Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιανουαρίου 20, 2008

ΣΕΜΝΗ & ΤΑΠΕΙΝΗ...ΗΓΕΜΟΝΙΑ


Αναγνωρίζω την «αντίσταση» στην αλλαγή που προβάλει οποιοδήποτε «Σύστημα». Αναλογίζομαι τη γεύση πολιτικοοικονομικού σκανδάλου που αφήνει η υπόθεση Ζαχόπουλου στη μιντιακή μας καθημερινότητα. Έχω υπόψη μου την ηθικολογική παρεκτροπή που λαμβάνει χώρα όταν η πολιτική επιχειρηματολογία απουσιάζει. Ενθυμούμαι το περίφημο σλόγκαν περί σεμνότητας και ταπεινότητας. Και αναρωτιέμαι...
Γιατί η πολιτική και ηθική θεμελίωση της κοινωνίας, που από την εποχή του ύστερου Μεσαίωνα έχει στραφεί στην αποτελεσματική θεσμική θωράκιση αντί για την επίκληση της αρετής των ατόμων - διαχειριστών της εξουσίας, προσκρούει συνεχώς στο απρόσβλητο τείχος της νεοελληνικής πραγματικότητας;
Νομίζω ότι έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε μαζί τη σκέψη δύο από τους σημαντικότερους Ιταλούς πολιτικούς στοχαστές εκείνης της περιόδου του Μαρσίλιου της Πάδουας και του Μπάρτολου του Σαξοφεράτου. Τόσο ο Μπάρτολος όσο και ο Μαρσίλιος υποστηρίζουν ότι η καταλληλότερη μορφή εξουσίας είναι πάντοτε ένα καθεστώς στο οποίο η δικαιοδοσία της πόλης παραμένει στα χέρια του λαού στο σύνολό του. Από τη στιγμή που ο λαός αποφασίζει να παραχωρήσει, για λόγους ευκολίας, την κυρίαρχη εξουσία του σε ένα «ηγεμονεύον μέρος» το οποίο την ασκεί για λογαριασμό του ανακύπτει ένα σημείο τριβής που λαμβάνει τη μορφή ενός ερωτήματος. «Πώς διασφαλίζονται οι πράξεις του «ηγεμονεύοντος μέρους» που ασκεί την πραγματική διακυβέρνηση έτσι ώστε να τελούν υπό τον τελικό έλεγχο και σύμφωνα με τα συμφέροντα του κυρίαρχου λαϊκού σώματος;» Και οι δυο απαντούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, θέτοντας τρεις βασικούς περιορισμούς σε κάθε ηγεμόνα και κρατικό λειτουργό, προκειμένου να τον εμποδίσουν να παραβιάσει τη λαϊκή βούληση. Ο πρώτος συνοψίζεται από τον Μαρσίλιο στη φράση ότι «για την επάρκεια της πολιτικής ζωής είναι απολύτως προτιμότερο για την πολιτεία ο κάθε μονάρχης να μην ορίζεται με κληρονομική διαδοχή». Ο δεύτερος αφορά στη διασφάλιση των πολιτικών αποφάσεων οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με το νόμο και όχι να εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε κριτή. Ο τρίτος παίρνει τη μορφή ενός σύνθετου συστήματος ελέγχων οι οποίοι επιβάλλονται σε όλους τους αξιωματούχους και τα κυβερνητικά συμβούλια προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι θα εξακολουθούν να ανταποκρίνονται στις επιθυμίες των πολιτών που τους εξέλεξαν.
Εφόσον δεν ισχύουν οι παραπάνω περιορισμοί τότε επισυμβαίνει αυτό που είχε υιοθετήσει ο Ακινάτης στη «Σύνοψη Θεολογίας» ότι δηλαδή καθώς ο λαός απαρνείται την κυριαρχία του με την πράξη της θεσμοθέτησης μια κυβέρνησης τότε όλοι οι ηγεμόνες σαν γνήσιοι κυρίαρχοι εμφανίζονται αποδεσμευμένοι από οποιαδήποτε υποχρέωση υπακοής στους διατυπωμένους νόμους.
Έτσι λοιπόν από τη στιγμή που, για να επανέλθουμε στο σήμερα, έχουμε αποδεχτεί σαν «φυσική», περίπου, διαδικασία την κληρονομική διαιώνιση πολιτικών προνομίων, την πολυνομία που επιτρέπει την κατά το δοκούν νομολογική ερμηνεία και την αντικατάσταση ενός «ικανού» συστήματος ελέγχου της εξουσίας από ηθικολογικές προτροπές ανοίγουμε μόνοι μας το δρόμο εκτροπής των κυβερνητικών αξιωματούχων σε ηγεμόνες...
ΥΓ. Τα Μ.Μ.Ε. δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στο ρόλο του ικανοποιητικού ελέγχου της εξουσίας από τη στιγμή που έχουν αποκλειστικά στραμμένη την προσοχή τους στην οικονομική τους επιβίωση με αποτέλεσμα να αναδεικνύουν ή να καταποντίζουν, αντίστοιχα, θέματα ανάλογα με τα ιδιοτελή τους συμφέροντα.

