Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκειολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκειολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Απριλίου 12, 2007

ΤΟ ΔΙΛΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Με το παρόν post ολοκληρώνω τη θρησκειολογική αναφορά που ξεκίνησε με αφορμή τον εορτασμό του Πάσχα μέσα από μια σύνοψη των εναλλακτικών δρόμων που μπορεί ν' ακολουθήσει η Χριστιανική εκκλησία στην προσπάθειά της ν' αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του σήμερα. Εδώ οφείλω να κάνω μια διευκρινιστική παρένθεση θέτοντας επιγραμματικά τις βασικές προκείμενες στις οποίες εδράζεται το σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κοινωνικό μοντέλο, φιλελεύθερου τύπου καθώς και των θρησκειολογικών απορροών του. Ο σύγχρονος Δυτικός κόσμος, που οριοθετείτε ιστορικά από το κίνημα του Γαλλικού Διαφωτισμού με προδρομική αναφορά στην Ιταλική Αναγέννηση, οργανώνεται γύρω από δυο βασικά αιτήματα: την εκκοσμίκευση και την εξατομίκευση, δηλαδή την απελευθέρωση του ανθρώπου από τις αυθεντίες της θρησκείας και της μοναρχίας. Στα πλαίσια αυτά η χριστιανική Εκκλησία γενικά, και η ορθόδοξη εκκλησία ιδιαίτερα για λόγους κυρίως ιστορικούς, αντιμετωπίζουν το αίτημα της οργανικής τους ενσωμάτωσης σε έναν μεταχριστιανικό και όχι αντιχριστιανικό κόσμο υιοθετώντας συντηρητικές, κατά το μάλλον, προνεωτερικές πρακτικές. Εφόσον δηλαδή η εκκλησία αντιλαμβάνεται ότι έχει απωλέσει το πρωτείο ερμηνείας του κόσμου θεολογικά, προβαίνει σε μια συντηρητική αναδίπλωση που εκδηλώνεται σαν δογματική προσκόλληση στο τυπικό και πεισματική αντίδραση σε κάθε ανανεωτική προσπάθεια. Αυτό πραγματοποιείται μέσα από την επιστροφή σε μεσαιωνικά πρότυπα υπαγωγής του χρόνου στο χώρο παγιοποιώντας μια εκδοχή του απολεσθέντος προνεωτερικού παραδείσου, στον οποίο πρέπει να επανέλθουμε αν θέλουμε να σωθούμε. Όμως αυτή η συνολική προσπάθεια δαιμονοποίησης της επελαύνουσας παγκοσμιοποίησης μέσα από την εναγώνια επικέντρωση σε συγκεκριμένα, διαφορετικά κατά περίπτωση, πρόσωπα που απεργάζονται τον αφανισμό της θρησκευτικής παράδοσης, πέφτει στο κενό καθώς ο νεωτερικός άνθρωπος δεν περιορίζεται πια χωρικά αλλά χρονίζει την ύπαρξή του αιτούμενος μια προσωπική, ευδαιμονική παρουσία μέσα στον κόσμο. Και για να γίνω περισσότερο κατανοητός σκεφτείτε τις δυνατότητες χωρικής αποστασιοποίησης που προσφέρουν οι σύγχρονες τεχνολογίες επικοινωνιών και πληροφορικής, του διαδικτυακού ου-τόπου συμπεριλαμβανομένου. Στους αντίποδες αυτής της αμυντικής προσήλωσης τοποθετείται, ως η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, η επιθετικότητα του μοντερνισμού που βρίσκει εκφραστές και μέσα στο σώμα της Δυτικής κυρίως εκκλησίας. Στο κέντρο της λογικής του βρίσκεται η άκριτη εκκοσμίκευση του θρησκευτικού βιώματος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αναφορικότητα του πιστού, η συμ-μετοχή και η επι-κοινωνία, κυρίως στην ορθόδοξη εκδοχή τους.
