζεται στα θαμμένα στη γη ανεπίδωτα γράμματα των Γιαπωνέζων στρατιωτών. Ενώ η πρώτη ταινία περιστρέφεται γύρω από την πολιτικοοικονομική εκμετάλλευση του ηρωϊσμού των απλών στρατιωτών, εδώ δεν υπάρχουν ήρωες, παρά μόνο πόνος και απελπισία. Οι ανθρώπινες ζωές θυσιάζονται για ακόμη μια φορά, με ένα διαφορετικό από την πρώτη ταινία τρόπο, στο βωμό του πολιτικού συμβολισμού. Γιατί η Ιαπωνική πολιτική ηγεσία γνωρίζει ότι το νησί θα πέσει στα χέρια των Αμερικανών, εφόσον εκλείπει η ναυτική υποστήριξη. Το μήνυμα όμως πρέπει να είναι σαφές. Η νίκη σας θα είναι πύρρειος εφόσον αποφασίσετε να κάνετε απόβαση στο κυρίως σύμπλεγμα των Ιαπωνικών νησιών. Η στρατιά των πιστών Ασσασίνων του Χασάν Ιμπν Σαμπάχ του θρυλικού «Γέρου του βουνού» είναι εδώ για να τρομοκρατήσει, ακόμα μια φορά, τους επίδοξους κατακτητές. Η κοντόφθαλμη Ιαπωνική ηγεσία δικαιώνεται προσωρινά καθώς οι Αμερικανοί δεν αποτολμούν να πατήσουν σε Ιαπωνικό έδαφος. Όμως τα τραγικά γεγονότα στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι ένα χρόνο αργότερα έρχονται για να καταδείξουν ότι η καθαγιασμένη, από τον κώδικα των Σαμουράϊ, αυτοκτονία ως ύψιστο καθήκον και υποχρέωση μπροστά στην αποτυχία, δεν έχει θέση στο σύγχρονο κόσμο. Αυτή ακριβώς τη διευρυμένη προσωπικότητα, που αναδύεται σε βάρος της παραδοσιακής συλλογικότητας, έρχονται να αναδείξουν οι τρείς βασικοί πρωταγωνιστές, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Με αυτό τον πλάγιο τρόπο αποτίνεται ένας φόρος τιμής στις αξίες του Δυτικού πολιτισμού, που στηλιτεύθηκαν τόσο έντονα στην πρώτη ταινία.
Περνώντας στα υφολογικά χαρακτηριστικά, η μοναδική αίσθηση του ρυθμού κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή για 140 λεπτά, χωρίς να καθίσταται απαραίτητη η προσφυγή σε εντυπωσιακές σκηνές μάχης. Οι προσωπικές ιστορίες τονίζουν με ένα λιτό και περιεκτικό τρόπο το παράλογο του πολέμου. Χαρακτηριστική η σκηνή του Ιάπωνα λοχία που ενώ έχει αποφασίσει να πεθάνει ζωσμένος με νάρκες, δεν αντέχει την μακριά αναμονή του θανάτου και παραδίδεται στους Αμερικανούς. Μοναδική παραφωνία στο σκηνοθετικό οικοδόμημα, η παρατεταμένη έμφαση στην αμυντική οχύρωση του νησιού. Εξαιρετική η φωτογραφία, εμπνευσμένη θαρρείς από τη σφαγή της Χίου του
Delacroix, δεν θα μπορούσε να αποτυπώσει καλύτερα την απελπισία, την ερήμωση και το θάνατο. Ο Ken Watanabe στο ρόλο του ορθολογιστή στρατηγού, ο Kazunari Ninomiya στο ρόλο του φοβισμένου αρτοποιού που βαφτίζεται στρατιώτης και ο Tsuyoshi Ihara στο ρόλο του βαρόνου με το μπλαζέ ύφος του κοσμοπολίτη και τα φιλελεύθερα ιδεώδη, συνθέτουν μια εξαιρετική τριάδα πρωταγωνιστών.
Η καλύτερη ταινία του εβδομηνταεξάχρονου, με την εφηβική παρόρμηση,
Clint, υποψήφια για τέσσερα όσκαρ, που δεν πρέπει να χάσετε.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2007