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2007

Η ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ

Σήμερα, και σε συνέχεια προηγούμενου post, θα ασχοληθώ με την Φιλελεύθερη εκδοχή της έννοιας της ισότητας. Μιλώ φυσικά για την περίφημη «Θεωρία της Δικαιοσύνης» του καθηγητή πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ John Rawls. Η καθοδηγητική ιδέα, κατά το πρότυπο του Κοινωνικού Συμβολαίου, αφορά στις αρχές δικαιοσύνης, τις οποίες θα αποδέχονταν σε μια αρχική κατάσταση ισότητας, ελεύθερα και έλλογα πρόσωπα, μεριμνώντας για την προαγωγή των συμφερόντων τους.
Στα πλαίσια αυτά η «Θεωρία της Δικαιοσύνης» ως ακριβοδικία περιλαμβάνει δυο βασικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη, κάθε πρόσωπο πρέπει να έχει ίσο δικαίωμα στο πιο εκτενές συνολικό σύστημα βασικών ελευθεριών. Σημαντικότερες ανάμεσά τους είναι η πολιτική ελευθερία, η ελευθερία του λόγου και του συνέρχεσθαι, η ελευθερία της συνείδησης και η ελευθερία της σκέψης, η προσωπική ελευθερία και το δικαίωμα κατοχής ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τη δεύτερη αρχή, κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες πρέπει να ρυθμίζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποβαίνουν προς όφελος των λιγότερων ευνοημένων και να συνδέονται με αξιώματα και θέσεις ανοιχτές σε όλους, υπό συνθήκες ακριβοδίκαιης ισότητας ευκαιριών. Οι αρχές της δικαιοσύνης ιεραρχούνται κατά λεξικογραφική σειρά με την πρώτη να προτάσσεται της δεύτερης. Δηλαδή παραβιάσεις των βασικών ίσων ελευθεριών που προστατεύονται από την πρώτη αρχή δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε να αντισταθμιστούν από μεγαλύτερα κοινωνικά και οικονομικά οφέλη.
Εδώ χρειάζεται να κάνω μια διευκρίνηση. Στο Φιλελεύθερο οικοδόμημα δίπλα στην έννοια της ελευθερίας υπάρχει η έννοια της δίκαιης ανταμοιβής, με βάση την οποία δικαιολογούνται οι ανισότητες σαν απαραίτητα συστατικά στοιχεία για την πραγματοποίηση κοινωνικής βελτίωσης και προόδου. Η Ρωλσιανή θεωρία έρχεται να ανατρέψει αυτή τη συντηρητική αντίληψη προτείνοντας τη Δημοκρατική ισότητα στη θέση της Φυσικής ελευθερίας και της Φιλελεύθερης ισότητας. Τί σημαίνει αυτό;