Πέρα όμως από τον προνεωτερικό και τον νεωτερικό - διαφωτιστικό τρόπο κοσμοαντίληψης υπάρχει ο μετανεωτερικός τρόπος που εκδηλώνεται σαν νηφάλιος κριτικισμός. Καθώς η χριστιανική εκκλησία δεν ορίζεται «εκ του κόσμου», αλλά υπάρχει πάντοτε «εν τω κόσμω», με την έννοια ότι η ταυτότητά της είναι αναφορική, δηλαδή υπάρχει και ενεργεί για τον Άλλο, απαιτείται ένα ιδεολογικό ξεκαθάρισμα έτσι ώστε να αναδειχτεί το σημείο σύγκλισης μεταξύ προαναγεννησιακού και μετααναγεννησιακού κοσμοειδώλου. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να ανατρέξουμε στην Ορθόδοξη μεσαιωνική χριστιανική παράδοση και να ανασύρουμε την οντολογική κατηγορία του Προσώπου όπως την συνέλαβαν οι Πατέρες της Ανατολικής εκκλησίας και την επεξεργάστηκαν ο ιερομόναχος Λεόντειος Βυζάντιος και ο Μάξιμος Ομολογητής, να την επικαιροποιήσουμε και να την προτάξουμε απέναντι στην ατελή Δυτική ατομοκρατία. Ο άνθρωπος δεν είναι το ακοινώνητο Άτομο των νέων χρόνων που ομφαλοσκοπεί στην δική του ευδαιμονία. Η, έτσι και αλλιώς, κουτσουρεμένη, από την αυτοαναφορική, φιλελεύθερη προσήλωση στην ατομική ευημερία, έννοια της ελευθερίας παραμένει ατελής εφόσον δεν συνυπάρχει με την αγάπη, δηλαδή την επι-κοινωνία και τη συμ-μετοχή στον Άλλο (συνάνθρωπος, κόσμος, Θεός). Αυτή ακριβώς την πληρέστερη έννοια μας παρέχει το Πρόσωπο, δηλαδή ο άνθρωπος όχι πια σαν κλειστή αναφορικότητα αλλά σαν δυνατότητα εκστατικής υπέρβασης, σαν δημιουργική ανοικτότητα στην ολότητα.

ΥΓ. Για μια πληρέστερη παράθεση των θρησκειολογικών διαφορών μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής χριστιανικής εκκλησίας, των κοινωνικών τους επακόλουθων καθώς και φιλοσοφικοθεολογικών εξελίξεων στον 20ο αι. μπορείτε να ανατρέξετε στο βιβλίο του Μάριου Μπέζγου «Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία της Θρησκείας». Για μια φιλοσοφικοιστορική παρουσίαση της εξατομικευτικής πορείας στην καθ’ημάς Ανατολή από την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι τις μέρες μας μπορείτε να ανατρέξετε στο εξαιρετικό βιβλίο του Στέλιου Ράμφου «Ο Καημός του Ενός», που δυστυχώς η ελλαδική εκκλησία αγνόησε παντελώς.

Παρασκευή, Απριλίου 06, 2007

ΑΝ ΤΟ ΠΑΣΧΑ...


