Είδα το «The King» του James Marsh με τον Gael Garcia Bernal και τον William Hurt, στούς πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η ιστορία αναφέρεται σε νεαρό νόθο γιο νυν ιεροκήρυκα με μια πόρνη, ο οποίος μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, σπεύδει να γνωρίσει τον πατέρα του. Ο πατέρας, έχοντας αποστραφεί τον προηγούμενο «αμαρτωλό» βίο και έχοντας δημιουργήσει νέα οικογένεια με δυο παιδιά αποκηρύσσει για δεύτερη φορά τον «καρπό» της αμαρτίας. Η ενέργεια αυτή ανοίγει τον ασκό του Αιόλου καθώς ο νεαρός γεμάτος από εκδικητική μανία, απέναντι στον πατέρα του, καταστρώνει με τελετουργική μαεστρία εκδίκηση θανάτου. Διακορεύει αρχικά τη δεκαεξάχρονη ετεροθαλή αδερφή του. Στη συνέχεια σκοτώνει και εξαφανίζει το πτώμα του ετεροθαλούς αδερφού του. Μαθαίνοντας για την εγκυμοσύνη της ερωμένης του εκμεταλλεύεται τη συναισθηματική της αστάθεια και την καθιστά συνένοχο στο φόνο, εκμυστηρευόμενος την αλήθεια σχετικά με την εξαφάνιση του αδερφού της. Ο πατέρας, αναγνωρίζοντας «θεικό» σημάδι στην εξαφάνιση του γιού προσκαλεί τον «καρπό» της αμαρτίας στο σπίτι του και του προσφέρει θέση στην οικογένεια. Από το σημείο αυτό η ολοκλήρωση της διαδρομής έκπτωσης-εξιλέωσης δεν απέχει παρά ένα βήμα.
Η ταινία ασκεί κριτική στον πυρήνα της Αμερικάνικης καπιταλιστικής δομής, την προτεσταντικής έμπνευσης πατριαρχική οικογένεια η αναπαραγωγή της οποίας στηρίζεται στην αφοσίωση τη σκληρή εργασία και τη φειδώ. Από τη στιγμή που η θεική βούληση είναι απροσπέλαστη η εγκόσμια επιτυχία αποτελεί τον ηθικό προορισμό του ανθρώπου, έτσι ώστε μέσω αυτής να αναγνωριστεί ως εκλεκτός του θεού. Κυρίαρχη φιγούρα και ηθικός ρυθμιστής του συστήματος καθίσταται ο «Πατέρας», καθώς είναι ο δείκτης της εγκόσμιας επιτυχίας, μέσα από την σκληρή εργασία και ταυτόχρονα εγκόσμιος αποδέκτης της αφοσίωσης. Έτσι όμως, διαρρηγνύεται η έννοια της ισότητας, τόσο στους κόλπους της κοινότητας ανάμεσα στους επιτυχημένους και αποτυχημένους, όσο και στους κόλπους της οικογένειας ανάμεσα στον πατέρα και τους υπόλοιπους και μάλιστα με ηθικά νομιμοποιημένο τρόπο. Σκεφτείται λίγο πως αντιμετωπίζει η σύγχρονη Αμερική τις οικονομικά ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες καθώς και την αφοσίωση στα πάσης φύσης οικονομικά σύμβολα, που αναγορεύονται σε κοινωνικά σύμβολα χωρίς ίχνος αναστοχαστικής κρίσης.
Το κενό ισότητας και ηθικής τεκμηρίωσης έρχεται να καλύψει στην ταινία ο «καρπός» της αμαρτίας ένας σύγχρονος πλάνητας, ο οποίος σε μιας φροϋδικής έμπνευσης κίνηση πατροκτονίας αυτοαναγορεύεται βασιλιάς στη θέση του βασιλιά, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στους επιτυχημένους και τους αποτυχημένους, ανάμεσα στον «Πατέρα», ερμηνευτή της ιστορίας και τους άλλους. Κατεχόμενος από ενόρμηση θανάτου, όπως θα έλεγε και ο πατέρας της ψυχανάλυσης, σφιχταγκαλιασμένης με την ενόρμηση ζωής, ασκεί βία για να δημιουργήσει κοινωνική τάξη και στη συνέχεια, μέσω της εξομολόγησης, αποζητά τη νομιμοποίηση της πράξης του από τον κατεξοχήν θεματοφύλακα ηθικών αξιών, δηλαδή την εκκλησία. Ταυτόχρονα, καθιστά ευκρινές το ακριβές αντίτιμο της συγχώρεσης, το οποίο καλείται να μοιραστεί με τον ηθικό αποδέκτη της βίας.
Εξαιρετικό το σενάριο, ανατέμνει με χειρουργική ακρίβεια τα θεμέλια του προτεσταντικής έμπνευσης Αμερικάνικου Ονείρου χωρίς ίχνος μελοδραματικής έξαρσης.
Η κινηματογραφική κάμερα κινείται με γρήγορους ρυθμούς, εστιάζοντας στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών και διευρευνώντας τον ψυxολογικό αντίκτυπο των πράξεών τους. Στο «πετσί» του πρωταγωνιστικού ρόλου ο Bernal, υποδύεται τον εκδικητή Άγγελο με το καθαρό γυάλινο βλέμμα, στο οποίο καθρεφτίζεται η «ιερότητα» του επιτελούμενου ανοσιουργήματος, συνεπικουρούμενος από τον William Hurt στο ρόλο του πατέρα – ιερέα, επιφορτισμένου να αποκρυπτογραφεί το λόγο του Ύψιστου.
