Κυριακή, Μαρτίου 11, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (300)


Είδα την ταινία «300» σε σκηνοθεσία Zack Snyder με τους Gerard Butler, Lena Headey, Dominic West, David Wenham, Vincent Regan, Rodrigo Santoro στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
480 π.Χ. Τριακόσιοι Σπαρτιάτες υπό τη βασιλεία του Λεωνίδα κατευθύνονται, μαζί με 700 Πλαταιείς, στις Θερμοπύλες για να αντιμετωπίσουν τη στρατιά του επελαύνοντα βασιλιά των Περσών Ξέρξη. Ο πολλαπλάσιος Περσικός στρατός εγκλωβίζεται στα στενά των Θερμοπυλών μη μπορώντας να αναπτυχθεί σε θέση μάχης, μέχρι που ο Εφιάλτης δίνει τη λύση, προδίδοντας το μυστικό μονοπάτι που οδηγεί στις πλάτες των αμυνόμενων Ελλήνων. Οι Σπαρτιάτες πολεμούν μέχρι ενός, αφήνοντας άφθαρτη παρακαταθήκη να διατρέχει τους αιώνες το ρητό: «ω ξείν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι».
Το σενάριο που υπογράφεται από το σκηνοθέτη και τον
Kurt Johnstad, βασίζεται στο ομότιτλο κόμικ του Frank Miller. Πηγή έμπνευσης του Miller, σύμφωνα με δήλωσή του, αποτελεί η κινηματογραφική ταινία του 1962 «ο Λέων της Σπάρτης». Έχοντας αυτό κατά νου αντιλαμβανόμαστε ότι το κίνητρο των «300» δεν μπορεί να είναι η ιστορική αναπαράσταση. Παρόλο που δεν τα πηγαίνει ιδιαίτερα άσχημα σε αυτόν τον τομέα κάποιο άλλο είναι το σημείο αναφοράς. Μιλάμε φυσικά για την ανάδειξη δυο διαφορετικών κοσμοθεωριών και την αναμενόμενη σύγκρουσή τους, στο φυσικό σταυροδρόμι Δύσης και Ανατολής. Από τη μια, μια χούφτα εξαιρετικών πολεμιστών στα όρια του υπεράνθρωπου, μια ομάδα ελεύθερων ανθρώπων που επιλέγουν να θυσιάσουν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι τη μεγίστη των φυλετικών αρετών, την ανδρεία, και από την άλλη ένα συνοθύλευμα αποτελούμενο από απρόσωπες καρικατούρες χωρίς ατομική βούληση, που υπάρχουν μόνο για να ικανοποιούν τα καπρίτσια του θεϊκού μονάρχη. Το επίκαιρο του μηνύματος, που εκκινεί από τη συγκρουσιακή θεωρία του Huntington, είναι κάτι παραπάνω από προφανές και συνοψίζεται στην ηθική ανωτερότητα του ορθολογικού Δυτικού πολιτισμού που υψώνεται σαν προστατευτική ασπίδα απέναντι στον κόσμο του μυστικισμού και της έλλειψης αρχών δικαιοσύνης. Ωραία και ηθικοπλαστικά όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι μια προφανής ερώτηση υποσκάπτει όλο το σεναριακό οικοδόμημα. Πώς γίνεται να εκπροσωπείται ο ορθολογισμός από μια πολεμική φυλή που η διαιώνισή της βασίζεται στο θυμικό και προκρίνει σαν μέγιστη κοινωνική αξία την επίδειξη της ανδρείας στο πεδίο της μάχης; Οι διάλογοι επιπέδου me tarzan u jane απλά υπογραμμίζουν την έλλειψη δραματουργικής επεξεργασίας των χαρακτήρων. Κάτι που αναμένεται σε κάποιο βαθμό εφόσον η ταινία αντλεί την έμπνευσή της από ένα κόμικ.
Παρόλες τις αναφερόμενες σεναριακές ατέλειες η ταινία στέκεται και μάλιστα με το κεφάλι ψηλά εξαιτίας της υψηλής αισθητικής της. Σε αυτό συντελούν τόσο το σκηνοθετικό εύρημα της μετακόμικ αφήγησης όσο και η εξαιρετική φωτογραφία με τις χαρακτηριστικές χρωματικές μεταβάσεις. Εκεί που η αδρεναλίνη της αναμενόμενης αναμέτρησης φουντώνει, έντονα χρώματα με σημείο αναφοράς το κόκκινο διαδέχονται το αρχικό σχεδόν αποχρωματισμένο φόντο, ενώ το σκηνικό του θανάτου και της θυσίας γίνεται ακόμα πιο έντονο καθώς πνίγεται σε ένα μουντό πράσινο.
Πως τα καταφέρνουν εκεί στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και συνταιριάζουν «φθηνά» αρώματα σε «ακριβές» συσκευασίες είναι πραγματικά απορίας άξιο!!

Πέμπτη, Μαρτίου 08, 2007

ΕΡΓΑΣΙΑ & ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ


Συναντήθηκα προχτές με μια φίλη, πολύ νέα και πολύ ξεζουμισμένη, έτσι έδειχνε τουλάχιστον, από τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις, η οποία παρόλη την κούρασή της υπερθεμάτιζε υπέρ του σημαντικού ρόλου που παίζει η εργασία στη διαδικασία αυτοπροσδιορισμού του σύγχρονου ανθρώπου.
Ακούγοντας αυτά, η σκέψη μου ανέτρεξε στον Πολωνοεβραίο καθηγητή κοινωνιολογίας Zygmunt Bauman και το απολαυστικό βιβλίο του με τίτλο «Η εργασία, ο καταναλωτισμός και οι νεόπτωχοι». Εκεί εξετάζεται η έννοια της εργασίας στη νεωτερική εποχή σαν κοινωνικά αποδεκτή συνθήκη, οι μαρξιστικές καταβολές του καθηγητή είναι προφανείς, που στηρίζει τις υφιστάμενες οικονομικές σχέσεις καπιταλιστικού τύπου. Τι λέει με λίγα λόγια ο Bauman; Στην παραδοσιακή κοινωνία οι άνθρωποι δούλευαν έχοντας μια σταθερή, μετριοπαθή εικόνα των υλικών αναγκών που έπρεπε να ικανοποιήσουν. Η έννοια της ανθρώπινης ταυτότητας οικοδομούνταν, κατά κύριο λόγο, με βάση την οικογένεια, τα ήθη και τα έθιμα της κοινότητας, καθώς και τη θρησκεία. Ο ερχομός του συστήματος μαζικής παραγωγής με σημείο αναφοράς, στην πρώτη φάση της νεωτερικότητας, το εργοστάσιο, συνοδεύεται από τη γενικευμένη απροθυμία των εργατών να μισθώσουν την εργατική τους δύναμη. Μια σταυροφορία ξεκίνησε με στόχο την ηθική νομιμοποίηση της ρουτίνας της επαναλαμβανόμενης, αποκομμένης από το τελικό προϊόν, εργασίας. Τα χαρακτηριστικά της φιλοπονίας, της προσοχής στη λεπτομέρεια και της αφοσίωσης, αυτονόητες αναγκαιότητες όσο ο προνεωτερικός τεχνίτης διατηρεί τον έλεγχο του συνόλου της εργασίας του, έπρεπε να επαναπροσδιοριστούν από τη στιγμή που το εργοστασιακό σύστημα χρειαζόταν ανθρώπινα μέρη και όχι ολόκληρα ανθρώπινα όντα. Σημαντικό ρόλο σ' αυτή τη διαδικασία έπαιξε το δόγμα του προορισμού και η προτεσταντικής έμπνευσης εκδοχή της επίγειας δέσμευσης του ανθρώπου μέσω της σκληρής εργασίας. Όλα αυτά, για να μην πλατιάσω περισσότερο, συνεισέφεραν στην οικοδόμηση της ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου, κατά κύριο λόγο ως επαγγελματικής ταυτότητας, παρέχοντας ασφαλή κριτήρια συνολικής αποτίμησης του βίου. Αυτή η διαδικασία τίθεται σήμερα σε αμφισβήτηση καθώς έχουμε περάσει από την κοινωνία των παραγωγών στην κοινωνία των καταναλωτών. Εδώ οι άνθρωποι δεν προσδιορίζονται πλέον από το τι παράγουν, αλλά από το τι καταναλώνουν. Η μόνη σταθερή ταυτότητα του καταναλωτή αφορά στην αέναα τροφοδοτούμενη επιθυμία και τη συνακόλουθη
ικανότητά του να καταναλώνει υλικά αγαθά και εμπειρίες. Η ηθική της εργασίας αποσυνδεμένη από την παραγωγική ικανότητα του ανθρώπου έχει να συνεισφέρει μονάχα στην ηθική νομιμοποίηση των εχόντων, πριν την οριστική της απαξίωση. Είσαι φτωχός σημαίνει ότι είσαι αποκλεισμένος από οτιδήποτε εκλαμβάνεται σήμερα ως κανονική ζωή, με αποκλειστικά δική σου ευθύνη. Μια φαινομενικά άπειρη ποσότητα ελεύθερου χρόνου συνοδεύεται από την αδυναμία χρήσης του. Η κατάρρευση της αυτοεκτίμησης και η εσωτερίκευση αισθημάτων ντροπής και ενοχής είναι τα ψυχολογικά, ατομικά επακόλουθα αυτής της διαδικασίας συλλογικής απομείωσης. Αντίστοιχα, το σύγχρονο κράτος πρόνοιας σημαινόμενο αρνητικά σαν απουσία καταναλωτικής επιλογής φαίνεται να πνέει τα λοίσθια, ενώ και η συναφής με το κράτος πρόνοιας έννοια της ανεργίας, ως συντήρηση ενός εφεδρικού εργατικού δυναμικού έτοιμου να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγική διαδικασία κατά την ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου, έχει χάσει πλέον, για τους ίδιους λόγους, το νόημά της. Είναι η πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία που οι φτωχοί φαίνεται να μην έχουν λόγο κοινωνικής ύπαρξης. Και καταλήγει ο Bauman, εμφορούμενος από την ιδέα της «ηθικής αίσθησης», κοινής σε όλους τους ανθρώπους. «Η ύπαρξη της φτώχειας σε κοινωνίες αφθονίας αποτελεί έναν ηθικό παραλογισμό μια διαστρέβλωση της ηθικής φύσης του ανθρώπου».
Εσείς τι λέτε;

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (Ο ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΗΣ)


Είδα την ταινία «Ο Καθοδηγητής», όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο πρωτότυπος τίτλος «The good shepherd», σε σκηνοθεσία Robert de Niro με τους Matt Damon, Angelina Jolie, Alec Baldwin, Robert De Niro, William Hurt, Timothy Hutton, Martina Gedeck στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Έντουαρτ Μπελ Ουίλσον απόφοιτος του Yale και μέλος της αδελφότητας Skulls & Bones στρατεύεται σαν μυστικός πράκτορας, παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στην υπηρεσία της νεοσυσταθείσας, από τους Αμερικανούς, O.S.S. Διοικητής της υπηρεσίας συλλογής πληροφοριών και ταυτόχρονα στρατολόγος νέων στελεχών ορίζεται ο στρατηγός Σάλιβαν. Λίγο μετά το γάμο του με την Μάργκαρετ Ράσσελ ο Ουίλσον μεταβαίνει στην Ευρώπη όπου μαίνεται ο πόλεμος. Το τέλος του τον βρίσκει στο Βερολίνο, να οργανώνει το μεταπολεμικό πληροφοριακό δίκτυο. Η επιστροφή του πίσω στην πατρίδα συνοδεύεται από την οδυνηρή ανακάλυψη του αγεφύρωτου χάσματος που έχει δημιουργηθεί, προϊόντος του χρόνου, ανάμεσα σε αυτόν, τη γυναίκα του και το γιό του. Θα μπορέσει να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο; Το ερώτημα αυτό μετεωρίζεται καθώς οι πολιτικές εξελίξεις τρέχουν με ραγδαίους ρυθμούς. Έτσι το 1947 επί προεδρίας Τρούμαν η O.S.S. μετονομάζεται σε Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, επί το γνωστότερο C.I.A. Ο Ουίλσον, πάντα υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Σάλιβαν, αναλαμβάνει το τμήμα αντικατασκοπείας, δίνοντας το στίγμα στην πρώτη περίοδο του «Ψυχρού πολέμου» που εγκαινιάζεται με τη συνθήκη της Γιάλτας και ολοκληρώνεται με την αποτυχημένη επέμβαση στον κόλπο των Χοίρων, το 1961, επί προεδρίας Kennedy. Εκείνη τη χρονιά ο Έντουαρτ Τζούνιορ που έχει, στο μεταξύ, στρατευθεί στην υπηρεσία της C.I.A., παίζει ενεργό ρόλο στη διαρροή της πληροφορίας της απόβασης στη Σοβιετική πλευρά. Μια διπλή πράκτορας παγιδεύει το γιο του αρχιπράκτορα, θέτοντας σε κίνδυνο την ενότητα της υπηρεσίας καθώς οδηγεί στο πρώτο μεγάλο φιάσκο από την εποχή της σύστασής της. Το χάσμα ανάμεσα σε γιό και πατέρα βαθαίνει ακόμα περισσότερο...
Ο «Καθοδηγητής» είναι ένα κατασκοπικό θρίλλερ που βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά. Το σενάριο που φέρει την υπογραφή του Eric Roth, οργανώνεται σε δυο κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά στην προσωπική ιστορία του μυστικού πράκτορα Ουίλσον, ενώ η δεύτερη σκιαγραφεί τον κατασκοπευτικό παραλογισμό που επέδειξαν οι, πάλαι ποτέ, υπερδυνάμεις κατά την ψυχροπολεμική περιόδο. Ας ρίξουμε μια ματιά σε καθεμιά από αυτές. Στην πρώτη κατεύθυνση βλέπουμε να οικοδομείται ένας απρόσωπος γραφειοκρατικός χαρακτήρας, ένα ρομποτικό υπερόπλο που θυσιάζει την προσωπική του ζωή στο βωμό του καθήκοντος απέναντι στην πατρίδα και την αδελφότητα που εκπροσωπεί. Ακόμα και τη στιγμή που η ζωή του μονάκριβου γιού του τίθεται σε κίνδυνο, ο Ουίλσον κατορθώνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο Υπηρεσιακό και το προσωπικό συμφέρον. Οι μοναδικές περιπτώσεις, που ο αρχιπράκτορας παρεκκλίνει συναισθηματικά αφορούν στην εκτέλεση του πρώην καθηγητή του και μια απρόσμενη συνάντηση με την πρώην ερωμένη του. Αντιστοιχούν όλα αυτά σε μια πραγματική πραγματικότητα; Νομίζω πως ο ανθρώπινος ψυχισμός είναι περισσότερο πολύπλοκος για να επιδέχεται τέτοιου είδους μανιχαϊκές απλοποιήσεις. Αυτό που προξενεί ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση, ειδικά στη μητρόπολη του οικονομικού φιλελευθερισμού, αφορά στην απουσία του προσωπικού κινήτρου, σαν προωθητικού μηχανισμού που θέτει σε κίνηση την ιστορία, είτε με τη μορφή της επαγγελματικής ανέλιξης στην Υπηρεσία, είτε με τη μορφή υλικών απολαβών. Η μοναδική αναφορά που γίνεται σε μυστικούς λογαριασμούς, αφορά στον αξιωματούχο Άλλεν και αυτό με σχεδόν απαρατήρητο τρόπο. Στη δεύτερη κατεύθυνση το παζλ της ψυχροπολεμικής ιστορικής αναπαράστασης εμφανίζεται ελλιπές από τη στιγμή που εκλείπει το κομμάτι της μακαρθικής υστερίας που διατρέχει τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950. Με όλα αυτά έχουμε έναν σκοτεινό, αλλά ταυτόχρονα εξωραϊσμένο παράπλευρο κόσμο.
Περνώντας στα υφολογικά χαρακτηριστικά βλέπουμε την πλήρη αφομοίωση από τον De Niro, της σκηνοθετικής ματιάς του ανθρώπου που τον ανέδειξε, του Scorsese. Δηλαδή, συνεχή περάσματα από την προσωπική στην πολιτική ιστορία, με ρυθμικές εναλλαγές γρήγορων cut σε διερευνητικά slow motion στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών. Τα σκορτζεζικής έμπνευσης χαρακτηριστικά δεν εξαντλούνται εδώ. Ο θεσμός της οικογένειας στη διευρυμένη εκδοχή της αδελφότητας, δίνει ένα βροντερό παρόν, ενώ και η εμβληματική φιγούρα του Joe Pesci κάνει ένα γρήγορο πέρασμα προς το τέλος της ταινίας. Η σκοτεινή φωτογραφία αποδίδει με ακρίβεια έναν κόσμο που κινείται στο παρασκήνιο της ιστορίας. Εκπληκτικός ο Damon, στο ρόλο του ρομποτικού υπαλλήλου με το διευρυμένο Υπερεγώ.
Ένα ατμοσφαιρικό κατασκοπικό θρίλερ που, παρόλες τις σεναριακές αδυναμίες που προαναφέραμε, αξίζει να δείτε.