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Σήμερα θα μιλήσουμε για τον Έρωτα. Τρείς ιστορίες θα αναλάβουν να ξυπνήσουν μέσα μας λησμονημένους απόηχους. Η πρώτη έλκει την καταγωγή της από την αρχαιοελληνική ποίηση, η δεύτερη από την αρχαιοελληνική φιλοσοφική γραμματεία και η τρίτη από την ιουδαϊκή θεολογία. Θα ξεκινήσουμε από το Ησίοδο και την κοσμογονία του. Εκεί, «στις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας υπάρχουν τρία φύλα: το αρσενικό, το θηλυκό και το ανδρόγυνο. Το τελευταίο αυτό φύλο ήταν δυνατό, έξυπνο και απειλούσε τους θεούς. Για να το υποτάξει ο Δίας αποφασίζει να το διαιρέσει. Έκτοτε τα χωρισμένα μισά αναζητούν το συμπληρωματικό τους». Συνεχίζουμε με το πλατωνικό Συμπόσιο. Ο λόγος στο Σωκράτη, ο οποίος αφηγείται στους συμποσιαζόμενους το διάλογο που είχε με τη Διοτίμα από τη Μαντίνεια. Η Διοτίμα αρχίζει λέγοντας ότι «ο Έρωτας είναι ένας δαίμονας, ένα πνεύμα, που ζει μεταξύ θεών και ανθρώπων φέρνοντας σε επικοινωνία το φως με τη σκιά. Είναι γιος του Πόρου και της Πενίας. Ως γιος του Πόρου, μοιράζει αγαθά. Ως γιος της Πενίας, αναζητά τον πλούτο». Και καταλήγουμε με τον Αδάμ και την Εύα στην ιστορία των οποίων συμπυκνώνεται η περιπέτεια όλων των εραστών επί γής. «Ο παράδεισός τους, το αιώνιο παρόν, βρίσκεται επέκεινα του χρόνου. Εκεί, κάθε ζωντανό πλάσμα ζει σε απόλυτη αρμονία με τον εαυτό του και το περιβάλλον. Το αμάρτημα του Αδάμ και της Εύας τους κατακρημνίζει στη φθορά του χρόνου, την τυχαιότητα, τον πόνο και το θάνατο».
Τι μας λένε οι παραπάνω ιστορίες, μερικές χιλιάδες χρόνια πριν την έλευση της ψυχανάλυσης; Ότι είμαστε όντα ατελή, υποκείμενα στη φθορά και τη λήθη. Η ερωτική επιθυμία είναι διαρκής δίψα για τελείωση, δίψα για το Άλλο. Και το υπερφυσικό είναι το ουσιαστικό και το υπέρτατο Άλλο. Κάθε ζευγάρι εραστών ξαναζεί την ιστορία των πρωτόπλαστων, τον παράδεισο και την απώλεια του παραδείσου. Αγκαλιάζοντας το ποθούμενο πρόσωπο προσεταιριζόμαστε την ετερότητα προσβλέποντας ουσιαστικά στην κατοχή της. Ταυτόχρονα όμως χανόμαστε οι ίδιοι σαν πρόσωπα για να ξαναβρεθούμε ως αίσθηση. Όσο η αίσθηση γίνεται πιο έντονη, το κορμί που αγκαλιάζουμε γίνεται πιο αχανές. Το σαρκικό αγκάλιασμα είναι η κορύφωση του κορμιού και η απώλεια της ταυτότητας. Ηδονική πτώση σε ένα αρχέγονο βάθος, αντίληψη του χρόνου ως ενότητα, συμπύκνωση της ζωής σε μια στιγμή. Ο Εραστής συναντιέται με το Μύστη. Η κυκλική πορεία ολοκληρώνεται καθώς το αμάρτημα αναίρεσης της παρουσίας του άλλου ακολουθεί η ποινή εγκατάστασης της ετερότητας. Ο χρόνος που μας κατοικεί μας ερημώνει...
Ή αλλιώς σκέψεις πάνω στον έρωτα, τη ζωή και το επέκεινα, με αφορμή την ημέρα της γιορτής των ερωτευμένων.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 11, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑ)


Είδα την ταινία «Ο Λαβύρινθος του Πάνα» σε σκηνοθεσία Guillermo Del Toro με τους Sergi Lopez, Ariadna Gil, Maribel Verdu και τη ενδεκάχρονη Ivana Baquero, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ισπανία 1944. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου η Κάρμεν μετακομίζει με την κόρη της Οφηλία στο σπίτι του καινούργιου της συζύγου Βιντάλ. Ο Βιντάλ, λοχαγός στο στρατό του δικτάκτορα Φράνκο αναλαμβάνει να εκκαθαρίσει την περιοχή από τα υπολείματα των ανταρτών του Δημοκρατικού στρατού την ώρα που η Οφηλία αναλύπτει στον κήπο του νέου της σπιτιού ένα μυστηριώδη λαβύρινθο. Ο Φαύνος, φρουρός του λαβύρινθου, θα αποκαλύψει στην Οφηλία την ιστορία μιας χαμένης πριγκίπισσας. Η επιτυχής εκτέλεση τριών επικίνδυνων αποστολών θα ταυτοποιήσει την Οφηλία με την πριγκίπισσα, εγκαθιστώντας την στο βασίλειο της αιωνιότητας όπου ανήκει, αλλά και θα τη φέρει αντιμέτωπη με το λοχαγό Βιντάλ.
«Ο Λαβύρινθος του Πάνα», ακροβατώντας στα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, συνιστά το ιδανικό κινηματογραφικό αντίστοιχο του «μαγικού ρεαλισμού» που εκπροσωπεί στη λογοτεχνία ο Gabriel Garcia Marquez. Το σενάριο που φέρει και αυτό την υπογραφή του Del Toro, συνιστά μια καταγγελία του ολοκληρωτισμού και ταυτόχρονα έναν ύμνο στην ηθική υπεροχή του ελεύθερου ανθρώπου. «Η υπακοή για την υπακοή αφορά σε ανθρώπους της δικής σου κατηγορίας», πετάει στα μούτρα του λοχαγού Βιντάλ ο ουμανιστής γιατρός μέλος του Δημοκρατικού στρατού. Ο παλιός νιτσεϊκός διαχωρισμός ανάμεσα στο απολλώνειο και το διονυσιακό στοιχείο, δηλαδή ανάμεσα στο Λόγο και τη Βούληση, όπως εκφράζεται από το θεό Πάνα και τη ρωμαϊκή εκδοχή του το Φαύνο, επιστρέφει σαν ένα δέον που μένει να εκπληρωθεί. Αυτό το δέον, η «ηθική αίσθηση» του Σκωτικού Διαφωτισμού, που αντιπαρατάσσεται στην ατομιστική, χρησιμοθηρική χρήση του Λόγου, συνιστά, σύμφωνα με το σενάριο, ένα βασικό ανθρωπολογικό διαχωρισμό. Γι’ αυτό η μικρή Οφηλία βρίσκει ενστικτωδώς το σύμμαχό της στο πρόσωπο της οικιακής βοηθού Μερσέντες, αποστρεφόμενη το πρόσωπο του λοχαγού Βιντάλ. Γι’ αυτό ο Βιντάλ και ο κόσμος που εκπροσωπεί, φαντάζει απάνθρωπα ψεύτικος σε σχέση με τον Πάνα και τον κόσμο των ξωτικών που τον περιβάλλει. Το μήνυμα, λέει ο Del Toro, είναι πρόσκαιρα απαισιόδοξο. Οι Οφηλίες του κόσμου αυτού καταδικασμένες ίσως σε κάποιο προσωρινό δικαστήριο, εμφανίζονται δικαιωμένες στο μεγάλο δικαστήριο της Ιστορίας. Εκεί, όπου δεν υπάρχει χώρος για ονομαστικό προσκλητήριο, η ανθρωπινότητα, δηλαδή η έννοια του συμπάσχειν, επιστρέφει σαν ηθικότητα καθαγιάζοντας τον αγώνα ζωής των απλών ανθρώπων. Κατ’ αυτό τον τρόπο εξανθρωπίζεται η ιστορία και προσεγγίζεται αισιόδοξα το μέλλον του ανθρώπινου γένους.
Περνώντας στα υφολογικά χαρακτηριστικά, το βασικό σκηνοθετικό αίτημα που έχει να ικανοποιήσει ο
Del Toro αφορά στην εναρμόνιση του πραγματικού με το εξωπραγματικό, προκρίνοντας τελικά τον φανταστικό κόσμο της Οφηλίας σε βάρος του απάνθρωπου φασιστικού καθεστώτος. Αυτό επιτυγχάνεται με την εκπληκτική φωτογραφία του Guillermo Navarro, που στήνει εξαρχής μια ιδανική χρωματική ου-τοπία, την επιβλητική μουσική επένδυση του Javier Navarrete και την αρμονική αλληλοδιείσδυση των δυο ιστοριών. Συγκινητική η Ivana Baquero στο ρόλο της Οφηλίας και λιτός ο Sergi Lopez στο ρόλο του απάνθρωπου λοχαγού.
Μια εξαιρετική ταινία που δεν θα πρέπει να χάσετε. Η αίσθηση που προκάλεσε ακόμα και στο χολυγουντιανό κατεστημένο, που δεν φημίζεται για τα αμιγώς καλλιτεχνικά κριτήρια αξιολόγησης των έργων, είχε σαν αποτέλεσμα να προταθεί για έξι όσκαρ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 08, 2007

ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ...


Αφορμή για τα όσα ακολουθούν, αποτέλεσε η πρόταση μομφής που κατέθεσε το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης κατά της Κυβέρνησης.
Διαβάζω στο λεξικό ότι η μομφή σημαίνετε ετυμολογικά ως επίπληξη, κατηγορία, μάλωμα. Επιπλήττει λοιπόν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. την Κυβέρνηση, την κατηγορεί για απαξίωση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Στο επίκεντρο του γεγονότος δεσπόζει η τηλεοπτική περσόνα του κυρίου Παπανδρέου, ως φωτογενές φάντασμα του πατέρα του. Ξέχασε όμως ότι δεν βρισκόμαστε πια στο 1981, ή στο 1993. Η κοινή γνώμη είναι πλέον επαρκώς εκπαιδευμένη στα τηλεοπτικά σκέρτσα. Γιατί τι άλλο μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η άκομψη προσπάθεια απεμπλοκής από τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, στην οποία είχε αρχικά συναινέσει, μη συνεκτιμώντας τα εσωκομματικά προβλήματα που δημιούργησε το περίφημο άρθρο 16; Αυτό είναι που χρειαζόμαστε από ένα κόμμα που διεκδικεί την εξουσία; Επικοινωνιακούς ελιγμούς για εσωτερική κατανάλωση;
Εξίσου εξαιρετικές είναι όμως και οι επιδόσεις της Κυβέρνησης. Αυτή φοράει τους δικούς της παραμορφωτικούς φακούς. Από που να αρχίσω; Από τον καιροσκοπισμό που επιδεικνύουν κατά την κορυφαία διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης; Ή από τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουν την βουλευτική ιδιότητα, όπως διαπιστώσαμε κατά την περίφημη ψηφοφορία για το άρθρο 24; Πρόβατα οι ψηφοφόροι, πρόβατα και οι βουλευτές.
Ωραία και βουκολικά όλα αυτά, αλλά υπάρχουν και όρια. Ποιός σας είπε κύριοι της μικροπολιτικής ότι είσαστε εδώ για να ανακυκλώνετε το σύστημα εξουσία σας; Ποιός σας έδωσε το δικαίωμα να λουστράρετε τον αλαζονικό σας αυτισμό, πάνω στις πλάτες μας; Ποιός σας είπε ότι η πολιτική αφορά στην επικοινωνιακή διαχείριση του χρόνου παραμονής σας στην εξουσία; Γι’ αυτό σας ψηφίζουμε; Αν δεν μπορείτε να κάνετε κάτι καλύτερο, γιατί δεν μας απαλλάσετε οριστικά από την παρουσία σας;
Φτάνει πια....Δεν σας χρειαζόμαστε άλλο.


Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΓΥΡΙΖΕΙ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ)