Αν το Πάσχα δε γιορτάζαμε τη νίκη ενάντια στο θάνατο σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Απόστολος των εθνών Παύλος, σοφά ποιών όπως φαίνεται από την ανάπτυξη και κοινωνική επιρροή που άσκησε ο Χριστιανισμός ανά τους αιώνες, στην επιστολή του προς Κορινθίους «Αν δε ο Χριστός κηρύττεται ότι αναστήθηκε εκ νεκρών πώς λέγουν ορισμένοι μεταξύ σας ότι δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών; Και αν δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών, ούτε ο Χριστός αναστήθηκε. Και αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε είναι μάταιο το κήρυγμά μας, μάταιη δε και η πίστη σας…». Αν το Πάσχα ήταν η γιορτή της αγαπητικής συνεύρεσης τότε ίσως…
Οι εκκλησίες μας δεν θα ήταν χώροι επιβολής μυστικών, φυλαγμένων από τους πολλούς, πετρωμένων δογματικών επιταγών αλλά ζωντανές ανθρώπινες σχέσεις. Οι άνθρωποι δε θα περιαυτολογούσαμε συνεχώς τοκίζοντας στο επέκεινα, το κεφάλαιο της επίγειας ευημερίας μας. Δεν θα καταδικάζαμε τους φτωχούς, κυρίως αγρότες, του Τρίτου κόσμου σε αιώνια ανέχεια εξαιτίας της συνεχιζόμενης πολιτικής των επιδοτήσεων σε αγροτικά προϊόντα του Πρώτου Κόσμου. Θα υμνολογούσαμε μαζί με τα Μ.Μ.Ε. πρωτοβουλίες όπως αυτή του
Muhammad Yunus ιδρυτή της Τράπεζας που δανειοδοτεί τους φτωχούς και όχι τα θαμπά, ετερόφωτα αστεράκια της showbiz. Δεν θα χρειαζόμασταν τα κλειστά σύνορα που οριοθετούν τον κόσμο της ευημερίας απέναντι «στης γης τους κολασμένους». Θα εργαζόμασταν ευσυνείδητα, παράλληλα με την προσωπική μας ευημερία, για την ύπαρξη ενός υγιούς κράτους Πρόνοιας, εξασφαλίζοντας συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης για τους λιγότερο ευνοημένους ή ικανούς αν θέλετε συμπολίτες μας. Δεν θα χρειαζόταν να καταφεύγουμε επομένως στην απαράδεκτη πράξη της φιλανθρωπίας, που νομιμοποιεί ηθικά αυτόν που δίνει στη σχέση του με αυτόν που λαμβάνει υποσκάπτοντας την προσπάθεια προσωπικής αυτονόμησης. Θα ενδιαφερόμασταν ουσιαστικά για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, αυτής της αιώνιας μητέρας που μας φιλοξενεί στην αγκαλιά της. Θα οικοδομούσαμε πραγματικές σχέσεις χωρίς να επιδεικνύουμε συνεχώς την αυτάρεσκη μικρότητά μας. Κι αν όλα τα παραπάνω μας φαίνονταν ιδιαίτερα περίπλοκα θα φροντίζαμε να ξεκινάμε τη μέρα μας με ένα χαμόγελο και μια ζεστή καλημέρα.
Όλα αυτά τα ΘΑ…αν γονιμοποιούσαμε το σπόρο της επίγειας περιπέτειας του Ιησού και αντιλαμβανόμασταν την αγάπη σαν ένα μέσο διάνοιξης του Εγώ στο
Εσύ χωρίς να το αναιρούμε. ΑΝ….αντιλαμβανόμασταν την ανθρώπινη περιπέτεια, όχι σαν ατομική πράξη κυριαρχικής επιβολής αλλά σαν συλλογική συμπόρευση, στην οποία ολοκληρώνεται η προσωπική μας ταυτότητα. ΚΑΛΗ ΑΝΑΤΑΣΗ!!

Τετάρτη, Απριλίου 04, 2007

ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΔΟΓΜΑ


Με αφορμή τη Μεγάλη Εβδομάδα και τον εορτασμό της Ανάστασης συνεχίζω την προσπάθεια που ξεκίνησα στο προηγούμενο post και αφορά στην κατανόηση της ιστορικής ανάπτυξης της Χριστιανικής σκέψης. Σήμερα λοιπόν θα ασχοληθώ με τις επτά Οικουμενικές Συνόδους στις οποίες αποκρυσταλλώνεται αυτό που αποκαλούμε χριστιανικό Δόγμα. Ξεκινάμε λοιπόν, συνοπτικά και εύληπτα ελπίζω.
Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος συγκαλείται το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας από τον αυτοκράτορα Μεγάλο Κωνσταντίνο. Βασικό θέμα η διδασκαλία του Αρείου περί υποδεέστερου, δημιουργούμενου από τον Πατέρα, Υιού. Σε αυτήν απαντά ο Αθανάσιος, μετέπειτα Πατριάρχης Αλεξάνδρειας, με την θεώρηση περί ομοούσιου Πατρός και Υιού. Δηλαδή ο Πατέρας και ο Υιός είναι δυο ξεχωριστά μεν Πρόσωπα, αλλά μετέρχονται ισότιμα της ίδιας ουσίας. Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος συγκαλείται το 381 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο. Εδώ καταδικάζονται οι οπαδοί του Μακεδόνιου που θεωρούν το Άγιο της θείας Χάρης Πνεύμα κατώτερο δημιούργημα του Πατρός και προκρίνεται η άποψη περί μεθεκτικής, ισότιμης συμμετοχής του στη Θεία ουσία. Βλέπουμε μια εμμονή στην πρωτοκαθεδρία του Θείου προσώπου σε βάρος της Θείας ουσίας, καίριο σημείο διαφοροποίησης μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας, εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται προβλήματα που αφορούν στην ενότητα των Θείων υποστάσεων. Όμως με τον τρόπο αυτό πραγματοποιείται ένα «άνοιγμα» της καθολικής Θείας ουσίας στην ιδιαιτερότητα της ύπαρξης ενισχύοντας την προσωπική επικοινωνία και τη δυνατότητα μέθεξης του ανθρώπου στο Θεό. Η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκαλείται το 431 μ.Χ. στην Έφεσο από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’ και αφορά στο ζήτημα της ενανθρώπισης του Ιησού. Εδώ πρωτοστατούντος του Αρχιεπισκόπου Κύριλλου της Αλεξάνδρειας καταδικάζονται οι διδαχές του Αρχιεπισκόπου Νεστόριου της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με την άποψη αυτή η Θεία φύση κατήλθε στον Ιησού μετά τη γέννησή του (η Μαρία δεν μπορεί επομένως να αποκαλείται Θεοτόκος) και τον εγκατέλειψε πάνω στο Σταυρό. Έτσι όμως δεν υπάρχει Θείο παρά μόνο ανθρώπινο δράμα και ακυρώνεται η προσπάθεια άρσης των αμαρτιών του κόσμου από τον Υιό του Πατρός και η συνακόλουθη δυνατότητα θέωσης του ανθρώπου κατά το πρότυπο της ενανθρώπισης του Θεού. Αντί γι’ αυτό προκρίνεται η άποψη του Κύριλλου σύμφωνα με την οποία στο πρόσωπο του Ιησού συνυπάρχουν πλήρως ο Θεός και ο άνθρωπος. Χαρακτηριστικό του πολεμικού κλίματος που διεξήχθησαν οι συζητήσεις αφορά στο γεγονός ότι ο Κύριλλος και οι οπαδοί του έφτασαν νωρίτερα στην Έφεσο, κήρυξαν την έναρξη της Συνόδου και καταδίκασαν το Νεστόριο προτού αυτός καταφτάσει. Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκαλείται το 451 μ.Χ. στη Χαλκηδόνα από τον αυτοκράτορα Μαρκιανό για να αντιμετωπιστούν οι έσχατες συνέπειες στις οποίες οδηγεί η διδασκαλία του Ευτυχούς τις αποφάσεις της προηγούμενης Οικουμενικής Συνόδου. Μιλάμε για το Μονοφυσιτισμό δηλαδή την πλήρη απορρόφηση της ανθρώπινης από τη Θεία Φύση, καθιστώντας τον Ιησού Θεό και όχι Θεάνθρωπο. Αυτό έχει σαν συνέπεια να παραμένει αγεφύρωτο το χάσμα ανάμεσα στο Δημιουργό και το δημιούργημα και ταυτόχρονα ακυρώνει την προσπάθεια σωτηρίας του ανθρώπου στην ψυχοσωματική του ενότητα αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής σε νεοπλατωνικά σχήματα υπέρβασης με μοναδικό μέσο τη νόηση. Αντί για αυτό προκρίνεται η άποψη της συνύπαρξης των δύο Φύσεων με επικράτηση της Θείας. Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος που συγκαλείται το 553 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό επιβεβαιώνει την Ορθόδοξη πίστη περί ομοούσιου της Αγίας Τριάδας και συνύπαρξης δυο διακριτών Φύσεων στο πρόσωπο του Ιησού προσκομίζοντας την θεωρία του μοναχού Λεόντειου Βυζάντιου περί ενυπόστατου. Εξηγώ. Η υπόσταση αφορά στην ατομική εκδήλωση της ουσίας και το ανυπόστατο την ανυπαρξία της. Το ενυπόστατο ευρισκόμενο μεταξύ υπόστασης και ανυπόστατου, αφορά στην ύπαρξη μιας Φύσης ανύπαρκτης καθ’ αυτής στην υπόσταση άλλης Φύσης. Παράδειγμα, το φως υπάρχει ενυπόστατο στο κερί. Έτσι στο Πρόσωπο του Ιησού η ανθρώπινη Φύση υπάρχει ενυπόστατη στη Θεία, όπως στο Πρόσωπο του ανθρώπου ενώνονται η ψυχή και το σώμα. Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκαλείται το 680 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Δ’. Εδώ αντιμετωπίζεται η αίρεση του μονοθελητισμού, δηλαδή του μονοφυσιτισμού από το «παράθυρο» σύμφωνα με την οποία εφόσον η θέληση αφορά στο πρόσωπο και στον Ιησού έχουμε ένα πρόσωπο έχουμε αντίστοιχα μια θέληση η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από τη Θεία. Στην άποψη αυτή αντιπαρατίθεται ο Μάξιμος Ομολογητής, ο οποίος τονίζει ότι η θέληση αφορά στη Φύση και όχι στο πρόσωπο. Έτσι στις δυο διακριτές Φύσεις που υπάρχουν ενυπόστατες στο πρόσωπο του Ιησού αντιστοιχούν δύο θελήσεις από τις οποίες υπερισχύει τελικά η Θεία, χωρίς όμως να ακυρώνεται η ανθρώπινη. Τέλος η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκαλείται το 787 μ.Χ. στη Νίκαια και αφορά στο ζήτημα της εικονομαχίας. Οι εικονομάχοι υποστηρίζουν ότι δεν είναι δυνατόν να λατρεύονται οι εικόνες στηριζόμενοι στον αποφατικό, μη προσδιορίσιμο, χαρακτηρισμό του Θείου. Βλέπουμε να επανέρχεται, για άλλη μια φορά, το ζήτημα του Μονοφυσιτισμού, δηλαδή της πλήρους απορρόφησης της ανθρώπινης από τη Θεία Φύση. Εδώ η ορθόδοξη άποψη είναι του Ιωάννη Δαμασκηνού σύμφωνα με την οποία οι εικόνες, βασισμένες στην ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού, συνιστούν συμβολική απεικόνιση της Θείας Φύσης χωρίς να αναιρείται ο αποφατικός χαρακτήρας της. Αυτό που απεικονίζεται είναι η Αγιότητα στο πρόσωπο του Αγίου.
Το ταξίδι έφτασε στο τέλος του. Το Χριστιανικό Δόγμα έχει οριστικοποιηθεί. Γιατί επιχείρησα αυτό το μάλλον βαρετό, για τους πολλούς, ταξίδι; Για τρεις λόγους. Πρώτον θέλησα να δείξω ότι οι Πατέρες της εκκλησίας στις επιθέσεις των αντιπάλων τους απαντούσαν με λογικά επιχειρήματα. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις (βλέπε Υπόσταση, Φύση) χρειάστηκε να επαναπροσδιοριστούν φιλοσοφικές, δηλαδή επιστημονικές, με τον τρόπο που οριζόταν την εποχή εκείνη η επιστήμη, έννοιες. Δεύτερον μέσα από το συνεχή εμπλουτισμό της Χριστιανικής σκέψης διατηρείται μια ζωντανή, με την κοινωνία της εποχής, σχέση. Ο νοών νοείτω. Ή παραφράζοντας τους τίτλους τέλους που βλέπουμε σε ορισμένες ταινίες: «Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι συμπτωματική». Τρίτον και όχι λιγότερο σημαντικό είναι απαραίτητο κυρίως στη σημερινή εποχή που προκρίνεται ο ατομικός άνθρωπος να γνωρίζουμε τι πιστεύουμε. Και εφόσον ο «καπετάνιος» επιμένει να κωφεύει ας ανοιχτεί η δυνατότητα να αναλάβει το πλήρωμα τη διακυβέρνηση του σκάφους. Κλείνοντας, για να κάνω λίγο χιούμορ, ελπίζω να μην κατηγορηθώ, όπως η σχολή της Αντιόχειας, για ιστορικογραμματική απόκλιση!!