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ)


Είδα το έργο «Η Ψυχή στο στόμα» σε σκηνοθεσία Γιάννη Οικονομίδη με τους Ερρίκο Λίτση, Βαγγέλη Μουρίκη, Μαρία Κεχαγιόγλου, Γιάννη Βουλγαράκη, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Τάκης είναι πενηντάρης εργαζόμενος σε βιοτεχνία. Υφίσταται αδιαμαρτύρητα τη λεκτική βία των συναδέλφων εργατών και του αφεντικού του. Ο Τάκης είναι παντρεμένος με παιδί. Η γυναίκα του είναι αλκοολική και τον απατά με τον αδερφό του αφεντικού του. Ο Τάκης έχει μια αδερφή, η οποία αντιμετωπίζει έντονα ψυχολογικά προβλήματα και θα πρέπει να την πάρει πίσω σπίτι του. Ο Τάκης έχει δανειστεί χρήματα από έναν τοκογλύφο, τα οποία αδυνατεί να επιστρέψει. Μια μέρα ο Τάκης θα εκραγεί…
Η δεύτερη, μετά το «Σπιρτόκουτο», ταινία του Οικονομίδη, παρουσιάζει με σοκαριστικό, είναι η αλήθεια, τρόπο, τη μεταμοντέρνα εκδοχή μιας κοινωνίας αυτιστικής, εγωπαθούς, προκλητικής και βίαιης. Το σενάριο που συνυπογράφεται από το σκηνοθέτη και τους συμμετέχοντες ηθοποιούς βασίζεται στον ατακαριστό λόγο. Κυκλικοί, βίαιοι, αντικριστοί μονόλογοι από ανθρώπους που δεν έχουν να περιμένουν κάτι από τη ζωή, από εξαθλιωμένα, χυδαία, προσωπεία που αντιλαμβάνονται τις σχέσεις, όπως και τον έρωτα, σαν πράξη επιβολής. Ανάμεσα στα διασταυρούμενα λεκτικά πυρά, που εκτοξεύονται από όλους εναντίον όλων, βρίσκεται ο Τάκης ο μοναδικός που αναλογίζεται βουβά το βούρκο, στον οποίο κυλιέται σε καθημερινή βάση. Τι θέλει να πει ο Οικονομίδης; Η γλώσσα σαν εργαλείο επικοινωνίας, που σημαίνεται από και ταυτόχρονα σημαίνει τις κοινωνικές αξίες κάθε εποχής, είναι ουσιαστικά απονεκρωμένη. Οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν, δεν γνωρίζουν αλλήλους, απλά διεκπεραιώνουν υποθέσεις και ψυχικά τραύματα. Το δράμα του ιστορικού Υποκειμένου, ανατρέχοντας πίσω στη φιλοσοφία του γερμανικού ιδεαλισμού και τον Fichte, που αναγνωρίζεται προσδιοριζόμενο μέσα από τον Άλλο, ολοκληρώνεται με τη βίαιη οικειοποίησή του. Αυτή η οικειοποίηση που στο πραγματικό επίπεδο δεν μπορεί να είναι οριστική θα πρέπει να επαναβεβαιώνεται διαρκώς. Έτσι ακριβώς δεν οργανώνεται η σύγχρονη κοινωνία σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο; Η κυρίαρχη κουλτούρα της επιδεικτικής κατανάλωσης είναι κάτι άλλο πέρα από μια πράξη συμβολικής επιβολής; Υπάρχει άραγε λύτρωση; Εδώ ο Οικονομίδης δεν εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξος. Η τελευταία πράξη του δράματος δεν μπορεί να είναι άλλη από ένα έγκλημα στρεφόμενο ενάντια στο συμβολικό «πατέρα» και την απειλή του φαντασιακού ευνουχισμού που εκπροσωπεί. Το καθημερινό μασάζ στο γόνατο του αφεντικού με τις κρυπτομοφυλοφιλικές του προεκτάσεις αυτό ακριβώς εκφράζει.
Περνώντας στα υφολογικά χαρακτηριστικά η μοναδική αίσθηση του ρυθμού, που επιτυγχάνεται μέσα από διαδοχικά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα-φορείς της βίας, κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Στην απόδοση του νοσηρού κλίματος συμβάλλει τα μέγιστα η κλειστοφοβική φωτογραφία με τα μουντά χρώματα. Εξαιρετικό το cast των ηθοποιών που πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή. Ο Λίτσης σωματοποιεί πλήρως έναν, κατά βάση, βουβό ρόλο.
Μια ταινία γροθιά στο στομάχι του αστικού καθωσπρεπισμού, που μπορείτε να παρακολουθήσετε αποκλειστικά στον κινηματογράφο Μικρόκοσμος.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 23, 2007

ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ


Αφορμή για τα όσα ακολουθούν αποτέλεσε μια πολύ ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων στο φιλόξενο www.prosopa.com, τις τελευταίες μέρες, σχετικά με το θάνατο και το νόημα της ζωής. Ανάμεσα στα άλλα που σχολίασα έγραψα το εξής: «Στη φυσική, ο πρώτος νόμος της θερμοδυναμικής είναι γνωστός ως νόμος διατήρησης της ενέργειας. Σύμφωνα με αυτόν η συνολική ενέργεια σε ένα κλειστό σύστημα παραμένει αμετάβλητη. Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής αφορά στην περίφημη εντροπία, δηλαδή στην απώλεια ενός μέρους της μηχανικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για την παραγωγή έργου, ως θερμότητα. Έτσι το σύμπαν, αν δεχτούμε ότι είναι κλειστό σύστημα, μέσα από αυτή την αέναη παραγωγή έργου, κινδυνεύει από θερμικό θάνατο. Σήμερα, σύμφωνα πάντοτε με τις τελευταίες απόψεις των φυσικών, η συνολική ενέργεια του σύμπαντος ισούται με το μηδέν. Δηλαδή ερχόμαστε από το τίποτα, πηγαίνοντας προς το τίποτα. Και για να το ελαφρύνω λίγο, ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα του τίποτα, τρεμοσβήνει το δικό μας κάτι».
Εδώ θέλω να μιλήσω λίγο περισσότερο για αυτό το τίποτα που τρεμοσβήνει. Δυο φορές την εβδομάδα τρέχω στο λόφο του Αρδηττού, πίσω από το Καλιμάρμαρο στάδιο. Εκεί τις βραδινές ώρες με φόντο την Ακρόπολη, ακολουθώ το δικό μου μαραθώνιο, μη φανταστείτε τίποτα σπουδαίο, πέντε χιλιόμετρα. Διασταυρώνομαι, προσπερνώ ή με προσπερνούν, ανθρώπινες σκιές που αγωνίζονται το δικό τους αγώνα. Προσπαθώ να διακρίνω πρόσωπα, τις περισσότερες φορές ανεπιτυχώς στο μισοσκόταδο, ή χνάρια στο νοτισμένο από την υγρασία της νύχτας, χώμα. Νιώθω μια τεράστια περιέργεια για όλους αυτούς τους «αόρατους» συνοδοιπόρους της νύχτας. Πως βρεθήκαμε όλοι εμείς εκεί; Γιατί εμείς και όχι κάποιοι άλλοι; Άραγε έχουμε τις ίδιες ανάγκες, τις ίδιες αγωνίες; Έτσι πορευόμαστε χρόνια ολόκληρα, σε μια, κατά κύριο λόγο, βουβή συμμετρία. Απέναντι η Ακρόπολη φωταγωγημένη μας ευλογεί, θαρρείς, με τη σοφία των αιώνων που κουβαλάει στην πλάτη της. Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Έτσι ακριβώς φαντάζομαι τη ζωή. Έναν συνεχή δρόμο άσκησης των αισθήσεων και των νοητικών διαδικασιών που διεγείρουν. Με κάποιους θα συμπορευτείς, κάποιους θα προσπεράσεις, ίσως γιατί είσαι πιο βιαστικός ή πιο προπονημένος, κάποιοι θα σε προσπεράσουν. Το τέρμα όμως μας περιμένει όλους, δυστυχώς χωρίς να το έχουμε καθορίσει. Αυτό που μπορούμε όμως να ορίσουμε είναι τη διαδρομή και το τέμπο της. Εντάξει, δε θα μας δαφνοστεφανώσει όλους, στο τέλος της διαδρομής, ο χρόνος. Ο Περικλής, ο Φειδίας, ο Πλάτωνας κέρδισαν το στοίχημα με το χρόνο. Πίσω από αυτούς εκατομμύρια άλλοι ήρθαν και χάθηκαν τα χνάρια τους, χωρίς να τους αφουγκραστεί καμμία ιστορία. Όμως, γνωρίζω ότι δίπλα σε κάθε επιφανή Poussin, υπάρχει ένας Georges De la Tour, δίπλα σε κάθε παιδί μια μητέρα, δίπλα σε κάθε εραστή μια ερωμένη, δίπλα σε ένα φίλο ένας προσιτός συνοδοιπόρος. Έχοντας όλα αυτά σαν φόντο, μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε την καθημερινότητά μας, αγωνιζόμενοι να την υπερβούμε. Η υπέρβαση αφορά στις σχέσεις που δημιουργούμε. Οι σχέσεις για να παραμένουν ζωντανές απαιτούν κατανοητική συνύπαρξη. Η τελευταία προϋποθέτει την αυτοσυνείδηση, δηλαδή τη διαφύλαξη της έννοιας του Προσώπου ως ιστορικού υποκειμένου, απέναντι στη χρησιμοθηρία και τον καταναλωτικό εκμαυλισμό. Έτσι διασφαλίζεται η αναστοχαστική ανατροφοδότηση, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Αυτό, το ρίζωμα σε μια ουσιαστική ενότητα της οποίας αποτελούμε συστατικά μέρη, είναι για μένα η μοναδική θεραπεία απέναντι στη λήθη, το μοναδικό νόημα της ανθρώπινης περιπλάνησης, σε ένα σύμπαν βουβό και αδιάφορο.
Σήμερα, σε μια ακόμα ειρωνική συγκυρία της ζωής, πέθανε ένα πρόσωπο από το ευρύ οικογενειακό μου περιβάλλον. Ένας ακόμα κοινός άνθρωπος, για τον οποίο δεν θα γραφτεί καμία παράγραφος στο βιβλίο της ιστορίας. Ήταν κάποτε μια όμορφη γυναίκα που στοίχειωνε τις άγουρες ερωτικές μου φαντασιώσεις. Οι δικοί της, απόλυτα κοντινοί άνθρωποι, θα αναλάβουν να κρατήσουν αναμμένο το κερί της μνήμης, απέναντι στο απαλό αεράκι της λησμονιάς. Όλοι οι υπόλοιποι, «ας είμαστε ρεαλιστές, ας επιζητούμε το ανέφικτο». Ή αλλιώς με τα λόγια του Montaigne, «το να φιλοσοφεί κανείς σημαίνει ότι μαθαίνει τον τρόπο για να πεθάνει».