Παρασκευή, Απριλίου 21, 2006
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (THE KING)
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ)
Είδα την «Ανθρωποκτονία» (Drabet) του Δανού Per Fly με τους Jesper Christensen, Pernilla August, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η ταινία παρακολουθεί την πορεία προσωπικής απαξίωσης ενός «αριστερού» καθηγητή Κοινωνιολογίας. Όλα ξεκινούν με τη δολοφονία ενός παντρεμένου φρουρού σε εργοστάσιο παραγωγής πολεμικού υλικού, από μια ομάδα ακτιβιστών οι οποίοι εισβάλουν στο εργοστάσιο και προχωρούν σε βανδαλισμούς, με σκοπό την κοινωνική κατάδειξη και διαμαρτυρία. Μέλος της ομάδας των ακτιβιστών και φυσικός αυτουργός της δολοφονικής πράξης είναι πρώην μαθήτρια και νυν ερωμένη του καθηγητή. Οι ακτιβιστές συλλαμβάνονται και οδηγούνται στη φυλακή.
Από το σημείο αυτό ο καθηγητής θέτει τον εαυτό του ως ενεργό υποκείμενο μέσα στη «ροή» της ιστορίας καλούμενος να δώσει άμεση απάντηση σε πολιτικά και ιδεολογικά διλλήματα, τα οποία σημαδεύουν οριστικά τη ζωή του. Νομιμοποιείται η εγκατάλειψη της ερωμένης στην κρίσιμη στιγμή για να μην τρωθεί το κύρος και η υπόληψη του οικογενειάρχη καθηγητή; Νομιμοποιείται ο συμψηφισμός θυμάτων και η ένταξή τους στις παράπλευρες απώλειες ενός ακήρυχτου πολέμου; Ο καθηγητής, απαντώντας αρνητικά στην πρώτη ερώτηση και «επιφυλακτικώς» αρνητικά στη δεύτερη, διαλύει την ατμόσφαιρα γαλήνιας απραξίας που βασιλεύει στο σπίτι του, εγκαταλείποντας τη σύζυγό του και αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην ψυχολογική υποστήριξη και υπεράσπιση της ερωμένης του. Η τελευταία ενέργεια έχει σαν αποτέλεσμα να εκδιωχθεί από το σχολείο που εργαζόταν επειδή εκλαμβάνεται σαν ιδεολογικός αρωγός τρομοκρατών.
Το πρώτο μέρος της ταινίας ολοκληρώνεται με τη διεξαγωγή της δίκης για τη δολοφονία του φύλακα-φρουρού, όπου δικαιώνεται η ακολουθούμενη κοινή γραμμή άγνοιας από την ομάδα των ακτιβιστών σχετικά με το φυσικό αυτουργό του φόνου, με αποτέλεσμα να αφεθούν όλοι ελεύθεροι έχοντας εκτίσει την προβλεπόμενη για τους βανδαλισμούς ποινή. Ελεύθερο το ζευγάρι ακτιβίστριας και καθηγητή, εγκαθίσταται στο σπίτι του τελευταίου.
Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζεται βήμα προς βήμα, η προσωπική πορεία του καθηγητή προς την έκπτωση. Αρχικά ο αναφερόμενος, από ιδεολογικός συνοδοιπόρος και «ηθικός» αρωγός, στην ελευθερία δράσης της νεαρής ακτιβίστριας αυτοναγορεύεται σε «φρουρό» της δημιουργηθείσας οικογενειακής τάξης απωθώντας, τόσο τη χήρα του σκοτωμένου φρουρού που εκλιπαρεί για την αλήθεια, όσο και το νεαρό συνεργό με τον οποίο έχει αναπτυχθεί «τρυφερή» φιλία. Αδυνατώντας να ανταπεξέλθει στο ρόλο του περιφρουρητή και συνειδητοποιώντας την κοινωνική του αποξένωση διώχνει την ερωμένη του και ακολουθεί μια διαδρομή συναισθηματικής περιπλάνησης, μετάνοιας και απόρριψης με αρχικό αποδέκτη την πρώην σύζυγο, στη συνέχεια την ερωμένη, για να καταλήξει στην εισαγγελία, όπου καταγγέλει την τελευταία ως φυσικό αυτουργό του φόνου.