Είδα την ταινία «Το Κορίτσι που Γυρίζει τις Σελίδες» σε σκηνοθεσία Denis Dercourt με τους Deborah Francois, Catherine Frot, Pascal Greggory, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η δεκάχρονη Μελανί Προυβό που ζεί στη Γαλλική επαρχία με τους μικροαστούς γονείς της, έχει ένα όνειρο, να γίνει σολίστας πιάνου. Οι εισαγωγικές εξετάσεις στο Ωδείο καταλήγουν σε αποτυχία όταν την ώρα της εξέτασης η πρόεδρος της επιτροπής αξιολόγησης Αριάν Φουσενκούρ γνωστή σολίστας πιάνου υπογράφει ένα αυτόγραφο, αποσπώντας την προσοχή της διαγωνιζόμενης. Δέκα χρόνια αργότερα η εικοσάχρονη Μελανί που έχει στο μεταξύ εγκαταλείψει το όνειρό της για καριέρα σολίστα, κάνει την πρακτική της σαν γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο του Ζαν Φουσενκούρ. Όταν ο τελευταίος αναζητά μια οικιακή βοηθό η Μελανί προθυμοποιείται στοχεύοντας στη σύζυγο του Ζαν Αριάν. Η εξαιρετική επιμέλεια που δείχνει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και οι μουσικές της γνώσεις θα την φέρουν πιο κοντά στην ιδιαίτερα ευάλωτη συναισθηματικά Αριάν, που αναρώνει έπειτα από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα. Η τελευταία σχεδιάζει την επιστροφή της στον κόσμο της μουσικής μέσα από μια σειρά παραστάσεων που ετοιμάζει μαζί με δυο φίλους της επαγγελματίες μουσικούς. Η Μελανί θα πάρει την εκδίκησή της όταν αναλαμβάνει να γυρίζει τις σελίδες της παρτιτούρας της Αριάν στο πρώτο επίσημο κονσέρτο που δίνει το τρίο.
Η ταινία «Το Κορίτσι που Γυρίζει τις Σελίδες» είναι ένα ψυχολογικό θρίλλερ, με αναφορές στον μετρ του είδους
Alfred Hitchcock και τον Claude Chabrol. Το σενάριο υπογραφόμενο από τον σκηνοθέτη και τον Jacques Sotty φέρει κάποια από τα βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά που καταξίωσαν το μεγάλο Άγγλο σκηνοθέτη. Πρώτα απ όλα την αξεπέραστη αίσθηση του σασπένς. Δίνουμε στο κοινό μια πληροφορία που τα πρόσωπα της ταινίας δε γνωρίζουν. Αυτό είναι το βασικό αφηγηματικό μοτίβο γύρω από το οποίο αναπτύσσεται η αγωνία του θεατή. Δεύτερον, όσον αφορά τους χαρακτήρες το μονοδιάστατο των αντρικών ρόλων που αντιπαραβάλλεται με γυναίκες πολυεπίπεδες, όμορφες, αλλά ψυχρές και απόμακρες. Τρίτον, τη σεξουαλικότητα που παρουσιάζεται με υπαινικτικό τρόπο διεγείροντας την ηδονοβλεπτική ματιά του θεατή. Τέταρτον, το αντικείμενο φετίχ, δηλαδή το αυτόγραφο που υπογράφει η Αριάν είναι το στοιχείο με το οποίο ανοίγει και κλείνει η αφήγηση. Στον Chabrol τώρα, οι γυναίκες και το ερωτικό πάθος είναι οι αφορμές για να ανέλθει στην επιφάνεια ο συντηρητισμός και ο υφέρπων φασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας. Έτσι, στο μεγαλοαστικό περιβάλλον της Αριάν οι ανθρώπινες σχέσεις βασίζονται στην υποκριτική συνύπαρξη και υπάρχουν θαρρείς μόνο στο όνομα της έξωθεν καλής μαρτυρίας. Το savoir ferre - πού είσαι Ζαμπούνη να με θαυμάσεις – είναι ο βρόγχος που καταπνίγει οποιαδήποτε εκδήλωση διαφορετικότητας απαλλάσοντας τα άτομα από την ενδοσκόπηση, την αυτογνωσία και την αλληλοαναγνώριση. Αυτή την κομφορμιστική χαύνωση έρχεται να αναδείξει η τροφοδοτούμενη από την εκδίκηση βούληση της Μελανί. Και φυσικά η κοσμοπολίτικη ευρύτητα πνεύματος πηγαίνει περίπατο, όταν το δικαίωμα στην ερωτική αυτοδιάθεση γκρεμίζει το οικοδόμημα της πρέπουσας κοινωνικής συμπεριφοράς.
Περνώντας στα υφολογικά χαρακτηριστικά της ταινίας θα δούμε ότι το μοντάζ οργανώνεται με στόχο την ανάδειξη βασικών αντιθετικών μοτίβων. Η ταξική και ηλικιακή αντίθεση ανάμεσα στη Μελανί και στην Αριάν αμβλύνεται από τον εσωτερικό αναδιπλασιασμό που υφίστανται οι δύο πρωταγωνίστριες. Έτσι η Μελανί τραμπαλίζεται ανάμεσα στην ανέμελη έφηβη που απολαμβάνει την επιστροφή στην εποχή της αθωότητας μέσα από το παιχνίδι στην εξοχή και στην έμμισθη υπάλληλο που ζητά την εκδίκησή της, ενώ και η Αριάν ταλαντεύεται ανάμεσα στην εύθραυστη καλλιτέχνιδα που αναζητά συναισθηματική οικειότητα και στην επιτυχημένη επαγγελματία και σύζυγο που αντλεί το κύρος της από την οικονομική και κοινωνική της θέση. Στο σημείο σύγκλισης των δυο χαρακτήρων έχουμε ένα φιλί και ένα τρυφερό αντάμωμα των χεριών στον κήπο ενώ στο σημείο απόκλισης την προδοσία και τη φυγή. Γι’ αυτό και ο θεατής φεύγει από την αίθουσα με μια γλυκόπικρη γεύση στο στόμα. Η ηθική αξιολόγηση των χαρακτήρων δεν μπορεί να γίνει εδώ με μονοσήμαντο τρόπο. Εξαιρετική η μουσική επένδυση του
Jerome Lemonnier συνδυάζει κλασσικά θέματα (Σοστάκοβιτς, Σούμπερτ, Μπάχ), με μοντέρνους ρυθμούς. Εξαιρετικές αποστασιοποιημένες ερμηνείες από τις δυο πρωταγωνίστριες που εμβαθύνουν με το παίξιμό τους, το διφορούμενο του χαρακτήρα τους.
Το καλό γαλλικό σινεμά δίνει για άλλη μια φορά το παρόν.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 01, 2007

