Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2007

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ...ΕΝΑ ΟΝΟΜΑ...ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ


Με αφορμή την αναζωπύρωση της συζήτησης σχετικά με την ονομασία της γείτονος Χώρας που έχει καταχωρηθεί στο συλλογικό εθνικό υποσυνείδητο ως Σκόπια και φέρει την επίσημη ονομασία Π.Γ.Δ.Μ. θα επιχειρήσω μια σύντομη ιστορική αναδρομή.
Ο γεωγραφικός πυρήνας της χώρας των Μακεδόνων στους ιστορικούς χρόνους (με τη στενότερη έννοια του ονόματος, δηλαδή εκείνου του φύλου που το κυβερνούσαν εξαρχής οι Αργεάδες) βρισκόταν βορείως του Ολύμπου, στην Πιερία και στις γειτονικές περιοχές. Συγγενικά φύλα, όπως οι Ορέστες και οι Λυγκηστές ζούσαν στα βουνά και τις ορεινές κοιλάδες κυρίως δυτικότερα και βορειότερα (στη λεγόμενη Άνω Μακεδονία) διατηρώντας τις δικές τους παραδόσεις και έχοντας τις δικές τους δυναστείες. Δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι ήταν όλοι ενωμένοι απέναντι στα γειτονικά και εν μέρει συγγενικά φύλα της Ηπείρου, της Ιλλυρίας και της Θράκης. Αντίθετα το χάσμα ανάμεσα στην «Κάτω» και την «Άνω» Μακεδονία ήταν αρκετά βαθύ και αισθητό έως και την ελληνιστική εποχή. Μολονότι η διάλεκτος των Μακεδόνων θεωρείται παρακλάδι της ελληνικής, συγγενές προς τη Θεσσαλική, δεν αναγνωρίζονταν από τους Έλληνες της Προκλασσικής και της Κλασσικής εποχής ως όμοιοι.
Οι διαφορές εντοπίζονται, κατά κύριο λόγο, στην κοινωνικοοικονομική οργάνωση και τον τρόπο ζωής. Το βιοτικό επίπεδο των Μακεδόνων αν συγκριθεί με των Ελλήνων είχε σαφώς αρχαϊκά χαρακτηριστικά. Η οικονομία που ήταν ακόμα σχεδόν εξολοκλήρου αγροτική στηριζόταν κυρίως στην κτηνοτροφία και το κυνήγι. Αυτό όμως που διέφερε ριζικά ήταν η κοινωνική και πολιτική οργάνωση, αφού στη Μακεδονία έλειπε το στοιχείο εκείνο που ήταν βασικό για τους έλληνες, η Πόλις. Αντίθετα στη Μακεδονία υπήρχαν διάσπαρτα φύλα υπό την εξουσία ισχυρών ευγενών που πολεμούσαν ως έφιπποι. Το στρατιωτικό σώμα συμπλήρωναν ελεύθεροι άνδρες, οι οποίοι μάχονταν πεζή οπλισμένοι με περικεφαλαία και λόγχη. Επικεφαλής του συνόλου βρισκόταν ένας βασιλιάς που μάλλον είχε τα χαρακτηριστικά του φύλαρχου. Ξεχώριζε κυρίως χάρη στην καταγωγή του από τη δυναστεία των Αργεάδων, πρόγονος της οποίας θεωρούνταν ο μυθικός ήρωας Ηρακλής. Η γενεαλογική αυτή νομιμοποίηση έπρεπε να επικαιροποιείται διαρκώς στο πεδίο της μάχης, εκεί όπου η ανδρεία αναγνωριζόταν ως η υπέρτατη αρετή.
Κατά τη βασιλεία του Αλέξανδρου του Α΄ (πέθανε γύρω στο 454 π.Χ.) και αφού έχουν μεσολαβήσει οι ελληνικές νίκες στο Μαραθώνα, τη Σαλαμίνα και τις Πλαταιές η Μακεδονική πολιτική προσανατολίζεται προς τον ελληνικό κόσμο. Η στροφή αυτή γίνεται περισσότερο αποφασιστική κατά τη βασιλεία του Αρχέλαου (413-399 π.Χ.), ο οποίος όχι μόνο αρχίζει να επεμβαίνει στις υποθέσεις της γειτονικής Θεσσαλίας αλλά και ισχυροποιεί τη βασιλεία του ιδρύοντας νέα πρωτεύουσα, την Πέλλα, στην οποία συγκεντρώνεται πια το σύνολο των ευγενών, κατά τα πρότυπα του ελληνικού αστικού βίου. Μετά τη μεσολάβηση μιας περιόδου παρακμής ακολουθεί μια πρωτοφανής επεκτατική άνθηση επί Φιλίππου του Β΄, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο ιστορικός αυτός κύκλος ολοκληρώνεται με τη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. και τη σύναψη συμμαχίας από την πλευρά του Φιλίππου με όλα τα ελληνικά κράτη πλην της Σπάρτης.
Από το σημείο αυτό η Μακεδονική ιστορία είναι άρρηκτα δεμένη με την αντίστοιχη ελληνική.
ΥΓ1. Τα αναφερόμενα στοιχεία παρατίθενται στο βιβλίο του Hans Joachim Gehrke «Ιστορία του Ελληνιστικού κόσμου».
ΥΓ2. Οι ιστορικές προκλήσεις δεν αντιμετωπίζονται με την ψυχαναγκαστική προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά με τη νηφάλια επεξεργασία των σύγχρονων δεδομένων και συσχετισμών.