Το σενάριο αποφεύγοντας την εύκολη υπόδειξη καλών και κακών χαρακτήρων συνιστά υπόδειγμα δραματουργικής επεξεργασίας και ψυχολογικής εξέλιξης. Τα μηνύματα που εκπέμπει δεν είναι εύκολα αποκωδικοποιήσιμα και σίγουρα δεν εξαντλούνται στα προφανή. Στέκομαι στα πιο σημαντικά κατά τη γνώμη μου: Πρώτον, η ηθικολογική αναδίπλωση και η καταγγελτική στάση του καθηγητή δεν είναι απόρροια του χαμένου του εγωισμού, αλλά συνέπεια μιας περισσότερο ουσιαστικής και βαθιάς διαδικασίας, που ξεκινά σαν ψυχολογική ανισορροπία, ελλείψει κοινωνικού ερείσματος, για να καταλήξει στην «υπαρξιακή» κρίση εξαιτίας της οριστικής απώλειας νοήματος. Ο Δανός φιλόσοφος Kierkegaard αναφέρει. «Δεν υπάρχει λύση στο αίνιγμα της ανθρώπινης ύπαρξης, παρά μόνο με την άσκηση της ελεύθερης επιλογής. Το αποτέλεσμα των επιλογών μας καταγράφεται οριστικά στην Ιστορία. Η ηθική στάση αποτελεί έσχατη λύση επειδή είναι η μόνη που αναγνωρίζεται ανοιχτά, το παράλογο της επιλογής της». Δεύτερον, η ανάγνωση της ιστορίας σαν τελολογίας, που μέσω της διαλεκτικής της σύνθεσης οδηγεί σε ανώτερο επίπεδο ορθολογικής θεμελίωσης, είναι θεολογία με άλλο ένδυμα, όπου στο τέλος της διαδρομής προβάλλεται ο ορθός λόγος, αντί για το θεό. Τρίτον, η ίδια η διαλεκτική σαν μεθοδολογία σύλληψης του ιστορικού «γίγνεσθαι» είναι ελλιπής, από τη στιγμή που η σχέση αιτίου - αποτελέσματος είναι ανατροφοδοτούμενη και ασυνεχής.
Η σκηνοθεσία «πιστή» στο σενάριο, αποτυπώνει με λιτά μέσα τη διαδρομή προσωπικής έκπτωσης. Βασική τεχνική χρήση της κάμερας, αργοί ρυθμοί, αρκετά κοντινά πλάνα που διερευνούν τον ψυχισμό των ηρώων, υιοθέτηση μουντών χρωμάτων στα εσωτερικά γυρίσματα, διασφαλίζουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Εξαιρετικός ο Jesper Christensen στο ρόλο του καθηγητή.
Τρίτη, Απριλίου 11, 2006
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (Enron-Καρχαρίες στο Δωμάτιο)
Το ντοκυμαντέρ «παρακολουθεί» με ιδιαίτερα σκωπτική ματιά την ιλιγγιώδη πορεία του αμερικάνικου ενεργειακού κολοσσού Enron με έδρα το Τέξας προς την πτώχευση. Ενδιάμεσοι σταθμοί σε αυτό το αδιέξοδο ταξίδι συνιστούν, η μετάλλαξη της Enron από εταιρία εξόρυξης και διάθεσης αργού πετρελαίου σε «Χρηματιστήριο» παραγώγων τιμών πετρελαίου, η αγορά διυλιστηρίων στη δύσκολη αγορά της Ινδίας και η επέκτασή της στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Όλες αυτές οι κινήσεις πραγματοποιήθηκαν από τη Διοίκηση με μοναδικό στόχο το «φούσκωμα» της χρηματιστηριακής αξίας της μετοχής της Εταιρίας. Οι ζημιές περασμένων χρήσεων, που εν των μεταξύ συσσωρεύονταν, μεταφέρονταν, μέσα από ένα πολύπλοκο δίκτυο, σε ανύπαρκτες θυγατρικές εταιρίες, οι οποίες στηρίζονταν οικονομικά με εγγυητικές επιταγές της μητρικής Εταιρίας. Παράλληλα, στήνεται ένας ολόκληρος μηχανισμός διαφήμισης της «ελκυστικότητας» της μετοχής της Enron, που επικοινωνείται επιδέξια μέσα από τα Μ.Μ.Ε. σε ολόκληρη την αγορά.
Όσο για τους περίφημους μηχανισμούς αυτορρύθμισης του συστήματος; Εδώ έχουμε πολλά να πούμε. Οι ορκωτοί ελεγκτές, υπεύθυνοι με βάση τη νομοθεσία για την ακριβοδίκαιη παρουσίαση των στοιχείων στις Οικονομικές καταστάσεις σιωπούν, εξαγορασμένοι με «χρυσά» συμβόλαια. Οι δικηγόροι σιωπούν για τον ίδιο λόγο. Οι μηχανισμοί πληροφόρησης του κοινού, δηλαδή τα Μ.Μ.Ε., σιωπούν εκκωφαντικά και όποιος δημοσιογράφος τολμήσει να θέσει ενοχλητικά ερωτήματα χάνει τη θέση του. Οι πολιτικοί, θεματοφύλακες της εύρυθμης λειτουργίας του Συστήματος δεμένοι με παχυλές επιχορηγήσεις της προεκλογικής τους καμπάνιας φυσικά και σιωπούν, ή μάλλον, «μιλούν» την κατάλληλη στιγμή, ψηφίζοντας το νόμο για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην πολιτεία της Καλιφόρνια και δίνοντας τη δουλειά στην Enron.
Στα ανατριχιαστικά της υπόθεσης ο καταναλωτικός εκμαυλισμός των εργαζομένων, που φτάνει στα όρια της παράνοιας μέσα από το χαρακτηριστικό παράδειγμα των εταιρικών Traders, οι οποίοι «νουθετώντας» τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της Καλιφόρνια προκαλούν συνεχόμενα blackout, με τα οποία καταφέρνουν να εκτινάξουν την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος και των κερδών της Εταιρίας στα ύψη.
Εφόσον λοιπόν η αγορά είναι κλίμα, το οποίο διαμορφώνεται με βάση τις προσδοκίες, δημιουργείται ένας ύστατος μηχανισμός χρηματοδότησης - στήριξης της απάτης, μέσα από τη σύσταση κερδοσκοπικού fund, στο οποίο συμμετέχει η αφρόκρεμα του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος.