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ & λοιπές ΦΟΥΣΚΕΣ


Διαβάζω στα «ΝΕΑ» της προηγούμενης εβδομάδας. «Αθώοι όλοι κατηγορούμενοι για τις φούσκες του Χρηματιστηρίου. Ομόφωνα κρίθηκαν σε δεύτερο βαθμό και οι έντεκα επιχειρηματίες και χρηματιστές, οι οποίοι καταδικάστηκαν πρωτόδικα για τις μετοχές – φούσκες».
Καταρχήν για το επικοινωνιακό μέρος του ζητήματος. Ο τίτλος της φούσκας ταιριάζει γάντι στον τρόπο που τα ελληνικά Μ.Μ.Ε. προβάλλαν το συγκεκριμένο γεγονός. Ένα ζήτημα που τροφοδότησε την μιντιακή σκηνή επί χρόνια ξεφούσκωσε σε ένα μονόστηλο στις αθέατες σελίδες των εφημερίδων. Ακούσατε τίποτα σχετικό στα δελτία ειδήσεων; Φυσικά και όχι. Κι αυτό γιατί η εμπορική τηλεόραση θα πρέπει να είναι πρώτα από όλα ελκυστική, για να προσελκύσει τις σειρήνες των διαφημιστών. Και είναι ελκυστική όταν παρουσιάζει φανταχτερά γεγονότα κολακεύοντας την άγνοια της μεγάλης μάζας των τηλεθεατών.
Πάμε τώρα στο ουσιαστικό ζήτημα. Η άνοδος του γενικού Χρηματιστηριακού δείκτη, από τις 933 μονάδες τον Δεκέμβριο του 1996, στις 6355 μονάδες στις 17 Σεπτεμβρίου του 1999 και η συνακόλουθη πτώση που οδήγησε το γενικό δείκτη στις 3388 μονάδες το Δεκέμβριο του 2000 συνιστά ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός, όπως και η διεθνής και τοπική συγκυρία. Πέρα όμως από τους επιμέρους παράγοντες και τη συμβολή του καθενός απ’ αυτούς στην απότομη άνοδο και πτώση του χρηματιστηριακού δείκτη υπάρχει κάτι που αγγίζει στον πυρήνα λειτουργίας των ελεύθερων αγορών.
Μιλάμε φυσικά για την απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανισμού προσφοράς και ζήτησης μέσω της οποίας διασφαλίζεται η ενσωμάτωση όλων των διαθέσιμων πληροφοριών στην τιμή. Το νεοκλασσικό ιδεολόγημα έρχεται να καταρρίψει η θεωρία της ασύμμετρης πληροφόρησης των Αμερικανών Οικονομολόγων
George Akerlof, Michael Spence, Joseph Stiglitz, που βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ το 2001. Δηλαδή, για να ξαναγυρίσουμε στο ζήτημα του ελληνικού χρηματιστηρίου και να το κάνουμε λιανά η πληροφόρηση που διαθέτει ο Διευθύνοντας Σύμβουλος μια εταιρίας, ένας θεσμικός επενδυτής, ή οποιοσδήποτε μεγαλόσχημος δεν είναι ισοδύναμη με την πληροφόρηση που διαθέτει ο μικροεπενδυτής. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η κερδοσκοπική πρακτική να έχει μόνιμα χαμένους και ο λαϊκός καπιταλισμός να καταλήγει όνειρο καλοκαιρινής νύχτας. Βέβαια από το «μακρινό» 2001 και το ακόμα μακρύτερο χρονικά 1999 έχει κυλίσει νερό στο αυλάκι της θεσμικής θωράκισης και της ελληνικής αγοράς.
Αλλά για να ξαναγυρίσουμε στο σκάνδαλο του χρηματιστηρίου αναλογιζόμενοι ότι η τοπική αγορά είναι μικρή, οι εμπλεκόμενοι πολλοί και τα χρήματα ακόμα περισσότερα, ο γνωστός δρόμος της λησμονιάς φαντάζει μονόδρομος.


ΥΓ. Αναζητήστε σε DVD το ντοκυμαντέρ «Enron Καρχαρίες στο δωμάτιο» ένα εξαιρετικό δείγμα στρεβλώσεων που μπορούν να παράγουν οι αγορές ελεύθερου ανταγωνισμού και παρακολουθήστε την ιστορία μονοπωλιακής συγκέντρωσης και κατάρρευσης του ενεργειακού κολοσσού Enron που επισυμβαίνει στην προηγμένη Αμερική το 2001.


Κυριακή, Ιανουαρίου 28, 2007

ΒΙΒΛΙΟ (ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ)


