Γειά μου αντέτεινε κουρασμένα καθώς τον πλησίασα. Κολυμπώντας μέχρι το σπίτι του, διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας στην ακροθαλασσιά, όπως παλιά. Τα μάτια του θολά, το κορμί βαρύ και άχαρο. Κάποτε ζωγράφιζε, τα τελευταία χρόνια αγιογραφίες. Σήμερα περιφέρεται στους διαδρόμους του μυαλού του προσπαθώντας να ξετυλίξει το κουβάρι μιας ματαιωμένης αισθαντικότητας. Άσκοπα, όπως φαίνεται...
Μιλήσαμε λίγο τυπικά και καταλήξαμε, σε μια τελευταία προσπάθεια να βρούμε έναν κοινό οδηγητικό μίτο, στο Τότε. Στα εφηβικά καλοκαίρια που περνούσαμε μαζί. Μια ατέλειωτη, ανέμελη παρέα που ενωνόμασταν κάτω από τον ήλιο και τη θάλασσα του Ξυλοκάστρου. Εκεί το βλέμμα του, το κουρασμένο βλέμμα του σήμερα, φωτίστηκε. Και έπιασε να με ταξιδεύει με ένα παλλόμενο ηχόχρωμα στο ζωηρό κοινό μας χτες. Τότε που οι στιγμές φάνταζαν σαν μια αιώνια κατάφαση. Τότε που η γνώση αντηχούσε χαρούμενη. Τότε που αισθανόμασταν γεμάτοι από επιθυμίες. Τότε που τα «πρέπει» ήταν ακριβώς όσα έπρεπε να είναι.
Όταν έφτασε η ώρα του αποχωρισμού, με χτύπησε απαλά στο ώμο και μου ψιθύρισε τρυφερά. «Γειά σου παντοτινέ μου φίλε».
Καθώς ηχεί ακόμα η φράση του στ’ αυτιά μου αναρωτιέμαι: ποιός είχε μεγαλύτερη ανάγκη αυτό το «ταξίδι»; Εκείνος ή εγώ;