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ IWO JIMA)


Είδα την ταινία «Γράμματα από το Iwo Jima» σε σκηνοθεσία Clint Eastwood με τους Ken Watanabe, Kazunari Ninomiya, Tsuyoshi Ihara, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Φεβρουάριος 1945 Β΄ παγκόσμιος πόλεμος. Οι σύμμαχοι έχουν αποφασίσει να τερματίσουν τον πόλεμο που μαίνεται στο θέρετρο του Ειρηνικού ωκεανού κάνοντας απόβαση στα Ιαπωνικά νησιά. Μια από τις πιο σημαντικές και αιματηρές μάχες ήταν εκείνη που αφορούσε στην κατάληψη του νησιού
Iwo Jima από τους Αμερικανούς πεζοναύτες. Στην ταινία παρακολουθούμε την κατάληψη του νησιού ιδωμένη από την Ιαπωνική πλευρά. Κεντρικά πρόσωπα είναι ο στρατηγός Κουριμπαγιάσι, που έρχεται σε αντιπαράθεση με το επιτελείο του εξαιτίας της επιλεγόμενης κλεφτοπολεμικής αμυντικής τακτικής και της αμερικάνικης στρατιωτικής του εκπαίδευσης, ο βαρώνος αντισυνταγματάρχης Νίσι, ένας φιλελεύθερος εστέτ ολυμπιονίκης Ιππασίας και ο επιστρατευμένος φούρναρης Σάϊγκο που αγωνιά να επιστρέψει πίσω ζωντανός, τηρώντας την υπόσχεση που έχει δώσει στη γυναίκα του.
Ο
Clint Eastwood ολοκληρώνει την αναφορά του στην ΑμερικανοΙαπωνική σύγκρουση που ξεκίνησε με τις «Σημαίες των Προγόνων μας», με μια σπουδαία ταινία. Το σενάριο υπογραμμένο από την Iris Yamashita βασίζεται στα θαμμένα στη γη ανεπίδωτα γράμματα των Γιαπωνέζων στρατιωτών. Ενώ η πρώτη ταινία περιστρέφεται γύρω από την πολιτικοοικονομική εκμετάλλευση του ηρωϊσμού των απλών στρατιωτών, εδώ δεν υπάρχουν ήρωες, παρά μόνο πόνος και απελπισία. Οι ανθρώπινες ζωές θυσιάζονται για ακόμη μια φορά, με ένα διαφορετικό από την πρώτη ταινία τρόπο, στο βωμό του πολιτικού συμβολισμού. Γιατί η Ιαπωνική πολιτική ηγεσία γνωρίζει ότι το νησί θα πέσει στα χέρια των Αμερικανών, εφόσον εκλείπει η ναυτική υποστήριξη. Το μήνυμα όμως πρέπει να είναι σαφές. Η νίκη σας θα είναι πύρρειος εφόσον αποφασίσετε να κάνετε απόβαση στο κυρίως σύμπλεγμα των Ιαπωνικών νησιών. Η στρατιά των πιστών Ασσασίνων του Χασάν Ιμπν Σαμπάχ του θρυλικού «Γέρου του βουνού» είναι εδώ για να τρομοκρατήσει, ακόμα μια φορά, τους επίδοξους κατακτητές. Η κοντόφθαλμη Ιαπωνική ηγεσία δικαιώνεται προσωρινά καθώς οι Αμερικανοί δεν αποτολμούν να πατήσουν σε Ιαπωνικό έδαφος. Όμως τα τραγικά γεγονότα στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι ένα χρόνο αργότερα έρχονται για να καταδείξουν ότι η καθαγιασμένη, από τον κώδικα των Σαμουράϊ, αυτοκτονία ως ύψιστο καθήκον και υποχρέωση μπροστά στην αποτυχία, δεν έχει θέση στο σύγχρονο κόσμο. Αυτή ακριβώς τη διευρυμένη προσωπικότητα, που αναδύεται σε βάρος της παραδοσιακής συλλογικότητας, έρχονται να αναδείξουν οι τρείς βασικοί πρωταγωνιστές, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Με αυτό τον πλάγιο τρόπο αποτίνεται ένας φόρος τιμής στις αξίες του Δυτικού πολιτισμού, που στηλιτεύθηκαν τόσο έντονα στην πρώτη ταινία.
Περνώντας στα υφολογικά χαρακτηριστικά, η μοναδική αίσθηση του ρυθμού κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή για 140 λεπτά, χωρίς να καθίσταται απαραίτητη η προσφυγή σε εντυπωσιακές σκηνές μάχης. Οι προσωπικές ιστορίες τονίζουν με ένα λιτό και περιεκτικό τρόπο το παράλογο του πολέμου. Χαρακτηριστική η σκηνή του Ιάπωνα λοχία που ενώ έχει αποφασίσει να πεθάνει ζωσμένος με νάρκες, δεν αντέχει την μακριά αναμονή του θανάτου και παραδίδεται στους Αμερικανούς. Μοναδική παραφωνία στο σκηνοθετικό οικοδόμημα, η παρατεταμένη έμφαση στην αμυντική οχύρωση του νησιού. Εξαιρετική η φωτογραφία, εμπνευσμένη θαρρείς από τη σφαγή της Χίου του
Delacroix, δεν θα μπορούσε να αποτυπώσει καλύτερα την απελπισία, την ερήμωση και το θάνατο. Ο Ken Watanabe στο ρόλο του ορθολογιστή στρατηγού, ο Kazunari Ninomiya στο ρόλο του φοβισμένου αρτοποιού που βαφτίζεται στρατιώτης και ο Tsuyoshi Ihara στο ρόλο του βαρόνου με το μπλαζέ ύφος του κοσμοπολίτη και τα φιλελεύθερα ιδεώδη, συνθέτουν μια εξαιρετική τριάδα πρωταγωνιστών.
Η καλύτερη ταινία του εβδομηνταεξάχρονου, με την εφηβική παρόρμηση,
Clint, υποψήφια για τέσσερα όσκαρ, που δεν πρέπει να χάσετε.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2007

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Σήμερα θα μιλήσουμε για τον Έρωτα. Τρείς ιστορίες θα αναλάβουν να ξυπνήσουν μέσα μας λησμονημένους απόηχους. Η πρώτη έλκει την καταγωγή της από την αρχαιοελληνική ποίηση, η δεύτερη από την αρχαιοελληνική φιλοσοφική γραμματεία και η τρίτη από την ιουδαϊκή θεολογία. Θα ξεκινήσουμε από το Ησίοδο και την κοσμογονία του. Εκεί, «στις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας υπάρχουν τρία φύλα: το αρσενικό, το θηλυκό και το ανδρόγυνο. Το τελευταίο αυτό φύλο ήταν δυνατό, έξυπνο και απειλούσε τους θεούς. Για να το υποτάξει ο Δίας αποφασίζει να το διαιρέσει. Έκτοτε τα χωρισμένα μισά αναζητούν το συμπληρωματικό τους». Συνεχίζουμε με το πλατωνικό Συμπόσιο. Ο λόγος στο Σωκράτη, ο οποίος αφηγείται στους συμποσιαζόμενους το διάλογο που είχε με τη Διοτίμα από τη Μαντίνεια. Η Διοτίμα αρχίζει λέγοντας ότι «ο Έρωτας είναι ένας δαίμονας, ένα πνεύμα, που ζει μεταξύ θεών και ανθρώπων φέρνοντας σε επικοινωνία το φως με τη σκιά. Είναι γιος του Πόρου και της Πενίας. Ως γιος του Πόρου, μοιράζει αγαθά. Ως γιος της Πενίας, αναζητά τον πλούτο». Και καταλήγουμε με τον Αδάμ και την Εύα στην ιστορία των οποίων συμπυκνώνεται η περιπέτεια όλων των εραστών επί γής. «Ο παράδεισός τους, το αιώνιο παρόν, βρίσκεται επέκεινα του χρόνου. Εκεί, κάθε ζωντανό πλάσμα ζει σε απόλυτη αρμονία με τον εαυτό του και το περιβάλλον. Το αμάρτημα του Αδάμ και της Εύας τους κατακρημνίζει στη φθορά του χρόνου, την τυχαιότητα, τον πόνο και το θάνατο».
Τι μας λένε οι παραπάνω ιστορίες, μερικές χιλιάδες χρόνια πριν την έλευση της ψυχανάλυσης; Ότι είμαστε όντα ατελή, υποκείμενα στη φθορά και τη λήθη. Η ερωτική επιθυμία είναι διαρκής δίψα για τελείωση, δίψα για το Άλλο. Και το υπερφυσικό είναι το ουσιαστικό και το υπέρτατο Άλλο. Κάθε ζευγάρι εραστών ξαναζεί την ιστορία των πρωτόπλαστων, τον παράδεισο και την απώλεια του παραδείσου. Αγκαλιάζοντας το ποθούμενο πρόσωπο προσεταιριζόμαστε την ετερότητα προσβλέποντας ουσιαστικά στην κατοχή της. Ταυτόχρονα όμως χανόμαστε οι ίδιοι σαν πρόσωπα για να ξαναβρεθούμε ως αίσθηση. Όσο η αίσθηση γίνεται πιο έντονη, το κορμί που αγκαλιάζουμε γίνεται πιο αχανές. Το σαρκικό αγκάλιασμα είναι η κορύφωση του κορμιού και η απώλεια της ταυτότητας. Ηδονική πτώση σε ένα αρχέγονο βάθος, αντίληψη του χρόνου ως ενότητα, συμπύκνωση της ζωής σε μια στιγμή. Ο Εραστής συναντιέται με το Μύστη. Η κυκλική πορεία ολοκληρώνεται καθώς το αμάρτημα αναίρεσης της παρουσίας του άλλου ακολουθεί η ποινή εγκατάστασης της ετερότητας. Ο χρόνος που μας κατοικεί μας ερημώνει...
Ή αλλιώς σκέψεις πάνω στον έρωτα, τη ζωή και το επέκεινα, με αφορμή την ημέρα της γιορτής των ερωτευμένων.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 11, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑ)


Είδα την ταινία «Ο Λαβύρινθος του Πάνα» σε σκηνοθεσία Guillermo Del Toro με τους Sergi Lopez, Ariadna Gil, Maribel Verdu και τη ενδεκάχρονη Ivana Baquero, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ισπανία 1944. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου η Κάρμεν μετακομίζει με την κόρη της Οφηλία στο σπίτι του καινούργιου της συζύγου Βιντάλ. Ο Βιντάλ, λοχαγός στο στρατό του δικτάκτορα Φράνκο αναλαμβάνει να εκκαθαρίσει την περιοχή από τα υπολείματα των ανταρτών του Δημοκρατικού στρατού την ώρα που η Οφηλία αναλύπτει στον κήπο του νέου της σπιτιού ένα μυστηριώδη λαβύρινθο. Ο Φαύνος, φρουρός του λαβύρινθου, θα αποκαλύψει στην Οφηλία την ιστορία μιας χαμένης πριγκίπισσας. Η επιτυχής εκτέλεση τριών επικίνδυνων αποστολών θα ταυτοποιήσει την Οφηλία με την πριγκίπισσα, εγκαθιστώντας την στο βασίλειο της αιωνιότητας όπου ανήκει, αλλά και θα τη φέρει αντιμέτωπη με το λοχαγό Βιντάλ.
«Ο Λαβύρινθος του Πάνα», ακροβατώντας στα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, συνιστά το ιδανικό κινηματογραφικό αντίστοιχο του «μαγικού ρεαλισμού» που εκπροσωπεί στη λογοτεχνία ο Gabriel Garcia Marquez. Το σενάριο που φέρει και αυτό την υπογραφή του Del Toro, συνιστά μια καταγγελία του ολοκληρωτισμού και ταυτόχρονα έναν ύμνο στην ηθική υπεροχή του ελεύθερου ανθρώπου. «Η υπακοή για την υπακοή αφορά σε ανθρώπους της δικής σου κατηγορίας», πετάει στα μούτρα του λοχαγού Βιντάλ ο ουμανιστής γιατρός μέλος του Δημοκρατικού στρατού. Ο παλιός νιτσεϊκός διαχωρισμός ανάμεσα στο απολλώνειο και το διονυσιακό στοιχείο, δηλαδή ανάμεσα στο Λόγο και τη Βούληση, όπως εκφράζεται από το θεό Πάνα και τη ρωμαϊκή εκδοχή του το Φαύνο, επιστρέφει σαν ένα δέον που μένει να εκπληρωθεί. Αυτό το δέον, η «ηθική αίσθηση» του Σκωτικού Διαφωτισμού, που αντιπαρατάσσεται στην ατομιστική, χρησιμοθηρική χρήση του Λόγου, συνιστά, σύμφωνα με το σενάριο, ένα βασικό ανθρωπολογικό διαχωρισμό. Γι’ αυτό η μικρή Οφηλία βρίσκει ενστικτωδώς το σύμμαχό της στο πρόσωπο της οικιακής βοηθού Μερσέντες, αποστρεφόμενη το πρόσωπο του λοχαγού Βιντάλ. Γι’ αυτό ο Βιντάλ και ο κόσμος που εκπροσωπεί, φαντάζει απάνθρωπα ψεύτικος σε σχέση με τον Πάνα και τον κόσμο των ξωτικών που τον περιβάλλει. Το μήνυμα, λέει ο Del Toro, είναι πρόσκαιρα απαισιόδοξο. Οι Οφηλίες του κόσμου αυτού καταδικασμένες ίσως σε κάποιο προσωρινό δικαστήριο, εμφανίζονται δικαιωμένες στο μεγάλο δικαστήριο της Ιστορίας. Εκεί, όπου δεν υπάρχει χώρος για ονομαστικό προσκλητήριο, η ανθρωπινότητα, δηλαδή η έννοια του συμπάσχειν, επιστρέφει σαν ηθικότητα καθαγιάζοντας τον αγώνα ζωής των απλών ανθρώπων. Κατ’ αυτό τον τρόπο εξανθρωπίζεται η ιστορία και προσεγγίζεται αισιόδοξα το μέλλον του ανθρώπινου γένους.
Περνώντας στα υφολογικά χαρακτηριστικά, το βασικό σκηνοθετικό αίτημα που έχει να ικανοποιήσει ο
Del Toro αφορά στην εναρμόνιση του πραγματικού με το εξωπραγματικό, προκρίνοντας τελικά τον φανταστικό κόσμο της Οφηλίας σε βάρος του απάνθρωπου φασιστικού καθεστώτος. Αυτό επιτυγχάνεται με την εκπληκτική φωτογραφία του Guillermo Navarro, που στήνει εξαρχής μια ιδανική χρωματική ου-τοπία, την επιβλητική μουσική επένδυση του Javier Navarrete και την αρμονική αλληλοδιείσδυση των δυο ιστοριών. Συγκινητική η Ivana Baquero στο ρόλο της Οφηλίας και λιτός ο Sergi Lopez στο ρόλο του απάνθρωπου λοχαγού.
Μια εξαιρετική ταινία που δεν θα πρέπει να χάσετε. Η αίσθηση που προκάλεσε ακόμα και στο χολυγουντιανό κατεστημένο, που δεν φημίζεται για τα αμιγώς καλλιτεχνικά κριτήρια αξιολόγησης των έργων, είχε σαν αποτέλεσμα να προταθεί για έξι όσκαρ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 08, 2007

ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ...