Κυριακή, Απριλίου 01, 2007

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ...ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ


Η ιστορία της χριστιανικής φιλοσοφίας ξεκινάει με έναν Ιουδαίο το Φίλωνα από την Αλεξάνδρεια, σύγχρονο του Αποστόλου των εθνών Παύλο, αλλά λίγο μεγαλύτερο σε ηλικία απ’ αυτόν. Το έργο του Φίλωνα είναι προϊόν του συγκρητισμού, δηλαδή ένας συγκερασμός των βασικών ελληνικών φιλοσοφικών ρευμάτων και της βιβλικής αποκαλυφθείσας θεολογίας.
Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μια παρένθεση περιγράφοντας σε αδρές γραμμές τις βασικές αρχές του Ιουδαϊσμού και της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης που συναντάμε στο Φίλωνα. Ξεκινάμε από τον περισσότερο άγνωστο στους πολλούς Ιουδαϊσμό. Ο Γιαχβέ πολεμικός θεός, ο οποίος αποκαλύφθηκε στον Μωϋσή εν μέσω καταιγίδων και αστραπών επί του όρους Σινά, ήταν στην αρχή ένας ανάμεσα στους πολλούς θεούς που λάτρευε ο λαός του Ισραήλ. Μέσω του Γιαχβέ και της αξίωσής του για αποκλειστική λατρεία, υποσχόμενος σε αντάλλαγμα νίκες στα πεδία των μαχών, οι Ιουδαίοι περνούν στο μονοθεϊσμό. Καθώς όμως ο λαός του Ισραήλ γνωρίζει αλλεπάληλους κατακτητές (Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι) οι προφήτες, που παίζουν έναν ρόλο φυλετικού αφυπνιστή, ανακαλύπτουν στην ιδέα της επίγειας τιμωρίας τον εξηγητικό μηχανισμό της ιστορικής τους έκπτωσης. Κατά την περίοδο των Μακκαβαίων, όπου κορυφώνεται η σύγκρουση ελληνισμού και ιουδαϊσμού, η ιδέα αυτή μετεξελίσσεται και υπό την επήρεια του Ζωροαστρισμού αποκτά την τελική της μορφή στο βιβλίο του πατριάρχη Ενώχ (1ος π.Χ. αι). Εκεί παρουσιάζεται για πρώτη φορά η ιδέα της μετά θάνατον αιώνιας τιμωρίας των αμαρτωλών αφού μεσολαβεί η τελική κρίση από τον «Υιό του Ανθρώπου» και ανοίγεται ο δρόμος για την έλευση του Ιησού. Από την μεγάλη ελληνική και ελληνιστική φιλοσοφική παράδοση μας ενδιαφέρουν εδώ η θεωρία των «ιδεών» σαν αιώνιες και αναλοίωτες πνευματικές εικόνες του φυσικού κόσμου και η ενοποιητική τους αρχή το Εν που επεξεργάζεται ο Πλάτωνας προς το τέλος της ζωής του, καθώς και η στωϊκή θεωρία της θείας ενέργειας, που με τη μορφή του σπερματικού Λόγου διαποτίζει το σύνολο σύμπαν.