Αποτέλεσμα όλων αυτών; Μερικές χιλιάδες εργαζομένων έμειναν άνεργοι μέσα σε μια νύχτα. Δυο δισεκατομμύρια δολλάρια, που αφορούσαν σε αποζημιώσεις και σε δικαιώματα συνταξιοδότησης των υπαλλήλων χάθηκαν, ενώ την ίδια στιγμή τα μέλη της Διοίκησης και το ανώτατο επιτελικό προσωπικό εισέπραξαν 116 εκατομμύρια δολλάρια υπό τη μορφή bonus. Εκατοντάδες χιλιάδες επενδυτές έχασαν τις οικονομίες τους στη Wall Street (μήπως μας θυμίζει κάτι από το ελληνικό πρόσφατο παρελθόν;), ενώ την ίδια ώρα ο πρόεδρος και ο Διευθύνοντας Σύμβουλος ξεφορτώνονταν μετοχές αξίας τριακοσίων εκατομμυρίων δολλαρίων έκαστος, ακουλουθούμενοι από τον Οικονομικό Διευθυντή, που ρευστοποίησε μετοχές εβδομήντα εκατομμυρίων δολλαρίων. Το κόστος για την πολιτεία της Καλιφόρνια, από τα συνεχόμενα blackout και την αύξηση της τιμής της μονάδας ηλεκτρικής ενέργειας ανήλθε στα είκοσι δισεκατομμύρια δολλάρια.
Εποικοδομητικό επιμύθιο. Η ιδέα του ελεύθερου ανταγωνισμού της αγοράς, όπως αποτυπώνεται μέσα από το μηχανισμό προσφοράς και ζήτησης, όπου όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες ενσωματώνονται στην τιμή είναι ανεπαρκής, από τη στιγμή που υπάρχει ασυμμετρία στην πληροφόρηση μεταξύ των ενδιαφερομένων. Για τους αναφερόμενους λόγους και για τους περισσότερο αδαείς, αναδιανομή εισοδήματος μέσω χρηματιστηρίου, δηλαδή «λαϊκός» καπιταλισμός στα καθ’ ημάς, δεν υφίσταται.
Λειτουργική η σκηνοθεσία, αν και εξαιτίας της πολυπλοκότητας του θέματος δεν αποφεύγεται σε μερικές στιγμές η πλατυρρημοσύνη.
Δευτέρα, Απριλίου 03, 2006
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (INSIDE MAN)
Είδα το Inside Man του Spike Lee με τον Clive Owen στο ρόλο του πρωταγωνιστή, τον Denzel Washington στο ρόλο του ειδικού διαπραγματευτή της αστυνομίας και την εμφανώς γερασμένη Jodie Foster στο ρόλο του ανεπίσημου διαπραγματευτή.
Η ιστορία αναφέρεται στη ληστεία ενός υποκαταστήματος της Τράπεζας Manhattan. Η ομάδα των ληστών ενδεδυμένοι μπογιατζήδες, αφού πρώτα απενεργοποιήσουν το σύστημα εσωτερικής παρακολούθησης, συλλαμβάνουν ομήρους τους υπαλλήλους και τους πελάτες και κλειδώνονται όλοι μαζί στο εσωτερικό της. Στη συνέχεια, υποχρεώνουν τους ομήρους να φορέσουν και αυτοί στολές μπογιατζήδων, ενώ στέλνουν τελεσίγραφο στις αστυνομικές δυνάμεις που έχουν εν των μεταξύ κυκλώσει την Τράπεζα, να εξασφαλίσουν την ασφαλή τους έξοδο από τη χώρα εντός οκταώρου, ειδάλλως θα σκοτώνουν έναν όμηρο το λεπτό μετά το πέρας της χρονικής διορίας. Το προβλέψιμο της εξέλιξης αρχίζει να ανατρέπεται από τη στιγμή που ο Πρόεδρος της Τράπεζας δείχνει να εκδηλώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι για τα χρήματα που βρίσκονται στο χρηματοκιβώτιο και τους ομήρους, αλλά για το περιεχόμενο τραπεζικής θυρίδας όπου βρίσκεται φυλαγμένο έγγραφο-ντοκουμέντο, με βάση το οποίο αναγνωρίζεται ως συνεργάτης των Ναζί και θεματοφύλακας κλεμμένης εβραϊκής περιουσίας κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Από το σημείο αυτό και μετά οι βεβαιότητες, ως προς το διακύβευμα της ληστείας και τον τρόπο διαφυγής των ληστών, αρχίζουν να ανατρέπονται. Ταυτόχρονα, τίθεται σε εξέλιξη ένας πόλεμος ψυχολογικής φθοράς μεταξύ των ληστών, του ειδικού διαπραγματευτή της αστυνομίας και του ανεπίσημου διαπραγματευτή, ο οποίος κορυφώνεται με την εκτέλεση, ως προειδοποίηση, ενός από τους όμηρους.