Αφορμή για τα όσα ακολουθούν, αποτέλεσε η πρόταση μομφής που κατέθεσε το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης κατά της Κυβέρνησης.
Διαβάζω στο λεξικό ότι η μομφή σημαίνετε ετυμολογικά ως επίπληξη, κατηγορία, μάλωμα. Επιπλήττει λοιπόν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. την Κυβέρνηση, την κατηγορεί για απαξίωση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Στο επίκεντρο του γεγονότος δεσπόζει η τηλεοπτική περσόνα του κυρίου Παπανδρέου, ως φωτογενές φάντασμα του πατέρα του. Ξέχασε όμως ότι δεν βρισκόμαστε πια στο 1981, ή στο 1993. Η κοινή γνώμη είναι πλέον επαρκώς εκπαιδευμένη στα τηλεοπτικά σκέρτσα. Γιατί τι άλλο μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η άκομψη προσπάθεια απεμπλοκής από τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, στην οποία είχε αρχικά συναινέσει, μη συνεκτιμώντας τα εσωκομματικά προβλήματα που δημιούργησε το περίφημο άρθρο 16; Αυτό είναι που χρειαζόμαστε από ένα κόμμα που διεκδικεί την εξουσία; Επικοινωνιακούς ελιγμούς για εσωτερική κατανάλωση;
Εξίσου εξαιρετικές είναι όμως και οι επιδόσεις της Κυβέρνησης. Αυτή φοράει τους δικούς της παραμορφωτικούς φακούς. Από που να αρχίσω; Από τον καιροσκοπισμό που επιδεικνύουν κατά την κορυφαία διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης; Ή από τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουν την βουλευτική ιδιότητα, όπως διαπιστώσαμε κατά την περίφημη ψηφοφορία για το άρθρο 24; Πρόβατα οι ψηφοφόροι, πρόβατα και οι βουλευτές.
Ωραία και βουκολικά όλα αυτά, αλλά υπάρχουν και όρια. Ποιός σας είπε κύριοι της μικροπολιτικής ότι είσαστε εδώ για να ανακυκλώνετε το σύστημα εξουσία σας; Ποιός σας έδωσε το δικαίωμα να λουστράρετε τον αλαζονικό σας αυτισμό, πάνω στις πλάτες μας; Ποιός σας είπε ότι η πολιτική αφορά στην επικοινωνιακή διαχείριση του χρόνου παραμονής σας στην εξουσία; Γι’ αυτό σας ψηφίζουμε; Αν δεν μπορείτε να κάνετε κάτι καλύτερο, γιατί δεν μας απαλλάσετε οριστικά από την παρουσία σας;
Φτάνει πια....Δεν σας χρειαζόμαστε άλλο.


Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΓΥΡΙΖΕΙ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ)


Είδα την ταινία «Το Κορίτσι που Γυρίζει τις Σελίδες» σε σκηνοθεσία Denis Dercourt με τους Deborah Francois, Catherine Frot, Pascal Greggory, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η δεκάχρονη Μελανί Προυβό που ζεί στη Γαλλική επαρχία με τους μικροαστούς γονείς της, έχει ένα όνειρο, να γίνει σολίστας πιάνου. Οι εισαγωγικές εξετάσεις στο Ωδείο καταλήγουν σε αποτυχία όταν την ώρα της εξέτασης η πρόεδρος της επιτροπής αξιολόγησης Αριάν Φουσενκούρ γνωστή σολίστας πιάνου υπογράφει ένα αυτόγραφο, αποσπώντας την προσοχή της διαγωνιζόμενης. Δέκα χρόνια αργότερα η εικοσάχρονη Μελανί που έχει στο μεταξύ εγκαταλείψει το όνειρό της για καριέρα σολίστα, κάνει την πρακτική της σαν γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο του Ζαν Φουσενκούρ. Όταν ο τελευταίος αναζητά μια οικιακή βοηθό η Μελανί προθυμοποιείται στοχεύοντας στη σύζυγο του Ζαν Αριάν. Η εξαιρετική επιμέλεια που δείχνει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και οι μουσικές της γνώσεις θα την φέρουν πιο κοντά στην ιδιαίτερα ευάλωτη συναισθηματικά Αριάν, που αναρώνει έπειτα από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα. Η τελευταία σχεδιάζει την επιστροφή της στον κόσμο της μουσικής μέσα από μια σειρά παραστάσεων που ετοιμάζει μαζί με δυο φίλους της επαγγελματίες μουσικούς. Η Μελανί θα πάρει την εκδίκησή της όταν αναλαμβάνει να γυρίζει τις σελίδες της παρτιτούρας της Αριάν στο πρώτο επίσημο κονσέρτο που δίνει το τρίο.
Η ταινία «Το Κορίτσι που Γυρίζει τις Σελίδες» είναι ένα ψυχολογικό θρίλλερ, με αναφορές στον μετρ του είδους
Alfred Hitchcock και τον Claude Chabrol. Το σενάριο υπογραφόμενο από τον σκηνοθέτη και τον Jacques Sotty φέρει κάποια από τα βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά που καταξίωσαν το μεγάλο Άγγλο σκηνοθέτη. Πρώτα απ όλα την αξεπέραστη αίσθηση του σασπένς. Δίνουμε στο κοινό μια πληροφορία που τα πρόσωπα της ταινίας δε γνωρίζουν. Αυτό είναι το βασικό αφηγηματικό μοτίβο γύρω από το οποίο αναπτύσσεται η αγωνία του θεατή. Δεύτερον, όσον αφορά τους χαρακτήρες το μονοδιάστατο των αντρικών ρόλων που αντιπαραβάλλεται με γυναίκες πολυεπίπεδες, όμορφες, αλλά ψυχρές και απόμακρες. Τρίτον, τη σεξουαλικότητα που παρουσιάζεται με υπαινικτικό τρόπο διεγείροντας την ηδονοβλεπτική ματιά του θεατή. Τέταρτον, το αντικείμενο φετίχ, δηλαδή το αυτόγραφο που υπογράφει η Αριάν είναι το στοιχείο με το οποίο ανοίγει και κλείνει η αφήγηση. Στον Chabrol τώρα, οι γυναίκες και το ερωτικό πάθος είναι οι αφορμές για να ανέλθει στην επιφάνεια ο συντηρητισμός και ο υφέρπων φασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας. Έτσι, στο μεγαλοαστικό περιβάλλον της Αριάν οι ανθρώπινες σχέσεις βασίζονται στην υποκριτική συνύπαρξη και υπάρχουν θαρρείς μόνο στο όνομα της έξωθεν καλής μαρτυρίας. Το savoir ferre - πού είσαι Ζαμπούνη να με θαυμάσεις – είναι ο βρόγχος που καταπνίγει οποιαδήποτε εκδήλωση διαφορετικότητας απαλλάσοντας τα άτομα από την ενδοσκόπηση, την αυτογνωσία και την αλληλοαναγνώριση. Αυτή την κομφορμιστική χαύνωση έρχεται να αναδείξει η τροφοδοτούμενη από την εκδίκηση βούληση της Μελανί. Και φυσικά η κοσμοπολίτικη ευρύτητα πνεύματος πηγαίνει περίπατο, όταν το δικαίωμα στην ερωτική αυτοδιάθεση γκρεμίζει το οικοδόμημα της πρέπουσας κοινωνικής συμπεριφοράς.
Περνώντας στα υφολογικά χαρακτηριστικά της ταινίας θα δούμε ότι το μοντάζ οργανώνεται με στόχο την ανάδειξη βασικών αντιθετικών μοτίβων. Η ταξική και ηλικιακή αντίθεση ανάμεσα στη Μελανί και στην Αριάν αμβλύνεται από τον εσωτερικό αναδιπλασιασμό που υφίστανται οι δύο πρωταγωνίστριες. Έτσι η Μελανί τραμπαλίζεται ανάμεσα στην ανέμελη έφηβη που απολαμβάνει την επιστροφή στην εποχή της αθωότητας μέσα από το παιχνίδι στην εξοχή και στην έμμισθη υπάλληλο που ζητά την εκδίκησή της, ενώ και η Αριάν ταλαντεύεται ανάμεσα στην εύθραυστη καλλιτέχνιδα που αναζητά συναισθηματική οικειότητα και στην επιτυχημένη επαγγελματία και σύζυγο που αντλεί το κύρος της από την οικονομική και κοινωνική της θέση. Στο σημείο σύγκλισης των δυο χαρακτήρων έχουμε ένα φιλί και ένα τρυφερό αντάμωμα των χεριών στον κήπο ενώ στο σημείο απόκλισης την προδοσία και τη φυγή. Γι’ αυτό και ο θεατής φεύγει από την αίθουσα με μια γλυκόπικρη γεύση στο στόμα. Η ηθική αξιολόγηση των χαρακτήρων δεν μπορεί να γίνει εδώ με μονοσήμαντο τρόπο. Εξαιρετική η μουσική επένδυση του
Jerome Lemonnier συνδυάζει κλασσικά θέματα (Σοστάκοβιτς, Σούμπερτ, Μπάχ), με μοντέρνους ρυθμούς. Εξαιρετικές αποστασιοποιημένες ερμηνείες από τις δυο πρωταγωνίστριες που εμβαθύνουν με το παίξιμό τους, το διφορούμενο του χαρακτήρα τους.
Το καλό γαλλικό σινεμά δίνει για άλλη μια φορά το παρόν.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 01, 2007

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ & λοιπές ΦΟΥΣΚΕΣ


Διαβάζω στα «ΝΕΑ» της προηγούμενης εβδομάδας. «Αθώοι όλοι κατηγορούμενοι για τις φούσκες του Χρηματιστηρίου. Ομόφωνα κρίθηκαν σε δεύτερο βαθμό και οι έντεκα επιχειρηματίες και χρηματιστές, οι οποίοι καταδικάστηκαν πρωτόδικα για τις μετοχές – φούσκες».
Καταρχήν για το επικοινωνιακό μέρος του ζητήματος. Ο τίτλος της φούσκας ταιριάζει γάντι στον τρόπο που τα ελληνικά Μ.Μ.Ε. προβάλλαν το συγκεκριμένο γεγονός. Ένα ζήτημα που τροφοδότησε την μιντιακή σκηνή επί χρόνια ξεφούσκωσε σε ένα μονόστηλο στις αθέατες σελίδες των εφημερίδων. Ακούσατε τίποτα σχετικό στα δελτία ειδήσεων; Φυσικά και όχι. Κι αυτό γιατί η εμπορική τηλεόραση θα πρέπει να είναι πρώτα από όλα ελκυστική, για να προσελκύσει τις σειρήνες των διαφημιστών. Και είναι ελκυστική όταν παρουσιάζει φανταχτερά γεγονότα κολακεύοντας την άγνοια της μεγάλης μάζας των τηλεθεατών.
Πάμε τώρα στο ουσιαστικό ζήτημα. Η άνοδος του γενικού Χρηματιστηριακού δείκτη, από τις 933 μονάδες τον Δεκέμβριο του 1996, στις 6355 μονάδες στις 17 Σεπτεμβρίου του 1999 και η συνακόλουθη πτώση που οδήγησε το γενικό δείκτη στις 3388 μονάδες το Δεκέμβριο του 2000 συνιστά ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός, όπως και η διεθνής και τοπική συγκυρία. Πέρα όμως από τους επιμέρους παράγοντες και τη συμβολή του καθενός απ’ αυτούς στην απότομη άνοδο και πτώση του χρηματιστηριακού δείκτη υπάρχει κάτι που αγγίζει στον πυρήνα λειτουργίας των ελεύθερων αγορών.
Μιλάμε φυσικά για την απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανισμού προσφοράς και ζήτησης μέσω της οποίας διασφαλίζεται η ενσωμάτωση όλων των διαθέσιμων πληροφοριών στην τιμή. Το νεοκλασσικό ιδεολόγημα έρχεται να καταρρίψει η θεωρία της ασύμμετρης πληροφόρησης των Αμερικανών Οικονομολόγων
George Akerlof, Michael Spence, Joseph Stiglitz, που βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ το 2001. Δηλαδή, για να ξαναγυρίσουμε στο ζήτημα του ελληνικού χρηματιστηρίου και να το κάνουμε λιανά η πληροφόρηση που διαθέτει ο Διευθύνοντας Σύμβουλος μια εταιρίας, ένας θεσμικός επενδυτής, ή οποιοσδήποτε μεγαλόσχημος δεν είναι ισοδύναμη με την πληροφόρηση που διαθέτει ο μικροεπενδυτής. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η κερδοσκοπική πρακτική να έχει μόνιμα χαμένους και ο λαϊκός καπιταλισμός να καταλήγει όνειρο καλοκαιρινής νύχτας. Βέβαια από το «μακρινό» 2001 και το ακόμα μακρύτερο χρονικά 1999 έχει κυλίσει νερό στο αυλάκι της θεσμικής θωράκισης και της ελληνικής αγοράς.
Αλλά για να ξαναγυρίσουμε στο σκάνδαλο του χρηματιστηρίου αναλογιζόμενοι ότι η τοπική αγορά είναι μικρή, οι εμπλεκόμενοι πολλοί και τα χρήματα ακόμα περισσότερα, ο γνωστός δρόμος της λησμονιάς φαντάζει μονόδρομος.