Ο Φίλων λοιπόν θεωρεί κυρίως τον Πλάτωνα αλλά και τους υπόλοιπους έλληνες σοφούς ως προφήτες επιφορτισμένους, όπως και ο Μωυσής, με το έργο της διάδοσης του Λόγου του Θεού. Η πεντάτευχος εκφράζει από το μονοπάτι της αλληγορίας, όπως τα συγγράματα του Πλάτωνα από τη λεωφόρο της φιλοσοφίας, την ίδια παναθρώπινη αλήθεια του ενός και μοναδικού Θεού που αγαπά και κρίνει τα δημιουργήματά του. Η οργή και οι απειλές του Θεού που περιγράφονται στο βιβλίο της Γένεσης δεν αποτελούν συναισθηματικές αντιδράσεις, αλλά θεραπευτικά και παιδαγωγικά μέσα με σκοπό την ηθική βελτίωση του ανθρώπου. Παρά το γεγονός ότι ο άνθρωπος καταλαμβάνει σημαντική θέση στο «βιβλίο» της Δημιουργίας, η θεία Πρόνοια αγκαλιάζει τα πάντα και ο άνθρωπος δημιουργήθηκε προκειμένου να εισφέρει στο σύνολο. Ο Θεός είναι ο Εις, η πηγή όλων που υπερβαίνει κάθε πολλαπλότητα. Είναι αναλοίωτος, άπειρος, αυτάρκης, πέρα από κάθε χρεία των εγκοσμίων. Καμία δημιουργηθείσα γλώσσα, προαναγγέλοντας τον αποφατικό τρόπο προσέγγισης των Πατέρων της Εκκλησίας, δεν είναι σε θέση να εκφράσει την ουσία του απροσπέλαστου Δημιουργού. Το θέλημά του είναι αυτό της αγνής καλοσύνης, ένα απλόχερο ξεχείλισμα αγαθοεργούς προσφοράς. Το σύμπαν είναι μοναδικό. Ο υλικός κόσμος δεν είναι αιώνιος αλλά εξαρτώμενο δημιούργημα που αντικατοπτρίζει το αιώνιο βασίλειο των ιδεών, δηλαδή των σκέψεων του Θεού. Ο υπέρτατος Θεός σχετίζεται με τον υλικό κόσμο μέσω του Λόγου. Ο Λόγος είναι η ιδέα των ιδεών, ο πρωτότοκος υιός του άκτιστου Πατρός, το πρότυπο και ο μεσολαβητής μεταξύ Δημιουργού και δημιουργημάτων. Αυτή η ζωτική δύναμη έρχεται σαν το μάννα εξ’ ουρανού για να θρέψει τον άνθρωπο οδηγώντας τον πίσω στην αγκαλιά του Πατρός. Η θρησκευτική αναζήτηση ενεργοποιείται μέσα από τη στοχαστική παρατήρηση της λογικής οργάνωσης του φυσικού κόσμου. Καθώς η έλλογη ψυχή ανέρχεται, ενδοσκοπώντας, στην προσπάθεια της να φτάσει την ιδέα των ιδεών αντιλαμβάνεται την απόλυτη μηδαμινότητα του δημιουργήματος και χάνει κάθε ελπίδα τελείωσης. Εκεί ακριβώς παρεμβαίνει η θεία Χάρις, δείγμα της αγάπης του Δημιουργού προς το δημιούργημα και ο άνθρωπος κατακτά την αληθινή πίστη. Έτσι ο θείος Λόγος γίνεται αντιληπτός ιδία βουλήσει από τις προετοιμασμένες, να δεχτούν την αλήθεια του, ψυχές.
Οι φιλοσοφικές απόψεις του Φίλωνα άσκησαν μεγάλη επιρροή στον ελληνιστικό και τον πρώιμο μεσαιωνικό κόσμο. Από τον εθνικό φιλόσοφο Πλωτίνο, μέχρι τους Χριστιανούς Κλήμη και Ωριγένη και από τους Γνωστικούς, μέχρι τον Αμβρόσιο επίσκοπο Μεδιολάνου στη Δύση (πνευματικό πατέρα του ιερού Αυγουστίνου) και τον Καππαδόκη Γρηγόριο Νύσσης στην Ανατολή.