Πέμπτη, Μαρτίου 29, 2007

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Τον τελευταίο καιρό διαδραματίζονται ορισμένα γεγονότα με σημείο αναφοράς την ελληνική ιστορία, ερήμην της. Τις διαμαρτυρίες που οργανώνονται με αφορμή τις παραλείψεις στην ύλη του νέου βιβλίου ιστορίας της ΣΤ Δημοτικού από τους γνωστούς εκκλησιαστικούς αλλά και πολιτικούς κύκλους όπου ξεχωρίζει η συμμετοχή έκπληξη του Κ.Κ.Ε., ακολουθεί το κάψιμο του εν λόγω βιβλίου στο Σύνταγμα από Χρυσαυγίτες, την προηγούμενη του εορτασμού της 25ης Μαρτίου. Έχοντας κατά νου ότι όσο περισσότερο προσπαθούμε να προσπεράσουμε την πραγματικότητα τόσο σκοντάφτουμε πάνω της αποφάσισα να καταθέσω και εγώ τον οβολό μου επί του θέματος.
Καταρχήν ξεκινώ από την αξιωματική θέση ότι απέναντι στην επιστημονική έρευνα υπάρχουμε γυμνοί. Εδώ δε χωρούν απριορικοί προσδιορισμοί. Αν προσπαθήσουμε να τηρήσουμε αυτή την αρχή και μελετήσουμε λίγο θα διαπιστώσουμε ότι η ελληνική επανάσταση του 1821 είναι απόρροια του Διαφωτιστικού κινήματος που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη κατά τον 18ο αι. και των συνακόλουθων συλλογικών αιτημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης και λαϊκής κυριαρχίας. Τις διαφωτιστικές αυτές ιδέες οικειοποιήθηκε μια ακμάζουσα ελληνική, εμπορική κυρίως αλλά και βιοτεχνική αστική τάξη που αισθάνθηκε αρκετά δυνατή ώστε να διεκδικήσει τη συμμετοχή της στη διεύθυνση των εθνικών υποθέσεων. Στην ανοδική της πορεία η τάξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τους εκπροσώπους των μεσαιωνικών δομών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στις οποίες περιλαμβάνονται η Εκκλησία, οι Φαναριώτες και οι πρόκριτοι, δηλαδή οι μέχρι τότε ηγετικές ομάδες του ελληνισμού. Εξαιρέσεις σαφώς και υπάρχουν. Όμως αυτό το βασικό συγκρουσιακό σχήμα είναι που οδηγεί στη δημιουργία μιας επαναστατικής εθνικής ιδεολογίας και συντελεί στην παγίωση της εθνικής συνείδησης από μια μεγάλη μερίδα της αστικής τάξης. Όσον αφορά στο θεσμικό όργανο της εκκλησίας έχουμε να παρατηρήσουμε ότι βρίσκεται αντιμέτωπη ευθύς εξαρχής στο ρεύμα του Διαφωτισμού που το θεωρεί επικίνδυνο για την χριστιανική πίστη. Η επίσημη στάση της κατά την περίοδο που ακολουθεί τη Γαλλική επανάσταση συνοψίζεται στην περίφημη «Πατρική Διδασκαλία» που εκδίδει το Πατριαρχείο και στην οποία καταδικάζονται οι ιδέες που υιοθετούν τα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα. Στην
«Πατρική Διδασκαλία» απαντούν οι επαναστατικοί κύκλοι με την «Αδελφική Διδασκαλία» γραμμένη από τον Κοραή.
Αφού αποσαφηνίσουμε λοιπόν ότι οι υποκινητές της ελληνικής επανάστασης του 1821 έχουν ονοματεπώνυμο, ας επανέλθουμε στο σήμερα και ας αναγνωρίσουμε, χωρίς κατ’ ανάγκην να είμαστε εχθροί του ελληνισμού, ότι η έννοια της εθνικής ταυτότητας ιδιαίτερα στα σημερινά παγκοσμιοποιημένα χωροχρονικά δεδομένα απαιτεί άμεσο επαναπροσδιορισμό αν επιθυμεί να παραμείνει ζωντανή.
Δανείζομαι, κλείνοντας, την εισαγωγική επισήμανση από το βιβλίο του Στέλιου Ράμφου «Ο Καημό του Ενός». «Η ελληνική κοινωνία διέρχεται μια οξεία κρίση ταυτότητας. Ο Έλληνας έχει ανάγκη απο στερεότυπα, αναζητώντας στο είδωλο της ταυτότητας ένα μέσον αποκλεισμού του διαφορετικού. Ο ετεροπροσδιορισμός θέτει υπό αμφισβήτηση την εικόνα περί μοναδικότητας του εθνικού μας εαυτού και γίνεται επίφοβη. Είναι αναγκαίο, για να διαμορφώσει ο Έλληνας τη δική του απάντηση στο ερώτημα της ταυτότητας να έρθει σε απόσταση από τα στερεότυπα, να στραφεί μέσα του και να δει με τα μάτια του τον εαυτό του».