ΥΓ. Αναζητήστε σε DVD το ντοκυμαντέρ «Enron Καρχαρίες στο δωμάτιο» ένα εξαιρετικό δείγμα στρεβλώσεων που μπορούν να παράγουν οι αγορές ελεύθερου ανταγωνισμού και παρακολουθήστε την ιστορία μονοπωλιακής συγκέντρωσης και κατάρρευσης του ενεργειακού κολοσσού Enron που επισυμβαίνει στην προηγμένη Αμερική το 2001.


Κυριακή, Ιανουαρίου 28, 2007

ΒΙΒΛΙΟ (ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ)


Με αφορμή την τελευταία ταινία του Mel Gibson που σχολίασα στο προηγούμενο post, αλλά και τα καλοκαιρινά τερτίπια του καιρού θα ήθελα να μιλήσω για ένα βιβλίο που διάβασα. Πρόκειται για την «Κατάρρευση» του Αμερικανού Jared Diamond καθηγητή γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο U.C.L.A.
Στο βιβλίο αυτό ο
Diamond εξετάζοντας ορισμένες κοινωνίες του παρελθόντος καταλήγει σε ένα επαναλαμβανόμενο μοντέλο καταστροφής που οδήγησε στον αφανισμό τους. Οι παράγοντες που συνθέτουν το μοντέλο είναι, η περιβαλλοντική καταστροφή, η αδυναμία αναγνώρισης και ανάσχεσης των δημιουργούμενων περιβαλλοντικών προβλημάτων, οι κλιματικές αλλαγές, οι ασταθείς εμπορικοί εταίροι και η πίεση από εξωτερικούς εχθρούς.
Παρόμοιοι παράγοντες καταστροφής εξακολουθούν να υφίστανται και σήμερα οδηγώντας σε κρίση πολλές από τις χώρες του επονομαζόμενου τρίτου κόσμου. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της Ρουάντα και της Αϊτής, ενώ η περίπτωση της Κίνας επανατοποθετεί το ζήτημα της οικονομικής ανάπτυξης σε ένα ευρύτερο πλαίσιο φυσικοκοινωνικής ευθύνης. Στο ισοζύγιο της ταχύτατα αναπτυσσόμενης Κινεζικής οικονομίας θα πρέπει τώρα να αντισταθμιστεί ένας μακρύς κατάλογος προβλημάτων που ξεκινά, από την συσσώρευση παγκόσμιων βιομηχανικών απορριμμάτων στην ενδοχώρα και την πρωτοφανή ατμοσφαιρική ρύπανση στα αστικά κέντρα και φτάνει μέχρι την ολική καταστροφή των φυσικών ενδιαιτημάτων (δάση, υγρότοποι) και τις επακόλουθες απώλειες στη βιοποικιλότητα. Τα προβλήματα αυτά, μη γνωρίζοντας χωρικούς φραγμούς χτυπούν την πόρτα και των σύγχρονων Δυτικών κοινωνιών με πιο αναγνωρίσιμο το πρόβλημα που αφορά στην ατμοσφαιρική ρύπανση και σχετίζεται με το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Οι περισσότεροι επιστήμονες σήμερα συμφωνούν ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες είναι μια από τις κύριες αιτίες, για την ασυνήθιστα γοργή αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας.
Υπάρχει τρόπος να αποφύγει ο κόσμος μας την αυτοκαταστροφή; Θα αντιστρέψω το ερώτημα. Υπάρχει περίπτωση να αναθεωρήσουμε τις θεμελιώδεις καταναλωτικές μας αξίες και να περιορίσουμε το βιοτικό μας επίπεδο όπως μετριέται σε ρυθμούς κατανάλωσης φυσικών πόρων και παραγωγής απορριμμάτων;
Ένα βιβλίο που θέτοντας το ζήτημα της περιβαλλοντικής ευθύνης και καταδεικνύοντας τα όρια του επιστημονικού ιδεολογήματος της αέναης τεχνολογικής προόδου, επιχειρεί να σπάσει το κουκούλι της τεχνολογικής αυτονομίας και καθολικής υπεροχής απέναντι στη φύση, στο οποίο βρίσκεται εγκλωβισμένος ο σύγχρονος άνθρωπος.
Εξαιρετικό το θέμα και η πρόκληση......

Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (APOCALYPTO)


Είδα την ταινία «Apocalypto» σε σκηνοθεσία Mel Gibson με τους Rudy Youngblood, Raoul Trujillo, Dalia Hernandez, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Τζάγκουαρ Πόου μαζί με τα υπόλοιπα μέλη μιας φυλής των Μάγια ζούν μια ήσυχη ζωή, κυνηγώντας στα δάση της χερσονήσου
Yucatan. Ο Ζίροου Γούλφ και οι πολεμιστές του που αναζητούν σκλάβους στην περιοχή επιτίθενται στον καταυλισμό, καίνε τα σπίτια και αιχμαλωτίζουν άντρες και γυναίκες. Οι αιχμάλωτοι μεταφέρονται στη μητρόπολη των Μάγια, οι γυναίκες για να πωληθούν στο σκλαβοπάζαρο και οι άντρες για να προσφερθούν θυσία στη θεά της γονιμότητας. Ο Τζάγκουαρ Πόου αφού γλυτώνει κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή τη θυσία, κατορθώνει στη συνέχεια να δραπετεύσει και να επιστρέψει στον καταυλισμό αναζητώντας την έγκυο γυναίκα και το γιό του.
Ο
Mel Gibson, μετά τα πολυσυζητημένα «Πάθη του Χριστού» επιστρέφει με μια ακόμα ιστορική ταινία. Το σενάριο που φέρει την υπογραφή του σκηνοθέτη και του Farhad Safinia κινείται σε δυο επίπεδα ένα ιστορικό και ένα συμβολικό. Στο ιστορικό επίπεδο γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί ο πολιτισμός των Μάγια μέσα από μια προσωπική ιστορία. Όμως η μοναδική ουσιαστική αναφορά σε αυτό τον μεγάλο πολιτισμό της κεντρικής Αμερικής αφορά στην ιεροτελεστία των ανθρρωποθυσιών και στη χρήση της γλώσσας Yukatek. Ολόκληρη σχεδόν η ταινία περιστρέφεται γύρω από μια ανιστορική μεταφορά αιχμαλώτων και την εναγώνια καταδίωξη του πρωταγωνιστή στα πρότυπα του Mad Max. Στο συμβολικό επίπεδο η κατάσταση εξελίσσεται ακόμα χειρότερα. Εδώ ο συμπαθέστατος Mel ξεκινάει ομολογουμένως ενυπωσιακά παίζοντας τη ρήση του αμερικανού φιλόσοφου και ιστορικού Will Durant, «οι πολιτισμοί πρώτα καταρρέουν εσωτερικά και μετά καταλύονται από εξωτερικούς εχθρούς», αλλά μένει τελικά εκεί. Ποιά είναι η κεντρομόλος δύναμη που κρατάει κατά Gibson, τον ανθρώπινο πολιτισμό σε μια κυκλική τροχιά διαρκούς καταστροφής; Η εγγενής ροπή του ανθρώπου προς το κακό, δηλαδή η ακατάσχετη βία, που θεμελιώνει πολιτισμό μέσα από το δίκαιο του ισχυρότερου. Ως προς το τελευταίο, δηλαδή το δίκαιο του ισχυρότερου, καμία αντίρρηση αρκεί να μην προβάλλεται με φόντο τις εσχατολογικές προτιμήσεις του καλλιτέχνη γιατί τότε συνιστά προπαγάνδα. Ευτυχώς, ή δυστυχώς για τους πάσης φύσης μελετητές, οι κοινωνίες είναι περισσότερο πολύπλοκες οντότητες για να επιδέχονται τέτοιου είδους απλουστευτικούς αφορισμούς. Έτσι σύμφωνα με περισσότερο αρμόδια χείλη οι πολιτισμοί καταρρέουν από την επίδραση μιας σειράς παραγόντων μεταξύ των οποίων ιδιαίτερα σημαντική και επίκαιρη θα έλεγα θέση κατέχει, η σχέση που αναπτύσσουν οι άνθρωποι με το οικοσύστημα που τους περιβάλλει. Ειδικότερα στην περίπτωση των Μάγια οι κυριότεροι παράγοντες που συνέβαλαν στην κατάρρευση του πολιτισμού τους (8ος-10ος μ.Χ. αι.) εντοπίζονται στην αποδάσωση και τη διάβρωση του εδάφους, σε μια παρατεταμένη περίοδο ξηρασίας και στον ανταγωνισμό μεταξύ τοπικών βασιλέων, που γινόταν περισσότερο έντονος καθώς επιτεινόταν η κρίση, οδηγώντας σε μια μόνιμη έμφαση στον πόλεμο (εδώ έχει δίκιο ο Gibson) και την σπάταλη ανέγερση μνημείων. Ένα μικρό μόνο δείγμα αυτής της προσπάθειας βασιλικής επίδειξης και επιβολής παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια της ταινίας. Πάμε τώρα στον δεύτερο ιδεολογικό στυλοβάτη της ταινίας την οικογένεια αυτό τον κυταρικό κοινωνικό θεσμό, που επιτρέπει την ανά τους αιώνες αναγέννηση του ανθρώπινου πολιτισμού. Να θυμήσω μόνο ότι ο Δυτικής έμπνευσης θεσμός της πυρηνικής οικογένειας είναι ένας μόνο από τους πολλούς τύπους βασικής κοινωνικής οργάνωσης που συναντάμε, καθώς μελετούμε την ιστορία ακόμα και την σύγχρονη. Αν τώρα, για να κάνουμε λίγο χιούμορ, στο γκιμπσονικής έμπνευσης δίπτυχο οικογένεια και θρησκεία προσθέσουμε και την πατρίδα, βλέπω να τον αδράχνει ο δικός μας Καρατζαφέρης που όπως και να το κάνουμε έχει τα κονέ του στο Hollywood, από τη συνύπαρξή του στο χώρο του bodybuilding με τον Schwarzenegger και να τον διορίζει επικοινωνιακό σύμβουλο, αν δεν υπάρξει κάποιο κόλλημα με τον καθολικισμό.
Επειδή τελικά κάθε καλλιτέχνης έχει το δικαίωμα να διατηρεί την προσωπική του ανεξάρτητη ματιά απέναντι στα πράγματα, πάμε τώρα στο τελευταίο σημείο σεναριακής κριτικής. Ο υπερβολικός τονισμός του μεταφυσικού στοιχείου που διατρέχει ολόκληρη την ταινία μπορεί να ταιριάζει γάντι με τη χριστιανική τελολογία της αποκάλυψης που πρεσβεύει ο
Gibson, αλλά φαντάζει λιγάκι αφελής στον σύγχρονο Δυτικό κόσμο του 21ου αι. που οργανώνεται κάτω από το ιδεολόγημα της επιστήμης. Κατ’ αυτό τον τρόπο υποσκάπτεται από μέσα το συνολικό οικοδόμημα που προσπαθεί να στήσει ο καλλιτέχνης.
Από σκηνοθετικής πλευράς, η θητεία στον
Mad Max φαίνεται ότι δεν πήγε χαμένη με αποτέλεσμα να έχουμε μια εξαιρετική μεγαλειώδη καταδίωξη. Σπουδαία δουλειά και στη φωτογραφία με μερικές σκηνές επιπέδου National Geographic. Να μην ξεχάσω να υπερθεματίσω και το ανοιχτό φινάλε με την απόβαση τον Ισπανών conquistadors και τη φυγή του ήρωα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Καθόσον γνωρίζουμε τη μεταγενέστερη συμπεριφορά που επιφύλαξαν οι Ισπανοί απέναντι στους ιθαγενείς είναι το κερασάκι στην τούρτα της αιώνιας ανακύκλωσης του ανθρώπινου πολιτισμού της βίας.
Είπαμε, καθένας με τις εμμονές και τις δυνατότητές του...

Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2007

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ και ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ


Γιατί ομάδα νεαρών κατέλαβε στα μέσα της εβδομάδας αίθουσα του Πάντειου Πανεπιστήμιου; Για να υλοποιήσουν τη δήλωση – δέσμευση της Υπουργού παιδείας, «ο λαός θα δώσει τη λύση». Και γιατί ήταν κουκουλοφόροι; Για να μην είναι αναγνωρίσιμη......η λύση.