Με αφορμή την τελευταία ταινία του Mel Gibson που σχολίασα στο προηγούμενο post, αλλά και τα καλοκαιρινά τερτίπια του καιρού θα ήθελα να μιλήσω για ένα βιβλίο που διάβασα. Πρόκειται για την «Κατάρρευση» του Αμερικανού Jared Diamond καθηγητή γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο U.C.L.A.
Στο βιβλίο αυτό ο
Diamond εξετάζοντας ορισμένες κοινωνίες του παρελθόντος καταλήγει σε ένα επαναλαμβανόμενο μοντέλο καταστροφής που οδήγησε στον αφανισμό τους. Οι παράγοντες που συνθέτουν το μοντέλο είναι, η περιβαλλοντική καταστροφή, η αδυναμία αναγνώρισης και ανάσχεσης των δημιουργούμενων περιβαλλοντικών προβλημάτων, οι κλιματικές αλλαγές, οι ασταθείς εμπορικοί εταίροι και η πίεση από εξωτερικούς εχθρούς.
Παρόμοιοι παράγοντες καταστροφής εξακολουθούν να υφίστανται και σήμερα οδηγώντας σε κρίση πολλές από τις χώρες του επονομαζόμενου τρίτου κόσμου. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της Ρουάντα και της Αϊτής, ενώ η περίπτωση της Κίνας επανατοποθετεί το ζήτημα της οικονομικής ανάπτυξης σε ένα ευρύτερο πλαίσιο φυσικοκοινωνικής ευθύνης. Στο ισοζύγιο της ταχύτατα αναπτυσσόμενης Κινεζικής οικονομίας θα πρέπει τώρα να αντισταθμιστεί ένας μακρύς κατάλογος προβλημάτων που ξεκινά, από την συσσώρευση παγκόσμιων βιομηχανικών απορριμμάτων στην ενδοχώρα και την πρωτοφανή ατμοσφαιρική ρύπανση στα αστικά κέντρα και φτάνει μέχρι την ολική καταστροφή των φυσικών ενδιαιτημάτων (δάση, υγρότοποι) και τις επακόλουθες απώλειες στη βιοποικιλότητα. Τα προβλήματα αυτά, μη γνωρίζοντας χωρικούς φραγμούς χτυπούν την πόρτα και των σύγχρονων Δυτικών κοινωνιών με πιο αναγνωρίσιμο το πρόβλημα που αφορά στην ατμοσφαιρική ρύπανση και σχετίζεται με το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Οι περισσότεροι επιστήμονες σήμερα συμφωνούν ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες είναι μια από τις κύριες αιτίες, για την ασυνήθιστα γοργή αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας.
Υπάρχει τρόπος να αποφύγει ο κόσμος μας την αυτοκαταστροφή; Θα αντιστρέψω το ερώτημα. Υπάρχει περίπτωση να αναθεωρήσουμε τις θεμελιώδεις καταναλωτικές μας αξίες και να περιορίσουμε το βιοτικό μας επίπεδο όπως μετριέται σε ρυθμούς κατανάλωσης φυσικών πόρων και παραγωγής απορριμμάτων;
Ένα βιβλίο που θέτοντας το ζήτημα της περιβαλλοντικής ευθύνης και καταδεικνύοντας τα όρια του επιστημονικού ιδεολογήματος της αέναης τεχνολογικής προόδου, επιχειρεί να σπάσει το κουκούλι της τεχνολογικής αυτονομίας και καθολικής υπεροχής απέναντι στη φύση, στο οποίο βρίσκεται εγκλωβισμένος ο σύγχρονος άνθρωπος.
Εξαιρετικό το θέμα και η πρόκληση......

Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (APOCALYPTO)