Το σύστημα της Φυσικής ελευθερίας περιλαμβάνει μια τυπική ισότητα ευκαιριών με την έννοια ότι όλοι διατηρούν νομικά δικαιώματα πρόσβασης σε προνομιακές κοινωνικές θέσεις, χωρίς όμως να καταβάλλεται προσπάθεια για τη διατήρηση της ισότητας ή της ομοιότητας των κοινωνικών συνθηκών. Με τον τρόπο αυτό καταστρατηγείται η έννοια της δίκαιης ανταμοιβής εφόσον διαιωνίζεται η υφιστάμενη ανισότητα που απορρέει από το κληρονομημένο εισόδημα και την κοινωνική θέση. Η Φιλελεύθερη ερμηνεία επιδιώκοντας να μετριάσει την επιρροή των κοινωνικών συγκυριών προσθέτει στο προαπαιτούμενο της ανοιχτής σταδιοδρομίας την περαιτέρω συνθήκη της ακριβοδίκαιης ισότητας των ευκαιριών, δηλαδή τον κατάλληλο σχεδιασμό του εκπαιδευτικού συστήματος έτσι ώστε να αντισταθμίζονται οι ταξικοί φραγμοί. Η Φιλελεύθερη ερμηνεία εξακολουθεί να φαντάζει ελαττωματική στο βαθμό που η φυσική ικανότητα δεν αποτελεί παρά προϊόν τυχαιότητας για να αξιώνει ανταμοιβή. Καθώς η φυσική κατανομή προσόντων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί δίκαιη ή άδικη, δίκαιος ή άδικος είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται ζητήματα αυτής της μορφής από τους θεσμούς. Έτσι η Δημοκρατική ερμηνεία, η οποία προκύπτει από το συνδυασμό της αρχής της ακριβοδίκαιης ισότητας των ευκαιριών με την αρχή της Διαφοράς, δηλαδή της δικαιολόγησης της ανισότητας στο βαθμό που αποβαίνει προς όφελος αυτών που βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση, έρχεται να καλύψει το κενό της άδικης θεσμικής αντιμετώπισης.
Ρυθμίζοντας τις ανισότητες με τρόπο που να λειτουργούν υπέρ του αμοιβαίου οφέλους και απέχοντας από την εκμετάλλευση τυχαίων φυσικών γεγονότων και κοινωνικών περιστάσεων, στο πλαίσιο των ίσων ευκαιριών, τα άτομα εκφράζουν το σεβασμό που αισθάνονται για τους άλλους και ταυτόχρονα τον αυτοσεβασμό τους. Έτσι, βάση του αυτοσεβασμού σε μια δίκαιη κοινωνία δε συνιστά το εισόδημα του καθενός, αλλά η δημόσια επιβεβαίωση της ισότιμης θέσης των πολιτών. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή την αντιμετώπιση των συνανθρώπων όχι ως μέσων αλλά ως αυτοσκοπών, γίνεται περισσότερο αποτελεσματική η κοινωνική συνεργασία και αυξάνεται η αίσθηση της κοινωνικής συνοχής.
Ακούγονται ουτοπικά όλα αυτά;