Γιατί η ρουκέτα που εκτοξεύτηκε κατά της Αμερικάνικης Πρεσβείας προσγειώθηκε στην τουαλέτα, αντί στο θυρεό;

Για να δώσει μια συμβολική απάντηση η ρουκέτα, στο συμβολισμό της επίθεσης. Δηλαδή, «χέσε μέσα».

Και πως συνδέονται οι δυο άσχετες μεταξύ τους ενέργειες; Μα φυσικά με το κοινό νήμα της ορθολογικής προσέγγισης του προβλήματος και των δυνατοτήτων επίλυσής του.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 17, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΙ ΑΠΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ)


Είδα την ταινία «Πιο Παράξενο κι από Παράξενο», όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο πρωτότυπος τίτλος «Stranger than Fiction» σε σκηνοθεσία Marc Forster, με τους Will Ferrell, Dustin Hoffman, Emma Thompson, Maggie Gyllenhaal, Queen Latifah, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Χάρολντ Κρίκ είναι ένας ελεγκτής της εφορίας, η καθημερινότητα του οποίου χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο μηχανικών κινήσεων αναγνωρισμένης ακρίβειας. Η Κέι Άιφελ είναι μια συγγραφέας που πασχίζει να δώσει ένα τέλος στο τελευταίο της μυθιστόρημα. Η ζωή του Χάρολντ Κρίκ αναστατώνεται όταν ακούει μια «εσωτερική» φωνή, να περιγράφει τις σκέψεις του. Ο καθηγητής λογοτεχνίας Ζιλ Χίλμπερτ θα προσπαθήσει να βοηθήσει τον Κρίκ να αποκαλύψει το πρόσωπο, που κρύβεται πίσω από τη μυστηριώδη γυναικεία φωνή. Η κατάσταση γίνεται περισσότερο πιεστική, τόσο για τον Κρίκ καθώς ακούει την εσωτερική φωνή να προαναγγέλει το θάνατό του, όσο και για την Άιφελ καθώς ο εκδοτικός οίκος πιέζει για την ημερομηνία παράδοσης του βιβλίου. Όταν τελικά ο Κρίκ ανακαλύπτει ότι ο κεντρικός ήρωας στο μυθιστόρημα της Άιφελ είναι ο ίδιος, η τελευταία έχει ήδη εμπνευστεί τον τρόπο για να δώσει ένα τέλος...
Ο
Marc Forster μετά το ψυχολογικό θρίλλερ Stay, επιστρέφει με μια ακόμα ταινία μέσα στο 2006 που θα συζητηθεί. Πρώτο ζήτημα. Τι είδους ταινία είναι το «Πιο Παράξενο κι από Παράξενο»; Αισθηματική κομεντί, φανταστική κωμωδία, ή κοινωνικό δράμα; Όλα αυτά μαζί και τίποτε από αυτά. Μιλάμε για ένα παραμύθι, που συμπυκνώνει περισσότερες αλήθειες για τη ζωή από την ίδια τη ζωή. Δεύτερο ζήτημα. Τι είναι ο Χάρολντ Κρίκ; Ένας ευσυνείδητος εργαζόμενος, ή ένας μονομανής άνθρωπος; Όλα αυτά και κάτι περισσότερο. Ένας σύγχρονος αντιήρωας χαμένος μέσα σε μια μεγαλούπολη που ζει τη ζωή του όπως οι περισσότεροι άνθρωποι μέσα από μια αντιστροφή. Το μέσο, η εργαλειακή ορθολογικότητα έχει αναγορευτεί σε σκοπό, αντισταθμίζοντας έτσι την οριστική απώλεια προσωπικού νοήματος. Τώρα αν στη φετιχοποίηση των αριθμών, τη λογιστική αντιμετώπιση - αποτίμηση της ζωής, προσθέσετε την πάσης φύσης καταναλωτική μανία, έχετε μια πλήρη εικόνα του πρωτογενούς υλικού σχηματισμού των νευρώσεων που απειλούν τη ζωή των σύγχρονων αστών. Η νεωτερικότητα που ξεκινάει με το Διαφωτισμό και τη Γαλλική επανάσταση σαν ένα αίτημα ορθολογικής αυτονόμησης του ατόμου από κάθε λογής αυθεντία, φαίνεται να αυτοδιαλύεται μέσα στο φάντασμα της χρησιμοθηρικής πρόσληψης και αυτοπροβολής που η ίδια εξαπέλυσε. Γιατί αυτό ακριβώς υποκρύπτει το δίλλημα που αναδύεται καθώς η ταινία οδεύει προς το τέλος. Τι είναι πιο σημαντικό; Ένα αθάνατο έργο τέχνης, ή η ανθρώπινη ύπαρξη ως αυταξία; Ο Νίτσε, πιστός στον υπεράνθρωπό του θα απαντούσε σαφώς το πρώτο. Στην ταινία τώρα η απάντηση είναι ο άνθρωπος σαν λογικοσυναισθηματική οντότητα, που είναι σε θέση να αναγνωρίζει την απροϋπόθετη αξία που κρύβει ένα χαμόγελο, ένα αστείο, ένα χάδι, μια ζεστή αγκαλιά. Ο θεός των μικρών πραγμάτων είναι εδώ για να μας θυμίσει ότι η ζωή δεν είναι αναγκαστικά ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος όπου αυτό που κερδίζει κάποιος το χάνει κάποιος άλλος, καθώς και ότι η ευτυχία δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση τοποθετημένη σε ένα θολό αύριο, αλλά μια καθημερινή άσκηση συμπόρευσης. Για να ενεργοποιηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση δεν χρειάζεται να τεθεί το ερώτημα του θανάτου, όπως συμβαίνει με τον πρωταγωνιστή της ταινίας. Στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα μπορούμε να οδηγηθούμε και από άλλο δρόμο, το δρόμο του έρωτα. Η ερωτική μέθεξη για να θυμηθούμε αυτή την ποιητική έκφραση πλατωνικής προέλευσης, ερμηνευόμενη σαν επιθυμία γνώσης μπορεί να δώσει στον καθένα από εμάς τη χαμένη αίσθηση συμμετοχής σε κάτι που μας υπερβαίνει, χαλαρώνωντας λίγο το κυνήγι του ιδανικού εγώ που συνεχώς μας διαφεύγει.
Όπως θα καταλάβατε, δεν έχω καμμία διάθεση να προχωρήσω στη συνηθισμένη διαδικασία κριτικής αποτίμησης, ή ό,τι είναι αυτό που συνήθως επιχειρώ. Την ταινία αυτή τη λάτρεψα, γιατί με ταξίδεψε. Αυτό δεν είναι η τέχνη; Ένα ταξίδι με όχημα το ίδιο το έργο τέχνης και το πανανθρώπινο νόημα που φέρει; Εσείς τι λέτε;


Υ.Γ. Ξέχασα να αναφέρω έναν από τους πρωτεργάτες αυτής της προσπάθειας τον Zach Helm, ως τον άνθρωπο που υπογράφει το σενάριο.

Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ: Η ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΝΤΙΑΝ ΑΡΜΠΟΥΣ)


Είδα την ταινία «Το Πορτραίτο: Η αλλόκοτη ματιά της Ντιάν Άρμπους», όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο πρωτότυπος τίτλος «Fur: An Imaginary portrait of Diane Arbus» σε σκηνοθεσία Steven Shainberg με τους Nicole Kidman, Robert Downey Jr, Ty Burrell, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η Ντιάν Άρμπους γόνος πλούσιας οικογένειας εβραίων γουνεμπόρων, ζεί στη Νέα Υόρκη στα μέσα της δεκαετίας του ’50 με τον σύζυγό της Άλαν Άρμπους πετυχημένο φωτογράφο μόδας και τις δυο κόρες τους. Εγκαταλείπει την οικογένειά της όταν ερωτεύεται τον περιθωριακό Λάιονελ Σουίνυ, ο οποίος πάσχει από μια παράξενη ασθένεια καθολικής τριχοφυίας και βυθίζεται μαζί του στο γοητευτικό κόσμο του περιθωρίου. Ταυτόχρονα, κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα σαν φωτογράφος, εστιάζοντας το φακό της σε κάθε λογής περιθωριακές φιγούρες. Τα πορτραίτα αυτά θα την αναδείξουν σε μια από τις σημαντικότερες φωτογράφους του 20ου αι.
Ο
Steven Shainberg τέσσερα χρόνια μετά τη «Γραμματέα» επιστρέφει με μια βιογραφική ταινία. Το σενάριο που φέρει την υπογραφή της Erin Cressida Wilson και βασίζεται στο βιβλίο της Patricia Bosworth, προσπαθεί να σκιαγραφήσει το ψυχολογικό αδιέξοδο της ηρωίδας και να δώσει μια ερμηνεία της διαφυγής της, μέσω της φωτογραφίας, στον κόσμο του περιθωρίου. Το καταφέρνει όμως; Κατά τη γνώμη μου όχι. Κι αυτό γιατί επιλέγει να προσεγγίσει μια μάλλον καταθλιπτική προσωπικότητα μέσα από μια ερωτική περιπέτεια, την οποία χρωματίζει με επιφανειακές ψυχαναλυτικές πινελιές, δημιουργώντας μια αίσθηση επιστροφής στην παιδικότητα. Έτσι παρακολουθούμε την ηρωίδα να βάζει τα κλάματα σε μια συνέντευξη τύπου όταν περιγράφει την κενή περιεχομένου επαγγελματική της απασχόληση, να εκτονώνει με συγκαλυμένο τρόπο στο μπαλκόνι της, μια τάση επιδειξιομανίας και να ολοκληρώνει την επανάστασή της, φορώντας μια ζακέτα φτιαγμένης από τις τρίχες του εραστή της. Η έλξη που ασκούν οι περιθωριακοί πάνω της εξαντλείται στη δημιουργία ενός ερωτικού δεσμού με έναν άνθρωπο που το παρουσιαστικό του παραπέμπει στο επάγγελμα του πατέρα. Είναι όντως μια αλλόκοτη ματιά στη ζωή της Ντιάν Άρμπους. Τέτοια θέματα αν δεν θέλουμε να εξαντληθούν στο επίπεδο του προφανούς που κινδυνεύει να καταντήσει γραφικό προσεγγίζονται με διαφορετικό τρόπο. Αν επιμένεις στο ψυχολογικό προφίλ τότε χρειάζεται δουλειά σε βάθος με τον κίνδυνο να φανείς περίπλοκος, ή και ενοχλητικός. Μια σύνδεση του χαρακτήρα με το ευρύτερο περιβάλλον μέσω της αποτύπωσης των ιδιαίτερων επιθυμιών του ατόμου, οι οποίες έρχονται σε σύγκρουση με τους ρόλους που καλείται να παίξει, συνιστά μια ενδεδειγμένη μεθοδολογία προσέγγισης. Αλλιώς, επικεντρώνεσαι στο έτσι και αλλιώς πλούσιο έργο της φωτογράφου και τις σημαντικές στιγμές της καριέρας της και κάνεις μια εύκολη στην κινηματογραφική της αποτύπωση τανία, με εγγυημένη επιτυχία.
Πάμε τώρα στη σκηνοθεσία. Αν ο στόχος ήταν μια σύγχρονη διασκευή της πεντάμορφης και του τέρατος μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι επιτεύχθηκε. Ολόκληρο το σκηνοθετικό οικοδόμημα στηρίζεται σε προφανείς οπτικές αντιθέσεις. Το τακτοποιημένο και φωτεινό διαμέρισμα της Άρμπους σε σχέση με το γεμάτο μυστήριο και χρώματα επιστροφής στην αθωότητα διαμέρισμα του Σουίνι από τη μια μεριά και το καθαρό, ευανάγνωστο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας σε συσχέτιση με το σκοτεινό, δυσανάγνωστο πρόσωπο του εραστή της, από την άλλη. Ο κόσμος του περιθωρίου απλά συμπληρώνει μια παράταιρη ερωτική ιστορία δίνοντας μια επιπλέον αντίθεση ανάμεσα στο κιτς και το καθωσπρέπει. Η ιδιαίτερη έλξη που ασκεί το «τραύμα» της διαφορετικότητας, ή έστω η ηδονοβλεπτική ματιά που διεγείρει στην πρωταγωνίστρια (κατηγορία την οποία προσάπτουν στην πραγματική Άρμπους, μελετητές του έργου της) δεν καθίσταται ορατή πέρα από επίπεδο της ερωτικής σχέσης. Αποτέλεσμα όλων αυτών ένα μάλλον νωθρό και αδιάφορο πρώτο μισό της ταινίας, καθώς προσπαθεί να εκβιάσει μια ατμόσφαιρα μυστηρίου μέσα από τις ψυχολογικές μεταστροφές της πρωταγωνίστριας, ενώ στο δεύτερο μισό τα πράγματα καλυτερεύουν αισθητά, μέσα από την εξέλιξη της ερωτικής ιστορίας. Ο χολυγουντιανός κινηματογράφος, με ελάχιστες εξαιρέσεις αδυνατεί να δώσει ψυχολογικό βάθος στους ήρωές του, ενώ είναι ιδιαίτερα ικανός στην αποτύπωση επιφανειακών συναισθημάτων. Ο
Robert Downey Jr ενσαρκώνει με πειστικό τρόπο το ρόλο του γοητευτικού περιθωριακού χρησιμοποιώντας σαν ατού μια φωνή απολαυστικής χροιάς, ενώ η Nicole Kidman περιφέρει το αλαβάστρινο προσωπείο της χωρίς να πείθει, ούτε σαν συμβατική σύζυγος, ούτε σαν επαναστατημένη αστή.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 08, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (THE PRESTIGE)