Το σενάριο οργανώνεται λειτουργικά πάνω στην έννοια του σασπένς, με βάση τα στοιχεία που τίθενται στη διάθεση του θεατή στην εναρκτήρια σκηνή-μονόλογο. Αυτός είναι ο καταλύτης που κάνει την ιστορία να ξεκινήσει. Ένα παιχνίδι ισχύος αναπτύσσεται ανάμεσα σε κλέφτες και αστυνόμους με συνεχείς ανατροπές, ως προς την έκβασή του. Με αυτό τον τρόπο φτάνουμε στο φινάλε όπου μέσα από μια ακόμα έκπληξη τίθεται το σωστό πλαίσιο ερμηνείας της αρχικής σκηνής και επαληθεύεται πανηγυρικά η εισαγωγική ρήση του αρχηγού των ληστών, περί «τέλειας ληστείας». Μέχρι εδώ όλα καλά. Όμως, η αποκλειστική εξάρτηση της δράσης από την ψυχολογική ένταση που δημιουργούν η αιωρούμενη αίσθηση του σασπένς και οι συνεχείς ανατροπές είναι το μελανό σημείο της ιστορίας. Ένα δευτερεύον σεναριακό κενό εντοπίζεται στην αδυναμία επαρκούς ενσωμάτωσης της προσωπικής ιστορίας του προέδρου της Τράπεζας στη συνολική αφήγηση.
Η σκηνοθεσία με συνεχείς εναλλαγές πλάνων και σωστή αίσθηση ρυθμού κατορθώνει να υπερβεί τις σεναριακές ατέλειες, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Ιδιαίτερα σημαντικός ο ρόλος της μουσικής επένδυσης στο συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα. Οι τρεις κορυφαίοι ηθοποιοί του cast στέκονται στο ύψος των περιστάσεων χωρίς όμως κάποια εξαιρετική ερμηνεία.
Η συνέχεια.... επί της οθόνης.....
Σάββατο, Απριλίου 01, 2006
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (CASANOVA)
Είδα τον «Casanova» του Lasse Hallstrom, με τον Heath Ledger και τη Sienna Miller, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η ιστορία διαδραματίζεται στη Βενετία το 1753.
Παραμονές του φημισμένου Βενετσιάνικου καρναβαλιού ο Casanova απολαμβάνοντας τη φήμη του ως εκμαυλιστή ηθών και ευρισκόμενος υπό την υψηλή προστασία του Δόγη αποφασίζει να λογοδοθεί, έτσι ώστε να πάψει να προκαλεί το κοινό αίσθημα με τον έκλυτο βίο του. Παράλληλα όμως γοητεύεται από το alter ego του μια θηλυκή εκδοχή Λιμπερτίνου, η οποία αγωνίζεται για τη χειραφέτηση των γυναικών και συγγράφει πονήματα κατά της φαλλοκρατίας με ανδρικό ψευδώνυμο. Τα πράγματα μπερδεύονται ακόμα περισσότερο όταν στην πόλη καταφθάνουν, Γενουάτης μεγαλέμπορος, με σκοπό να παντρευτεί την όμορφη φεμινίστρια και Ιεροεξεταστής αντιπρόσωπος του Πάπα, με στόχο να θέσει τέρμα στην ηθική παρακμή της πόλης συλλαμβάνοντας, τόσο τον Casanova, όσο και τον συγγραφέα που αγωνίζεται υπέρ της γυναικείας χειραφέτησης. Εκεί με φόντο το καρναβάλι ο Casanova επιδίδεται σε ένα ρεσιτάλ υποκριτικής μεταμόρφωσης, καθώς συστήνεται στον μεγαλέμπορο ως ο συγγραφέας που αγωνίζεται για τα γυναικεία δικαιώματα και αναλαμβάνει την αισθητική του αναμόρφωση, ενώ στην οικογένεια της όμορφης φεμινίστριας και στον Ιεροεξεταστή συστήνεται ως ο μεγαλέμπορος, που έχει έρθει για να την παντρευτεί. Το πέπλο του μυστηρίου πέφτει κατά τη διάρκεια του ετήσιου χορού μασκαράτας, που διοργανώνεται στο palazzo των Δόγηδων, όπου ο Casanova συλλαμβάνεται. Από εκεί και μετά, ο θείος έρωτας και η αγάπη στην πιο ανόθευτη μορφή της εμφανίζονται σαν απομηχανής θεοί για να λύσουν ένα προς ένα τα δεσμά και να ελευθερώσουν τον πρωταγωνιστή.
Η ιστορία αν και φανταστική κατορθώνει να μεταδώσει κάτι από την ξεχασμένη τέχνη της γοητείας που τόσο επιδέξια ασκεί το διάσημο τέκνο της Βενετίας. Μιας τέχνης που δημιουργεί αισθητικά και λογικά ρήγματα απογυμνώνοντας μια κοινωνία που παραπαίει ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Γιατί μη γελιέστε, αυτό ακριβώς κάνει ο πραγματικός Giacomo Casanova ο εραστής της ζωής που συναναστρέφεται όλες τις κοινωνικές τάξεις, ο συνομιλητής του Βολταίρου και της Μεγάλης Αικατερίνης αλλά και των ηθοποιών, των χαρτοκλεφτών και των πορνών σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Ο επηρμένος ιππότης Ντε Σεινγκάλτ ασυγκράτητα ματαιόδοξος, που αγαπά την κοσμική ζωή και το χρήμα που σπαταλιέται, είναι ταυτόχρονα εμβριθής μελετητής και συγγραφέας των πολωνικών εξεγέρσεων. Υπερβολικά σύγχρονος αυτός ο ασυναγώνιστος εραστής της νεότητας, που τρέφεται από την περιπέτεια, την απείθεια και τον έρωτα, κυνήγησε την τύχη του στις εσχατειές της Ευρώπης και όπως φαίνεται ακόμα την κυνηγάει αν και μάλλον κουρασμένος πια, από τις πολλές εκδοχές του μύθου που ο ίδιος, δημιούργησε.