ΥΓ. Η «Θεωρία της Δικαιοσύνης» εκδόθηκε στις Η.Π.Α. το 1971 και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «ΠΟΛΙΣ» μόλις το 2001.

Τετάρτη, Μαΐου 30, 2007

ΔΕΞΙΑ & ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Η δυσανάγνωστη ηλεκτρονική μου διεύθυνση οφείλει την ονομασία της στο βιβλίο του Νορμπέρτο Μπόμπιο «Δεξιά & Αριστερά». Εκεί ο Ιταλός διανοούμενος της Αριστεράς και καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας καταδεικνύει ότι η διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς όχι μόνο εξακολουθεί να έχει νόημα, αλλά αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την κριτική κατανόηση των σύγχρονων κοινωνικοπολιτικών διακυβευμάτων. Εφόσον η κοινωνία προσλαμβάνεται ως καταστατικά άνιση, η αντιπαράθεση Δεξιάς και Αριστεράς εξακολουθεί να συνοψίζει τις αντίπαλες αντιλήψεις για την ισότητα, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη.
Αντιγράφω από την εισαγωγή του καθηγητή Κωνσταντίνου Τσουκαλά στο παραπάνω βιβλίο. «Η αποφασιστικότερη και προφανέστερη μεταβολή του αξιακού ορίζοντα της μεταπολεμικής κοινωνίας αφορά στην ασυγκράτητη εισβολή του παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης. Ο διάχυτος διεθνής ανταγωνισμός των δεικτών, των αριθμών και των επιδόσεων απηχούν την ευρύτερη αναπτυξιακή συναίνεση που μας περιβάλλει από όλες τις μεριές. Η σχετική ευημερία όχι μόνο δε σίγασε την αναπτυξιακή και καταναλωτική δίψα αλλά την εγκατέστησε στο επίκεντρο του τρέχοντος κοινωνικού και πολιτικού φαντασιακού. Όλα συμβαίνουν σαν να υπάρχουμε, να σχεδιάζουμε, να αξιολογούμε και να ζούμε αποκλειστικά και μόνο προς χάρην της ανάπτυξης. Ο μείζων ιδεολογικός αποπροσανατολισμός της Αριστεράς έγκειται στο γεγονός ότι το διακύβευμα της ανάπτυξης στοιχειοθετείται με βάση την παραδοχή ότι, από ένα σημείο και πέρα, ο ανακατανεμητικός κρατικός παρεμβατισμός λειτουργεί ανασχετικά ως προς την επίτευξη υψηλών ρυθμών αύξησης της παραγωγής και της παραγωγικότητας ενώ ταυτόχρονα υποσκάπτει τη διεθνή ανταγωνιστική θέση της χώρας. Έτσι η έννοια της προόδου έχει καταλήξει να είναι περίπου συνώνυμη με τη μετρήσιμη οικονομική διόγκωση. Όταν λοιπόν το μέτωπο της ανισότητας αντιμετωπίζεται ως επικουρικό σε σχέση με την οικουμενική αξία της οικονομικής ανάπτυξης το κοινωνικοπολιτικό διακύβευμα γίνεται ολοένα και αχνότερο».
Στο σημείο αυτό κρίνω απαραίτητο να ανοίξω μια παρένθεση σχετικά με την έννοια της ισότητας, η οποία σε καμμία περίπτωση δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον εξισωτισμό, δηλαδή της ισότητας «όλων σε όλα». Οι φυσικές ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων είναι υπαρκτές και αδύνατο να εξαλειφθούν στο μεγαλύτερο μέρος τους. Οι κοινωνικές ανισότητες είναι επίσης υπαρκτές και πολλές από αυτές είναι δυνατόν να αμβλυνθούν, να αποθαρυνθούν, ή ακόμα και να εξαλειφθούν. Ο οπαδός της ισότητας ξεκινά από την πεποίθηση ότι το μεγαλύτερο μέρος των ανισοτήτων είναι κοινωνικές και θα πρέπει να εξαλειφθούν προς χάρην της κοινωνικής συναίνεσης. Αντίστοιχα ο οπαδός της ανισότητας ξεκινά από την πεποίθηση ότι οι ανισότητες είναι φυσικές, επομένως μη εξαλείψιμες, και επιθυμητές στο βαθμό που προάγουν την οικονομική ανάπτυξη. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι κάθε διεύρυνση της δημόσιας σφαίρας για λόγους άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων περιορίζει την ελευθερία επιλογής στην ιδιωτική σφαίρα. Όμως η ιδιωτική ελευθερία των πλουσίων είναι εξαιρετικά πιο ευρεία από την ιδιωτική ελευθερία των φτωχών. Ο πλούσιος χάνει μια ελευθερία την οποία απολαμβάνει, ενώ ο φτωχός μια δυνητική ελευθερία.
Καταλήγω. Αντί η ισότητα να προάγεται μόνο στο μέτρο που είναι συμβατή με την ανάπτυξη θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι η τελευταία θα πρέπει να βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με την αλληλεγγύη, την κοινωνική δικαιοσύνη και τελικά την προάσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αυτό το τελευταίο δεν ήταν άλλωστε το βασικό ηθικό αίτημα της νεωτερικής εποχής;

ΥΓ. Καθώς το «φάντασμα» της έλλογης και δίκαιης σύνθεσης της ελευθερίας και της ισότητας εξακολουθεί να μας στοιχειώνει, και για να μη θεωρηθεί ότι το ζήτημα της ισότητας μονοπωλείται από την Αριστερή ιδεολογία, επιφυλλάσομαι να μιλήσω σε επόμενο post για τη Φιλελεύθερη οπτική πάνω στο ίδιο ζήτημα.