Είδα την ταινία «The Prestige», σε σκηνοθεσία Christopher Nolan με τους Hugh Jackman, Christian Bale, Michael Caine, Scarlett Johansson, David Bowie, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Ρόμπερτ Αντζίερ και ο Άλφρεντ Μπόρντεν είναι δυο νεαροί μαθητευόμενοι μάγοι υπό την καθοδήγηση του βετεράνου Κάτερ στο Λονδίνο της Βικτωριανής εποχής. Ένα ατύχημα πάνω στη σκηνή επιφέρει το θάνατο της γυναίκας του Αντζίερ και μεταμορφώνει τους δυο πρώην φίλους σε θανάσιμους ανταγωνιστές. Η αντιπαράθεση που περιλαμβάνει, δολιοφθορές κατά του αντιπάλου, εξαντλητική παρακολούθηση και κλοπή των πιο δημοφιλών τρικ, θα κορυφωθεί όταν ο Μπόρντεν λανσάρει ένα κόλπο τηλεμεταφοράς, το οποίο γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Ο Αντζίερ θα προσπαθήσει να εισχωρήσει στα άδυτα του ανταγωνιστή του με απρόβλεπτες και για τους δυο συνέπειες.
Ο Christopher Nolan μετά το «Memento», το «Insomnia» και το «The Batman begins», επιστρέφει στα κινηματογραφικά πλατό, με ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ. Το «The Prestige», βασισμένο σε ένα εξαιρετικό σενάριο των Jonathan και Christopher Nolan δείχνει να επιβεβαιώνει πανηγυρικά τον αφορισμό του Billy Wilder, «μπορεί να κάνει κανείς μια κακή ταινία με βάση ένα καλό σενάριο, αλλά μια καλή ταινία με βάση ένα κακό σενάριο... ποτέ.
Ας εξετάσουμε λοιπόν τη δραματουργική δομή του σεναρίου. Καταρχήν η εισαγωγή που ξεκινάει από το τέλος της ιστορίας δίνοντας μας ακριβώς όσα στοιχεία χρειάζονται για να δημιουργηθεί η αίσθηση του σασπένς. Ένας άντρας ο Ρόμπερτ Αντζίερ πεθαίνει αβοήθητος σε μια δεξαμενή νερού και ο μάρτυρας της σκηνής Άλφρεντ Μπόρντεν, παραπέμπεται σε δίκη με την κατηγορία του φόνου. Στη συνέχεια ο Κάτερ Michael Caine μας εισάγει στο βασικό θέμα της ταινίας τον κόσμο της μαγείας, ανατέμνοντας δομικά ένα κόλπο. «Πρώτα έρχεται η υπόσχεση όπου ο μάγος δείχνει στο κοινό κάτι συνηθισμένο. Ακολουθεί το κόλπο όπου το συνηθισμένο μετατρέπεται σε κάτι ασυνήθιστο. Όμως κανένα τρικ δεν είναι πλήρες χωρίς το θαύμα το Prestige του τίτλου. Εκεί έρχεται η ανατροπή, αυτό που το κοινό δεν έχει ξαναδεί». Αυτή ακριβώς είναι και η ακολουθούμενη σεναριακή γραμμή ενός έργου που εκτυλίσσεται σε τρείς πράξεις. Μέσω μιας χρονικής αντιστροφής πηγαίνουμε στην αρχή της ιστορίας, καθώς μεταφερόμαστε σε μια σκηνή όπου εκτελείται ένα συνηθισμένο μαγικό κόλπο. Πρώτο σημείο ανατροπής ο καταλύτης που κάνει την ιστορία να ξεκινήσει, το κόλπο δεν εξελίσσεται με τον αναμενόμενο τρόπο και η κοπέλλα που συμμετέχει σε αυτό πνίγεται. Αυτό δημιουργεί μια σύγκρουση την κινητήρια δύναμη του δράματος ανάμεσα στους δυο βασικούς πρωταγωνιστές και ταυτόχρονα τους σφραγίζει ηθικά στα μάτια του θεατή. Ο δίκαια οργισμένος χήρος Αντζίερ και ο φυσικός αυτουργός του θανάτου της κοπέλλας Μπόρντεν. Ένα παιχνίδι ισχύος υφαίνεται με συνεχείς ανατροπές, αλλά με τη γενική εντύπωση ότι η ζωή του Μπόρντεν βρίσκεται σε ανοδική τροχιά ενώ του Αντζίερ σε καθοδική. Η επιτυχία του Μπόρντεν σε βάρος του Αντζίερ, φτάνει στο μέγιστο σημείο της με την παράσταση τηλεμεταφοράς. Εδώ έχουμε το δεύτερο σημείο ανατροπής τη μεγαλύτερη κρίση στη ζωή του θετικού ήρωα. Η δική του τηλεμεταφορά θα πρέπει να είναι εντυπωσιακότερη αλλιώς εξαφανίζεται από το χάρτη των μάγων. Για το σκοπό αυτό επικαλείται τη βοήθεια της επιστήμης. Το αρχικό παιχνίδι ισχύος κλείνει τώρα προς την πλευρά του Αντζίερ. Η επιτυχία του ολοκληρώνεται με μια επιβλητική παράσταση. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα έχει ικανοποιηθεί. Όμως η έκπληξη παραμονεύει για να ανατραπεί στο αποκορύφωμα της δεύτερης πράξης η δίκαιη τάξη πραγμάτων. Ένας νέος κύκλος αγωνίας ξεκινά, μικρότερης διάρκειας αυτή τη φορά, που ολοκληρώνεται με μια ακόμα έκπληξη που οδηγεί σε μια Prestigious κάθαρση. Κατ’ αυτό τον τρόπο δίνονται επαρκείς απαντήσεις στα δημιουργούμενα ερωτήματα, επαληθεύεται πανηγυρικά η εισαγωγική ρήση του Κάτερ, ενώ δημιουργείται η αίσθηση της τελικής επικράτησης του δικαίου. Αυτή η εκδοχή του happy end, είναι και το μοναδικό αμφιλεγόμενο σημείο σε μια κατά τα άλλα απόλυτα συνεπή και χωρίς κενά σεναριακή ανάπτυξη. Έχουμε λοιπόν μια ιστορία που βασίζεται στους χαρακτήρες και το παιχνίδι ισχύος που προσδιορίζει τη μεταξύ τους σχέση, καθώς και στη δημιουργία ατμόσφαιρας σασπένς η οποία ανατροφοδοτείται συνεχώς από νέα στοιχεία και εκπλήξεις που δίνουν διαφορετική τροπή στην εξελισσόμενη δράση. Πέρα όμως από τη στατική της ιστορίας που επεξεργάζεται το συνειδητό του θεατή, υπάρχει και κάτι άλλο που εξασφαλίζει την υποσυνείδητη ταύτιση με τα τεκταινόμενα. Μιλάμε για το επονομαζόμενο «Leitmotiv», ή συναισθηματικό βασικό μοτίβο, δηλαδή για την εγωιστική αυτοπροβολή και τη διάθεση για κυριαρχία χωρίς όρια, αυτή την πανίσχυρη αφανή δύναμη που βρίσκεται εγγεγραμμένη στο συλλογικό ασυνείδητο του ανθρώπινου γένους. Με αυτό τον τρόπο θεμελιώνεται παράλληλα και μια πλάγια κριτική ματιά στην κοινωνία του θεάματος, υπό τις επιταγές της οποίας διαμορφώνεται η κουλτούρα των σύγχρονων μαζών, δικαιώνοντας την επιτυχία της αναγνωρισιμότητας με οποιοδήποτε κόστος.
Ο σκηνοθέτης ακολουθεί με ακρίβεια τη σεναριακή γραμμή στο «χτίσιμο» των χαρακτήρων, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει σε τεχνάσματα ψηφιακού εντυπωσιασμού. Η εξαιρετική φωτογραφία και η υποβλητική μουσική υπόκρουση είναι οι πινελιές που ολοκληρώνουν ένα ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό κάδρο. Συναρπαστικό το δίδυμο των μονομάχων μάγων Hugh Jackman, Christian Bale, πλαισιώνεται από έναν έξοχο Michael Caine. Επιβλητικός ο David Bowie στο ρόλο του απόκοσμου καθηγητή Τέσλα, ενώ η Scarlett Johansson απλά άχρωμη.

Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ)


Είδα την ταινία «Ένας διαφορετικός άνθρωπος» σε σκηνοθεσία του Νορβηγού Jens Lien, με τους, Trond Fausa Aurvag, Petronela Barker, Birgitte Larsen, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Αντρέας βρίσκεται σε μια ερημική τοποθεσία χωρίς να έχει την παραμικρή ανάμνηση για το πως κατέληξε εκεί. Ένα αυτοκίνητο που τον παραλαμβάνει τον αφήνει σε μια πόλη, όπου τον περιμένει έτοιμη δουλειά σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο, καινούργια ρούχα, ένα άνετο διαμέρισμα και μια ερωμένη, με χόμπυ τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων. Γρήγορα ανακαλύπτει πως αυτή η πόλη καλύπτεται από ένα αδιαπέραστο πέπλο ορθολογικής ομοιομορφίας, καθώς οι άνθρωποι δεν πληγώνονται, αλλά ούτε και παθιάζονται, τα φαγητά δεν έχουν γεύση και φυσικά εκλείπει ο μέγιστος κίνδυνος αταξίας τα παιδιά. Ομάδες επιστατών περιφρουρούν συνεχώς το χώρο. Μοναδικές παραφωνίες σε αυτό το «γκρί» περιβάλλον συνιστούν, η αυτοκτονία ενός άντρα που γρήγορα απομακρύνεται από τους επιστάτες και τα δίχρωμα παπούτσια του Χιούγκο, από το υπόγειο διαμέρισμα του οποίου ακούγεται μια αισθαντική μουσική. Ο Αντρέας εισβάλλει σχεδόν στο διαμέρισμα του Χιούγκο και τον πείθει με τη δύναμη της πράξης να εξερευνήσουν τι κρύβεται στην άλλη πλευρά του τοίχου από την οποία ακούγεται η μουσική. Υπάρχουν άραγε περιθώρια απόδρασης από τον επίγειο παράδεισο της πλήξης;
Η ταινία μια κοινωνική αλληγορία, με αναφορές στο πρόσφατο έργο του Roy Anderson και στον παλαιότερο Jacques Tati, καταγράφει σύμφωνα με τα λόγια του σκηνοθέτη «το πορτραίτο μιας κοινωνίας, όπου όλα λειτουργούν υποδειγματικά, αλλά απουσιάζουν παντελώς τα συναισθήματα. Μια στυλιζαρισμένη αναπαράσταση ενός εφιάλτη, μια ταινία τρόμου, σε ένα καθημερινό, ήρεμο και αποστειρωμένο περιβάλλον». Επιτυχής τοποθέτηση στο χώρο και το χρόνο, ή αλλιώς άνετο, δηλαδή αισθητικά αποδεκτό, σπίτι και γραφείο, ευπαρουσίαστος σύντροφος, με «γενικά» ενδιαφέροντα, διαθεσιμότητα χρόνου και ανέμελες σχέσεις, κοινωνικές και προσωπικές, αυτά δεν είναι τα μοτίβα, ή αλλιώς η σύγχρονη εκδοχή του ορθολογισμού όπως ερμηνεύεται από την πανίσχυρη διαφήμιση που διαφεντεύει τις ζωές των αστών; Ένας συρφετός ανθρώπων που ενώνουν και χωρίζουν τις ζωές τους με χαρακτηριστική ευκολία στα πλαίσια κοινών ασκήσεων γούστου, καθώς απουσιάζει παντελώς οποιαδήποτε προσπάθεια διερεύνησης του Άλλου, των βαθύτερων αναγκών και επιθυμιών. Τα πάντα καταναλώνονται και αντικαθίστανται. Αυτό δεν είναι το όνομα της σύγχρονης ευδαιμονίας που λίγοι θα επιτύχουν στην ολοκληρωμένη της μορφή, αλλά όλοι ανεξαιρέτως καλούμαστε να πληρώσουμε το τίμημα;
Το σενάριο που φέρει την υπογραφή του Per Schreiner, είναι ιδιαίτερα καλογραμμένο με κλιμακούμενα επίπεδα σύγκρουσης που κρατούν σε διαρκή αγωνία το θεατή. Οι λιτοί και αρκούντως περιεκτικοί διάλογοι φωτίζουν «χαρακτήρες» και σχέσεις. Ιδιαίτερα ευρηματικό το φινάλε παραμένει «ανοιχτό» δίνοντας τη σκυτάλη στο θεατή. Υπάρχει δρόμος να απλώσουμε τη ζωή μας εφόσον έχουμε αρνηθεί την υφιστάμενη κοινωνική πραγματικότητα και έχουμε αναγνωρίσει τον ουτοπικό χαρακτήρα της αναδίπλωσης στην εποχή της αθωότητας; Ο καθένας από εμάς οφείλει να δώσει μια απάντηση η οποία δεν εκφράζει ένα δέον αλλά συνιστά καθημερινή πρακτική άσκηση.
Η σκηνοθεσία στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Με εξαιρετική αίσθηση του ρυθμού η κάμερα εστιάζει στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών διερευνώντας το ψυχολογικό αντίκρυσμα των πράξεών τους. Η φωτογραφία σε ουδέτερους τόνους και η διακριτική μουσική επένδυση, σε αντιστικτική χρήση με τo ψυχρό περιβάλλον, ολοκληρώνουν ένα άρτιο αισθητικά αποτέλεσμα. Οι ηθοποιοί στο πνεύμα του σεναρίου, πλήρως αποστασιοποιημένοι, υποκρίνονται ότι ζούν.
Μια ταινία που θα πρέπει να την αναζητήσετε, καθώς αυτή την εβδομάδα παίζεται μόνο στον κινηματογράφο «Τριανόν».