Είδα την ταινία «Apocalypto» σε σκηνοθεσία Mel Gibson με τους Rudy Youngblood, Raoul Trujillo, Dalia Hernandez, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Τζάγκουαρ Πόου μαζί με τα υπόλοιπα μέλη μιας φυλής των Μάγια ζούν μια ήσυχη ζωή, κυνηγώντας στα δάση της χερσονήσου
Yucatan. Ο Ζίροου Γούλφ και οι πολεμιστές του που αναζητούν σκλάβους στην περιοχή επιτίθενται στον καταυλισμό, καίνε τα σπίτια και αιχμαλωτίζουν άντρες και γυναίκες. Οι αιχμάλωτοι μεταφέρονται στη μητρόπολη των Μάγια, οι γυναίκες για να πωληθούν στο σκλαβοπάζαρο και οι άντρες για να προσφερθούν θυσία στη θεά της γονιμότητας. Ο Τζάγκουαρ Πόου αφού γλυτώνει κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή τη θυσία, κατορθώνει στη συνέχεια να δραπετεύσει και να επιστρέψει στον καταυλισμό αναζητώντας την έγκυο γυναίκα και το γιό του.
Ο
Mel Gibson, μετά τα πολυσυζητημένα «Πάθη του Χριστού» επιστρέφει με μια ακόμα ιστορική ταινία. Το σενάριο που φέρει την υπογραφή του σκηνοθέτη και του Farhad Safinia κινείται σε δυο επίπεδα ένα ιστορικό και ένα συμβολικό. Στο ιστορικό επίπεδο γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί ο πολιτισμός των Μάγια μέσα από μια προσωπική ιστορία. Όμως η μοναδική ουσιαστική αναφορά σε αυτό τον μεγάλο πολιτισμό της κεντρικής Αμερικής αφορά στην ιεροτελεστία των ανθρρωποθυσιών και στη χρήση της γλώσσας Yukatek. Ολόκληρη σχεδόν η ταινία περιστρέφεται γύρω από μια ανιστορική μεταφορά αιχμαλώτων και την εναγώνια καταδίωξη του πρωταγωνιστή στα πρότυπα του Mad Max. Στο συμβολικό επίπεδο η κατάσταση εξελίσσεται ακόμα χειρότερα. Εδώ ο συμπαθέστατος Mel ξεκινάει ομολογουμένως ενυπωσιακά παίζοντας τη ρήση του αμερικανού φιλόσοφου και ιστορικού Will Durant, «οι πολιτισμοί πρώτα καταρρέουν εσωτερικά και μετά καταλύονται από εξωτερικούς εχθρούς», αλλά μένει τελικά εκεί. Ποιά είναι η κεντρομόλος δύναμη που κρατάει κατά Gibson, τον ανθρώπινο πολιτισμό σε μια κυκλική τροχιά διαρκούς καταστροφής; Η εγγενής ροπή του ανθρώπου προς το κακό, δηλαδή η ακατάσχετη βία, που θεμελιώνει πολιτισμό μέσα από το δίκαιο του ισχυρότερου. Ως προς το τελευταίο, δηλαδή το δίκαιο του ισχυρότερου, καμία αντίρρηση αρκεί να μην προβάλλεται με φόντο τις εσχατολογικές προτιμήσεις του καλλιτέχνη γιατί τότε συνιστά προπαγάνδα. Ευτυχώς, ή δυστυχώς για τους πάσης φύσης μελετητές, οι κοινωνίες είναι περισσότερο πολύπλοκες οντότητες για να επιδέχονται τέτοιου είδους απλουστευτικούς αφορισμούς. Έτσι σύμφωνα με περισσότερο αρμόδια χείλη οι πολιτισμοί καταρρέουν από την επίδραση μιας σειράς παραγόντων μεταξύ των οποίων ιδιαίτερα σημαντική και επίκαιρη θα έλεγα θέση κατέχει, η σχέση που αναπτύσσουν οι άνθρωποι με το οικοσύστημα που τους περιβάλλει. Ειδικότερα στην περίπτωση των Μάγια οι κυριότεροι παράγοντες που συνέβαλαν στην κατάρρευση του πολιτισμού τους (8ος-10ος μ.Χ. αι.) εντοπίζονται στην αποδάσωση και τη διάβρωση του εδάφους, σε μια παρατεταμένη περίοδο ξηρασίας και στον ανταγωνισμό μεταξύ τοπικών βασιλέων, που γινόταν περισσότερο έντονος καθώς επιτεινόταν η κρίση, οδηγώντας σε μια μόνιμη έμφαση στον πόλεμο (εδώ έχει δίκιο ο Gibson) και την σπάταλη ανέγερση μνημείων. Ένα μικρό μόνο δείγμα αυτής της προσπάθειας βασιλικής επίδειξης και επιβολής παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια της ταινίας. Πάμε τώρα στον δεύτερο ιδεολογικό στυλοβάτη της ταινίας την οικογένεια αυτό τον κυταρικό κοινωνικό θεσμό, που επιτρέπει την ανά τους αιώνες αναγέννηση του ανθρώπινου πολιτισμού. Να θυμήσω μόνο ότι ο Δυτικής έμπνευσης θεσμός της πυρηνικής οικογένειας είναι ένας μόνο από τους πολλούς τύπους βασικής κοινωνικής οργάνωσης που συναντάμε, καθώς μελετούμε την ιστορία ακόμα και την σύγχρονη. Αν τώρα, για να κάνουμε λίγο χιούμορ, στο γκιμπσονικής έμπνευσης δίπτυχο οικογένεια και θρησκεία προσθέσουμε και την πατρίδα, βλέπω να τον αδράχνει ο δικός μας Καρατζαφέρης που όπως και να το κάνουμε έχει τα κονέ του στο Hollywood, από τη συνύπαρξή του στο χώρο του bodybuilding με τον Schwarzenegger και να τον διορίζει επικοινωνιακό σύμβουλο, αν δεν υπάρξει κάποιο κόλλημα με τον καθολικισμό.
Επειδή τελικά κάθε καλλιτέχνης έχει το δικαίωμα να διατηρεί την προσωπική του ανεξάρτητη ματιά απέναντι στα πράγματα, πάμε τώρα στο τελευταίο σημείο σεναριακής κριτικής. Ο υπερβολικός τονισμός του μεταφυσικού στοιχείου που διατρέχει ολόκληρη την ταινία μπορεί να ταιριάζει γάντι με τη χριστιανική τελολογία της αποκάλυψης που πρεσβεύει ο
Gibson, αλλά φαντάζει λιγάκι αφελής στον σύγχρονο Δυτικό κόσμο του 21ου αι. που οργανώνεται κάτω από το ιδεολόγημα της επιστήμης. Κατ’ αυτό τον τρόπο υποσκάπτεται από μέσα το συνολικό οικοδόμημα που προσπαθεί να στήσει ο καλλιτέχνης.
Από σκηνοθετικής πλευράς, η θητεία στον
Mad Max φαίνεται ότι δεν πήγε χαμένη με αποτέλεσμα να έχουμε μια εξαιρετική μεγαλειώδη καταδίωξη. Σπουδαία δουλειά και στη φωτογραφία με μερικές σκηνές επιπέδου National Geographic. Να μην ξεχάσω να υπερθεματίσω και το ανοιχτό φινάλε με την απόβαση τον Ισπανών conquistadors και τη φυγή του ήρωα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Καθόσον γνωρίζουμε τη μεταγενέστερη συμπεριφορά που επιφύλαξαν οι Ισπανοί απέναντι στους ιθαγενείς είναι το κερασάκι στην τούρτα της αιώνιας ανακύκλωσης του ανθρώπινου πολιτισμού της βίας.
Είπαμε, καθένας με τις εμμονές και τις δυνατότητές του...

Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2007

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ και ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ


Γιατί ομάδα νεαρών κατέλαβε στα μέσα της εβδομάδας αίθουσα του Πάντειου Πανεπιστήμιου; Για να υλοποιήσουν τη δήλωση – δέσμευση της Υπουργού παιδείας, «ο λαός θα δώσει τη λύση». Και γιατί ήταν κουκουλοφόροι; Για να μην είναι αναγνωρίσιμη......η λύση.

Γιατί η ρουκέτα που εκτοξεύτηκε κατά της Αμερικάνικης Πρεσβείας προσγειώθηκε στην τουαλέτα, αντί στο θυρεό;

Για να δώσει μια συμβολική απάντηση η ρουκέτα, στο συμβολισμό της επίθεσης. Δηλαδή, «χέσε μέσα».