Οι φυσικοί χώροι - ντεκόρ με την εμβληματική piazza San Marco και τα palazzi, τα σκηνικά, τα κοστούμια, η φωτογραφία και η μουσική, κατορθώνουν να ανασυστήσουν κάτι, από την απαστράπτουσα πολυτέλεια μιας αλλοτινής Βενετίας βγαλμένης λες, από πίνακα του Βερονέζε.
Δείτε λοιπόν τον «Casanova», αυτό το έξυπνα συσκευασμένο σύγχρονο παραμύθι, με διακριτούς ρόλους ανάμεσα σε καλούς και κακούς, με όμορφες και θαραλλέες πριγκήπισες καρδιάς και φυσικά με happy end και αφεθείτε στη μαγεία της φαντασίωσης.....
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (BOW)

Είδα την ταινία το Τόξο κορεάτικη παραγωγή σκηνοθετημένο από τον Kim Ki Duk με τους Han Yeo-Reum, Jeon Seong-Kwan, Seo Ji-Seok, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Στη ρεαλιστική της αποτύπωση η ταινία αναφέρεται στην ιστορία μιας ανήλικης που μεγαλώνει πάνω σε ένα σαπιοκάραβο στη μέση της θάλασσας, υπό το βλέμμα ενός μεσήλικα που την περιμάζεψε όταν ήταν νήπιο. Η σχέση των δυο εξελίσσεται αρμονικά μέχρι τη στιγμή που κάνουν την εμφάνισή τους στο υδάτινο καταφύγιο, άντρες που αναζητούν λίγες στιγμές ξένοιαστου ψαρέματος, μακριά από το άγχος και τη βουή των σύγχρονων μεγαλουπόλεων. Από το σημείο αυτό αρχίζει μια πορεία συνειδητοποίησης των δυο ερημιτών-αρνητών του σύγχρονου πολιτισμού καθώς οι επιθυμίες-ανάγκες του μικρού κοριτσιού, που έγινε εν τω μεταξύ γυναίκα αποκλίνουν απ’ αυτές του προστάτη της. Η ένταση και μαζί το βιολογικό χάσμα που τους χωρίζει κορυφώνεται όταν στο σαπιοκάραβο ανεβαίνει καλοφτιαγμένος νεαρός. Η συνάντηση αυτή αφυπνίζει ερωτικά την κοπέλλα, η οποία αποφασίζει να εγκαταλείψει σαπιοκάραβο και προστάτη.
Στη συμβολική της αποτύπωση η ταινία αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προβληματισμού, που απορρέει από τον τρόπο με τον οποίο οι επιμέρους παραδόσεις συνομιλούν με την παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα καταναλωτικής ευδαιμονίας Δυτικού τύπου. Ή, για να το θέσουμε με όρους του Giddens, θεωρητικού της νεοτερικότητας, τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός δημιουργεί συνθήκες χωροχρονικής αποστασιοποίησης. Ιδωμένη απ’ αυτή την οπτική γωνία, η νεαρή αποτελεί ενσάρκωση της σύγχρονης Κορέας, που θα πρέπει να πορευτεί επιλέγοντας το δρόμο της ανάμεσα στην παράδοση, όπως ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του βίαιου και αμετακίνητου ως προς τις απόψεις αλλά συνάμα «οικείου» και συναισθηματικά προσανατολισμένου προστάτη και την κουλτούρα καταναλωτικής ευδαιμονίας, όπως ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του ανοιχτόμυαλου και διαλλακτικού αλλά ταυτόχρονα μη δοκιμασμένου και για αυτό το λόγο αβέβαιου ως προς τη σταθερότητα των αισθημάτων του νεαρού.
Τρία είναι κατά τη γνώμη μου τα σημεία που πρέπει να προσεχτούν στην, κατά Duk, προβληματική περί παράδοσης και παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Το πρώτο αναφέρεται στον πυρήνα βίας και αυτοκαταστροφής που κρύβει μέσα του κάθε παραδοσιακός θεσμός. Το δεύτερο αναφέρεται στην νομοτελειακή εξαφάνιση της παράδοσης με το παραδοσιακό αδιάλλακτο προσωπείο της. Και το τρίτο αναφέρεται στη γονιμοποιητική επίδραση της παράδοσης, ακριβώς τη στιγμή που δείχνει να έχει ξεπεραστεί και θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί δημιουργικά το παρελθόν και το παρόν.
Ο Kim Ki Duk είναι ένας ευφάνταστος δημιουργός σκηνών που χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερη αισθητική τους. Η αισθητική του άποψη στην οποία συμβάλλει τα μέγιστα η εκπληκτικής καθαρότητας φωτογραφία, είναι απόρροια του τρόπου με τον οποίο εντάσσεται λειτουργικά η Φύση στις ταινίες του. Η ήρεμη αρμονική ομορφιά που αναδίδει το φυσικό τοπίο, επίδραση της Ινδουιστικής-Βουδιστικής παράδοσης περί συμπαντικής αρμονίας, έρχεται σε αντίθεση ή και συγκλίνει, ανάλογα τη θεματική της ταινίας, με τα ανθρώπινα πεπραγμένα. Η συγκεκριμένη ταινία αν και κατώτερη από το «Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθνινόπωρο, Χειμώνας», ή «Το Νησί», περιλαμβάνει σκηνές που αναδεικνύουν το γνήσιο ταλέντο του δημιουργού. Χαρακτηριστική είναι η τελετή γονιμοποίησης της παρθένας Κορέας από το πνεύμα της παράδοσης.
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (STAY)
Είδα το Stay, ένα ψυχολογικό θρίλλερ του Marc Forster με τους Ewan Mc Gregor, Ryan Gosling, Naomi Watts, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η υπόθεση αναφέρεται στην προσπάθεια ενός ψυχιάτρου να διασώσει έναν ψυχικά διαταραγμένο αλλά ευφυέστατο νεαρό σπουδαστή σχολής καλών τεχνών, από την προαναγγελόμενη αυτοκτονία. Αυτή θα πραγματοποιηθεί κατά την ημερομηνία συμπλήρωσης των εικοστών πρώτων γενεθλίων του νεαρού τιμώντας κατ’ αυτό τον τρόπο το πρότυπό του, ένα ζωγράφο που αυτοκτόνησε στην επέτειο των εικοστών πρώτων γελεθλίων του αφού πρώτα κατέστρεψε όλα τα έργα του. Όσο ο ψυχίατρος εμβαθύνει στον ψυχισμό του αινιγματικού νεαρού και αναζητά ψυχολογικά ίχνη στο παρελθόν του, τόσο περισσότερο αναδύεται ένα πανίσχυρο αίσθημα ενοχής. Αυτή η φρουδική ενόρμηση θανάτου που έρχεται από το υποσυνείδητο του ασθενή, υποσκάπτει το συνειδητό του θεραπευτή και αποσαθρώνει την πραγματικότητά του, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ενδιάμεσου χώρου-χρόνου, όπου το ονειρικό ενώνεται με το πραγματικό.
Το αναδυόμενο νοσηρό κλίμα που επιτείνεται όσο εξελίσεται η υπόθεση για να κορυφωθεί και να διαλυθεί σαν ομίχλη στο τέλος της ταινίας συνιστά σκηνοθετικό εύρημα, βγαλμένο από τις καλύτερες στιγμές του David Lynch. Τα έντονα κοντινά καδραρίσματα που αναδεικνύουν το ψυχολογικό αδιέξοδο των πρωταγωνιστών, σε συνδυασμό με τους απόκοσμα φωτισμένους φυσικούς χώρους, τη μουσική που επιτείνει τις συναισθηματικές εξάρσεις, μα πάνω απ’ όλα το αριστουργηματικό μοντάζ ασυνέχειας, όπου η κάθε επόμενη σκηνή είναι χωρικά και χρονικά αποστασιοποιημένη από την προηγούμενή της, καταργούν κάθε έννοια λογικής συνέχειας με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός αισθήματος ψυχολογικής εξάρτησης του θεατή, από τα τεκταινόμενα στην οθόνη. Καλές ερμηνείες από το cast των πρωταγωνιστών απο τις οποίες ξεχωρίζει κατά τη γνώμη μου αυτή του Ryan Gosling.
Σάββατο, Μαρτίου 18, 2006
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΤΣΟΤΣΙ)
Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε γκέτο της Νότιας Αφρικής όπου τέσσερις νεαροί ξοδεύουν τη ζωή τους ληστεύοντας, σκοτώνοντας και τριγυρνώντας άσκοπα. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που ο αρχηγός της συμμορίας Tsotsi, που σημαίνει γκάγκστερ στην Νοτιοαφρικάνικη αργκό, ανακαλύπτει στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου το μωρό της γυναίκας που έχει προηγούμενα πυροβολήσει, στην προσπάθειά του να κλέψει το αυτοκίνητο.
Το γεγονός αυτό καθίσταται καταλυτικό για τον ψυχισμό του εν λόγω νεαρού, καθώς τον γυρίζει πίσω στο παρελθόν του και στην προσπάθειά του να επιβιώσει ολομόναχος, σε ένα εχθρικό και αποξενωμένο περιβάλλον. Εκεί, στις παρυφές του γκέτο θάβει την ευαίσθητη-συναισθηματική του πλευρά.
Στη συνέχεια, με αφορμή τη φροντίδα του μωρού αρχίζει μια μοναχική πορεία αυτοσυνειδητοποίησης, ή όπως περιγράφεται με τα λόγια του Δασκάλου, ενός εκ των πρωταγωνιστών της ταινίας, μια πορεία προς την αξιοπρέπεια του ατόμου που περνάει μέσα από τον αυτοσεβασμό, την αναγνώριση και την αλληλεγγύη προς τον Άλλο.