Και πως συνδέονται οι δυο άσχετες μεταξύ τους ενέργειες; Μα φυσικά με το κοινό νήμα της ορθολογικής προσέγγισης του προβλήματος και των δυνατοτήτων επίλυσής του.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 17, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΙ ΑΠΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ)


Είδα την ταινία «Πιο Παράξενο κι από Παράξενο», όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο πρωτότυπος τίτλος «Stranger than Fiction» σε σκηνοθεσία Marc Forster, με τους Will Ferrell, Dustin Hoffman, Emma Thompson, Maggie Gyllenhaal, Queen Latifah, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Χάρολντ Κρίκ είναι ένας ελεγκτής της εφορίας, η καθημερινότητα του οποίου χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο μηχανικών κινήσεων αναγνωρισμένης ακρίβειας. Η Κέι Άιφελ είναι μια συγγραφέας που πασχίζει να δώσει ένα τέλος στο τελευταίο της μυθιστόρημα. Η ζωή του Χάρολντ Κρίκ αναστατώνεται όταν ακούει μια «εσωτερική» φωνή, να περιγράφει τις σκέψεις του. Ο καθηγητής λογοτεχνίας Ζιλ Χίλμπερτ θα προσπαθήσει να βοηθήσει τον Κρίκ να αποκαλύψει το πρόσωπο, που κρύβεται πίσω από τη μυστηριώδη γυναικεία φωνή. Η κατάσταση γίνεται περισσότερο πιεστική, τόσο για τον Κρίκ καθώς ακούει την εσωτερική φωνή να προαναγγέλει το θάνατό του, όσο και για την Άιφελ καθώς ο εκδοτικός οίκος πιέζει για την ημερομηνία παράδοσης του βιβλίου. Όταν τελικά ο Κρίκ ανακαλύπτει ότι ο κεντρικός ήρωας στο μυθιστόρημα της Άιφελ είναι ο ίδιος, η τελευταία έχει ήδη εμπνευστεί τον τρόπο για να δώσει ένα τέλος...
Ο
Marc Forster μετά το ψυχολογικό θρίλλερ Stay, επιστρέφει με μια ακόμα ταινία μέσα στο 2006 που θα συζητηθεί. Πρώτο ζήτημα. Τι είδους ταινία είναι το «Πιο Παράξενο κι από Παράξενο»; Αισθηματική κομεντί, φανταστική κωμωδία, ή κοινωνικό δράμα; Όλα αυτά μαζί και τίποτε από αυτά. Μιλάμε για ένα παραμύθι, που συμπυκνώνει περισσότερες αλήθειες για τη ζωή από την ίδια τη ζωή. Δεύτερο ζήτημα. Τι είναι ο Χάρολντ Κρίκ; Ένας ευσυνείδητος εργαζόμενος, ή ένας μονομανής άνθρωπος; Όλα αυτά και κάτι περισσότερο. Ένας σύγχρονος αντιήρωας χαμένος μέσα σε μια μεγαλούπολη που ζει τη ζωή του όπως οι περισσότεροι άνθρωποι μέσα από μια αντιστροφή. Το μέσο, η εργαλειακή ορθολογικότητα έχει αναγορευτεί σε σκοπό, αντισταθμίζοντας έτσι την οριστική απώλεια προσωπικού νοήματος. Τώρα αν στη φετιχοποίηση των αριθμών, τη λογιστική αντιμετώπιση - αποτίμηση της ζωής, προσθέσετε την πάσης φύσης καταναλωτική μανία, έχετε μια πλήρη εικόνα του πρωτογενούς υλικού σχηματισμού των νευρώσεων που απειλούν τη ζωή των σύγχρονων αστών. Η νεωτερικότητα που ξεκινάει με το Διαφωτισμό και τη Γαλλική επανάσταση σαν ένα αίτημα ορθολογικής αυτονόμησης του ατόμου από κάθε λογής αυθεντία, φαίνεται να αυτοδιαλύεται μέσα στο φάντασμα της χρησιμοθηρικής πρόσληψης και αυτοπροβολής που η ίδια εξαπέλυσε. Γιατί αυτό ακριβώς υποκρύπτει το δίλλημα που αναδύεται καθώς η ταινία οδεύει προς το τέλος. Τι είναι πιο σημαντικό; Ένα αθάνατο έργο τέχνης, ή η ανθρώπινη ύπαρξη ως αυταξία; Ο Νίτσε, πιστός στον υπεράνθρωπό του θα απαντούσε σαφώς το πρώτο. Στην ταινία τώρα η απάντηση είναι ο άνθρωπος σαν λογικοσυναισθηματική οντότητα, που είναι σε θέση να αναγνωρίζει την απροϋπόθετη αξία που κρύβει ένα χαμόγελο, ένα αστείο, ένα χάδι, μια ζεστή αγκαλιά. Ο θεός των μικρών πραγμάτων είναι εδώ για να μας θυμίσει ότι η ζωή δεν είναι αναγκαστικά ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος όπου αυτό που κερδίζει κάποιος το χάνει κάποιος άλλος, καθώς και ότι η ευτυχία δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση τοποθετημένη σε ένα θολό αύριο, αλλά μια καθημερινή άσκηση συμπόρευσης. Για να ενεργοποιηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση δεν χρειάζεται να τεθεί το ερώτημα του θανάτου, όπως συμβαίνει με τον πρωταγωνιστή της ταινίας. Στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα μπορούμε να οδηγηθούμε και από άλλο δρόμο, το δρόμο του έρωτα. Η ερωτική μέθεξη για να θυμηθούμε αυτή την ποιητική έκφραση πλατωνικής προέλευσης, ερμηνευόμενη σαν επιθυμία γνώσης μπορεί να δώσει στον καθένα από εμάς τη χαμένη αίσθηση συμμετοχής σε κάτι που μας υπερβαίνει, χαλαρώνωντας λίγο το κυνήγι του ιδανικού εγώ που συνεχώς μας διαφεύγει.
Όπως θα καταλάβατε, δεν έχω καμμία διάθεση να προχωρήσω στη συνηθισμένη διαδικασία κριτικής αποτίμησης, ή ό,τι είναι αυτό που συνήθως επιχειρώ. Την ταινία αυτή τη λάτρεψα, γιατί με ταξίδεψε. Αυτό δεν είναι η τέχνη; Ένα ταξίδι με όχημα το ίδιο το έργο τέχνης και το πανανθρώπινο νόημα που φέρει; Εσείς τι λέτε;


Υ.Γ. Ξέχασα να αναφέρω έναν από τους πρωτεργάτες αυτής της προσπάθειας τον Zach Helm, ως τον άνθρωπο που υπογράφει το σενάριο.