Η ιστορία φαντάζει σεναριακά ελλιπής, ως προς την μονοσήμαντη ψυχολογική εξέλιξη και ερμηνεία της συμπεριφοράς του πρωταγωνιστή και απόμακρη ως προς τα χωροχρονικά τεκταινόμενα, αν λάβουμε υπόψη ότι έχουν μεσολαβήσει 45 χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου. Οι παρατηρήσεις αυτές δε μειώνουν στο ελάχιστο την ψυχρή καταγραφή μιας κοινωνικής πραγματικότητας ωμής βίας, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στο παρελθόν, ή σε πόλεις όπου οι έντονες κοινωνικο-οικονομικές αντιθέσεις δημιουργούν συνθήκες πόλωσης, αλλά εκτείνεται σε όλο το φάσμα του σύγχρονου Δυτικού πολιτισμού. Ενός πολιτισμού που αν και επαίρεται για την ορθολογική του δόμηση, δεν έχει καταφέρει να εντάξει την οικονομική αυτάρκεια του ατόμου, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κατανοητικής συνύπαρξης και συσχέτισης. Αυτό το ορθολογικό κενό καλύπτεται στην προκειμένη περίπτωση με συναισθηματικούς όρους.
Σχετικά με την καλλιτεχνική της αποτίμηση η ταινία συνιστά ένα συμπαγές σύνολο, τα αδρά υφολογικά χαρακτηριστικά του οποίου, υπηρετούν πιστά τις ανάγκες ρεαλιστικής αποτύπωσης και εξέλιξης της δράσης. Πιο συγκεκριμένα, το στήσιμο των σκηνών του κινηματογραφικού κάδρου, δηλαδή οι φυσικοί χώροι-ντεκόρ που αποπνέουν βρωμιά και μιζέρια, η ζωγραφισμένη απόγνωση-αποφασιστικότητα στα πρόσωπα των ηθοποιών, οι έντονοι και κοφτοί διάλογοι, σε συνδυασμό με τη φωτογραφία, τον ήχο και το μοντάζ, αναδεικνύουν μια πνιγηρή πραγματικότητα και ταυτόχρονα προωθούν χωρίς κενά την αφηγηματική εξέλιξη, διασφαλίζοντας τη συναισθηματική δέσμευση του θεατή. Ιδιαίτερη αναφορά στη μουσική υπόκρουση, όπου τον καταγγελτικό τόνο της ραπ μουσικής απόλυτα συνυφασμένης με τη ζωή στο γκέτο και την επιθετική έξαρση, διαδέχονται ρυθμικές «μπαλάντες», παραλληλιζόμενες με την ενδοσκοπική στροφή-μετάβαση και την κοινωνική εναρμόνιση του πρωταγωνιστή.
ΓΛΩΣΣΟΠΛΑΣΤΕΣ
Συζητούσα με έναν φίλο μου για την έντονη ικανοποίηση που αντλεί ο σύγχρονος αστός από την επαφή του με τη φύση, όπως αποτυπώνεται και μέσα από το «ευγενές» (σικ) άθλημα του χειμερινού σκι. Φτάνοντας την κουβέντα στο επίμαχο σημείο, δηλαδή στην επιλογή χιονοδρομικού κέντρου και απαριθμώντας τα υπέρ και τα κατά των ανά την επικράτεια χιονοδρομικών κέντρων, διαπιστώνω ότι το Καϊμακσαλάν έχει μετονομαστεί σε Καϊμάκ.
Αντιλαμβάνομαι την υποσυνείδητη ανάγκη του σύγχρονου έλληνα να στρογγυλεύει τις λέξεις σε ολιγοσύλλαβες, σύμφωνα με τις επιταγές της κυρίαρχης αγγλοαμερικανικής τεχνοκρατικής κουλτούρας. Δε θα επικεντρώσω τα βέλη της κριτικής μου σε αυτό το σημείο αναγνωρίζοντας ότι η οποιαδήποτε γλώσσα, στην προσπάθειά της να αποτυπώσει τη ζώσα πραγματικότητα, εφευρίσκει, δανείζεται, και μεταβάλλει λέξεις.
Η υποδηλούμενη χρονική συμπίεση, κάτω από τη σκέπη της προαναφερόμενης κουλτούρας είναι το ζήτημα μου. Η υποσυνείδητη επιθυμία του σύγχρονου ανθρώπου να παροντοποιήσει το μέλλον του προδιαγράφοντας κάθε δυνατή πτυχή του, περικόπτωντας καθετί που φαντάζει μη αναγκαίο, ακόμα και λέξεις, ή μάλλον περικόπτωντας πρώτα από όλα λέξεις, καθόσον μέσα από τις λέξεις προσδιορίζουμε τη σχέση μας με ό,τι μας περιβάλλει.
Χαλαρώστε παιδιά! Ας συντονίσουμε το ψυχολογικό μας ρολόι με το Κοσμικό ρολόι αναγνωρίζοντας την αστοχία και τη φθορά σαν συστατικό στοιχείο του εγκόσμιου ρόλου μας. Με αυτό τον τρόπο ίσως καταφέρουμε να έρθουμε περισσότερο κοντά στον πραγματικό μας εαυτό, απομακρυνόμενοι από το ιδεατό μας «προσωπείο» και να χαρούμε μικρές παραγνωρισμένες ανθρώπινες στιγμές.
ΚΑΛΗΜΕΡΑ
Ξημερώματα Σαββάτου ξεκινώ τη δημιουργία του προσωπικού μου ηλεκτρονικού ημερολογίου.
Με αυτές τις λιγοστές γραμμές εγκαινιάζω τη συμμετοχή μου στον παγκόσμιο ηλεκτρονικό ιστό γράφοντας σε όλο τον κόσμο, αυτό δεν είναι το μέτρο μιας φιλόδοξης αρχής, στον εαυτό μου, ή και στο κενό.....