Πέμπτη, Ιανουαρίου 04, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΤΟ ΑΡΩΜΑ)


Είδα την ταινία «Το Άρωμα» σε σκηνοθεσία Tom Tykwer, με τους Ben Whishaw, Dustin Hoffman, Alan Rickman και τη δεκαεξάχρονη Rachel Hurd Wood, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ ένα σκουπίδι ανάμεσα στα σκουπίδια της ψαραγοράς του Παρισιού, που γαντζώθηκε από τη ζωή με μια αξιοθαύμαστη θέληση ένα καλοκαιρινό πρωινό του 1738, είναι ένας άνθρωπος με δυο ιδιαίτερα χαρίσματα. Την απουσία οποιασδήποτε σωματικής μυρωδιάς, που του επιτρέπει να περνά από παντού απαρατήρητος, βασικός όρος για την επιβίωσή του στον σκληρό κόσμο των απόκληρων και την εξαιρετικά ευαίσθητη «μύτη» του με την οποία συλλαμβάνει και αποθηκεύει στη μνήμη του όλες τις μυρωδιές που συναντά, το διαβατήριο για την κοινωνική του ανέλιξη. Ξεκινά την επαγγελματική του σταδιοδρομία στο βασίλειο των οσμών, από το εργαστήριο του Μπαλντίνι στο Παρίσι, για να καταλήξει να γίνει ο απόλυτος γητευτής της μητρόπολης των αρωμάτων Γκράς, ο κατασκευαστής του απόλυτου αρώματος «αγάπης», μερικές σταγόνες από το οποίο μπορούν να ανατρέψουν την υφιστάμενη τάξη του κόσμου. Μικρή, αλλά όχι ασήμαντη λεπτομέρεια, το άρωμα προέρχεται από δώδεκα δολοφονημένα κορίτσια όλα εξαιρετικής ομορφιάς.
«Το Άρωμα» μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του περίφημου βιβλίου του Patrick Suskind που τάραξε τα «νερά» της παγκόσμιας λογοτεχνίας το 1985, είναι ένα ψυχολογικό θρίλλερ με φιλοσοφικές προεκτάσεις και ιστορικές αναφορές στην προεπαναστατική Γαλλία. Ο Γκρενούιγ είναι καταρχήν ένα σκουπίδι της κοινωνίας που δεν γεύτηκε ποτέ την αγάπη και τη θαλπωρή. Η ψυχική του ανικανότητα να αναγνωρίσει συναισθηματικά οτιδήποτε πέρα από μυρωδιές, σε συνδυασμό με την υπονοούμενη σωματική του ανικανότητα να γευτεί τον έρωτα, τον ωθούν στο έγκλημα και τη μεγαλειώδη παραφροσύνη. Σκάβοντας πιο βαθιά θα δούμε ότι ο Γκρενούιγ είναι ένας λιμπερτίνος του 18ου αι., όπως ο αντίστοιχος του 20ου αι., θα ήταν πιθανόν ένας υπαρξιστής. Η ελεύθερη πράξη του ατόμου να δημιουργήσει τον εαυτό του και τον κόσμο μαζί με αυτόν, αποτελούν έκφραση της ουσίας του. Ο ενστερνισμός ενός αντικειμενικού συστήματος αξιών συνιστά μια απόπειρα μετάθεσης της προσωπικής ελευθερίας στον κόσμο των αντικειμένων. Η παθογένεια μιας τέτοιας φιλοσοφικής θεώρησης βρίσκεται στην εγγενή ροπή της προς τον σχετικισμό και τη χρησιμοθηρία, καθώς αντικαθιστά την κοινωνική συνύπαρξη με μια πράξη επιβολής σύμφωνα με την οποία, οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζονται πια ως αυταξίες, αλλά ως αντικείμενα προς χρήση.
Το σενάριο που υπογράφεται από τον Andrew Birkin, τον Bernd Eichinger, καθώς και τον ίδιο τον σκηνοθέτη, προσπαθεί να αποδώσει καταβάλοντας φιλότιμες, είναι η αλήθεια, προσπάθειες, ένα δύσκολο στην οπτική του αποτύπωση βιβλίο, καθιστώντας ευκρινή τα όρια της κινηματογραφικής τέχνης. Ο κινηματογράφος περιγράφει ένα είδος ζωής, που συνδέεται στενά με τα υλικά φαινόμενα από τα οποία προέρχεται το συγκινησιακό και πνευματικό του περιεχόμενο. Αντίστοιχα το μυθιστόρημα είναι ένα πνευματικό συνεχές, το οποίο περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία που ξεφεύγουν από τα όρια του κινηματογράφου καθώς δεν έχουν οπτικές αντιστοιχίες. (S. Kracauer, «Θεωρία του Κινηματογράφου»).
Ο συνσεναριογράφος και σκηνοθέτης αναγνωρίζοντας αυτήν ακριβώς την αδυναμία αντιστοιχίας ψυχικών καταστάσεων και εικόνων, καταφεύγει σε δυο βασικά τεχνάσματα αναπλήρωσης. Στην εκτενή χρήση της voice over αφηγηματικής τεχνικής και την υποβλητική μουσική επένδυση κλειδί για την εισαγωγή του θεατή, στον ψυχικό κόσμο του πρωταγωνιστή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη σύνθεση των εξαιρετικών μουσικών θεμάτων συμμετείχε, εκτός του Reinhold Heil και του Johnny Klimek και ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Ιδιαίτερα προσεγμένη η φωτογραφία αναδεικνύει φυσικούς χώρους, χαρακτήρες και δημιουργούμενες εντάσεις. Παρόλα αυτά υπάρχουν στιγμές που η ταινία χάνει το ρυθμό της και κουράζει το θεατή. Από τους ηθοποιούς, ξεχωρίζει κατά τη γνώμη μου ο Alan Rickman στο ρόλο του πατέρα της Λορ και ο Dustin Hoffman στο ρόλο του Μπαλντίνι. Ο Γκρενούιγ Ben Whishaw, δεν κατορθώνει να σωματοποιήσει επαρκώς, έναν κατά βάση βουβό ρόλο, αρκούμενος σε ένα απλανές βλέμμα και επαναλαμβανόμενες συσπάσεις των μυών του προσώπου.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 22, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ)


Είδα την ταινία «Οι Ζωές των Άλλων» σε σενάριο και σκηνοθεσία του νεαρού Florian Henckel von Donnersmarck με τους Martina Gedeck, Ulrich Muhe, Sebastian Koch, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ανατολική Γερμανία 1984. Ο Γκιόργκ Ντράιμαν επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας και από τα αγαπημένα «παιδιά» του καθεστώτος είναι ζευγάρι με την πρωταγωνίστρια στο τελευταίο του έργο Κρίστα. Ο Υπουργός Πολιτισμού Μπρούνο Χέμπφ παρενοχλεί ερωτικά την όμορφη πρωταγωνίστρια και στην προσπάθειά του να χωρίσει το ζευγάρι, διατάσσει το γραμματέα του Υπουργείου Άντον Γκρούμπιτζ να αναζητήσει τεκμήρια αντικυβερνητικής δράσης που θα ενοχοποιήσουν τον Ντράιμαν. Ο ανακριτής και καθηγητής στη σχολή της Στάζι Γκέρντ Βίσλερ μεθοδικός και αφοσιωμένος στην υπηρεσία του καθεστώτος πράκτορας, αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας την επιχείρηση παρακολούθησης. Όταν ένας στενός φίλος του Ντράιμαν σκηνοθέτης και αποκλεισμένος από τα καλλιτεχνικά δρώμενα για πολιτικούς λόγους, αυτοκτονεί, ο τελευταίος αποφασίζει να βγάλει τους παραμορφωτικούς φακούς με τους οποίους βλέπει την υφιστάμενη πολιτική κατάσταση και να γράψει ένα καταγγελτικό άρθρο το οποίο δημοσιεύεται στο Der Spiegel. Η απόφαση αυτή επιδρά καταλυτικά, όχι μόνο στη ζωή του ζευγαριού, αλλά και του εμπλεκόμενου στην παρακολούθηση πράκτορα.
«Οι ζωές των Άλλων» είναι ένα πολιτικό θρίλλερ με ψυχολογικές προεκτάσεις. Το σενάριο που επίσης φέρει την υπογραφή του von Donnersmarck αποκαλύπτει τη φύση της γραφειοκρατίας ως κυρίαρχου εκμεταλλευτικού σώματος, που επιβάλλεται στο σύνολο της κοινωνίας των πολιτών, μέσω της διαρκούς αστυνόμευσης και της συνακόλουθης διέγερσης του αισθήματος φόβου. Ένας τεράστιος μηχανισμός στρατολόγησης πολιτών στήνεται, για την παρακολούθηση της ζωής των υπολοίπων. Στα πλαίσια αυτά, η ιδιωτικότητα του βίου ως δυνατότητα επιλογής που θέτει σε αμφισβήτηση την κυρίαρχη ιδεολογία, απλά δεν υφίσταται. Εδώ απαιτείται η «ομογενοποιητική» μηχανοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το χαρακτηριστικότερο υπόδειγμα μηχανοποιημένης συμπεριφοράς συνιστά ο πιο αφοσιωμένος εκπρόσωπος του καθεστώτος. Ο ανακριτής Γκέρντ Βίσλερ ακολουθεί με θρησκευτική σχεδόν ευλάβεια την καθημερινή του ρουτίνα, από τα ρούχα που φοράει μέχρι τον τρόπο που επικοινωνεί με τους συνεργάτες του. Απαγορεύει στον υφιστάμενό του να κάνει οτιδήποτε, παρά να καταγράφει τη ζωή των άλλων. Η κριτική σκέψη, οι αποφάσεις, καθώς και τα συναισθήματα, αποτελούν προνομιακό πεδίο άσκησης της κομματικής ελίτ. Όμως η ζωή και οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά «πληθωρικοί» για να τοποθετηθούν σε τέτοιου είδους λογικά καλούπια. Σε μια εξαιρετικής έμπνευσης ψυχολογική μεταστροφή ο πιο πιστός εκπρόσωπος του συστήματος «οικειώνεται» τη ζωή του παρακολουθούμενου ζευγαριού των καλλιτεχνών, θυμίζοντας, το εξαιρετικό βιβλίο, του Αντώνη Σαμαράκη, «το Λάθος» και γίνεται συμμέτοχος στην αποκαθήλωση της ιδεολογίας που υπηρέτησε με αυταπάρνηση.
Ο σκηνοθέτης στηριζόμενος στο εξαιρετικά επεξεργασμένο σενάριο δίνει προβάδισμα στην «ιστορία» σε βάρος της εντύπωσης. Εποχή και συμπεριφορές επιθυμεί να καταγράψει. Με αυτό το σκεπτικό αρκείται στην ακριβή, σχεδόν ντοκυμαντερίστικη αποτύπωση των γεγονότων, αποφεύγοντας την δημιουργία της, τόσο χαρακτηριστικής σε ανάλογες ταινίες, «κλειστοφοβικής» ατμόσφαιρας τεχνητής έντασης. Η φωτογραφία με τα επιλεγμένα μουντά χρώματα συμβάλλει αποφασιστικά στην αίσθηση της ψυχρής αποστασιοποιημένης καταγραφής μιας παρελθούσας εποχής. Εξαιρετική ερμηνεία από τον Ulrich Muhe στο ρόλο του ανακριτή-πράκτορα της Στάζι.
Η ταινία απέσπασε το βραβείο καλύτερης Ευρωπαικής ταινίας για το 2006. Ο Florian Henckel von Donnersmarck κατέκτησε το βραβείο καλύτερου Ευρωπαίου Σεναριογράφου και ο Ulrich Muhe το βραβείο καλύτερου Ευρωπαίου Ηθοποιού.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

ΑΡΘΡΟ 16


Πολύς λόγος γίνεται το τελευταίο χρονικό διάστημα σχετικά με την αναθεώρηση του περίφημου άρθρου 16 του Συντάγματος. Για όσους δεν συνηθίζουν να εντρυφούν στα του Συντάγματος, το άρθρο 16 αναφέρεται εν ολίγοις στα εξής:
Στην παιδεία ως βασικής αποστολής του κράτους με σκοπό την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των ελλήνων (παρ.2). Στην ανώτατη εκπαίδευση, η οποία παρέχεται αποκλειστικά από Ν.Π.Δ.Δ. με πλήρη αυτοδιοίκηση (παρ.5). Στους καθηγητές των Α.Ε.Ι. ως δημόσιους λειτουργούς (παρ.6) και στις σχολές ανώτερης βαθμίδας Τ.Ε.Ι. (παρ.7).
Ο ντόρος όπως είναι προφανές, γίνεται μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης σχετικά με το αν θα πρέπει να επιτραπεί, ή όχι, η λειτουργία ιδιωτικών Α.Ε.Ι. στη χώρα μας. Από την πλευρά του μη ειδικού θα ήθελα να καταθέσω στους πολιτικούς μας εκπροσώπους που ανέσυραν το θέμα της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων τα εξής:
Ποιά πολιτική πρωτοβουλία λαμβάνεται, αν όχι για την αναβάθμιση, τουλάχιστον για τη μη περαιτέρω απαξίωση του θεσμού του Δημόσιου πανεπιστημίου; Εφόσον η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, πως διασφαλίζεται το ίσο δικαίωμα στο βασικό αγαθό της εκπαίδευσης όταν το κριτήριο προσβασιμότητας στην ανώτατη εκπαίδευση είναι και οικονομικό; Η πριμοδότηση του διαφαινόμενου οικονομικού, γνωσιακού-τεχνοκρατικού και κοινωνικού χάσματος, που ήδη παρατηρούμε στην κοινωνία μας, προάγει την επιθυμούμενη κοινωνική συνοχή;
«Το επιχείρημα του εκσυγχρονισμού του Δημόσιου πανεπιστημίου εξαιτίας των ανταγωνιστικών συνθηκών που θα δημιουργηθούν από την εισαγωγή των ιδιωτικών πανεπιστημίων. σημαίνει και τον αποκλειστικό προσανατολισμό των σπουδών σε «εξαργυρώσιμες» μορφές γνώσης; Η απαξίωση των λεγόμενων ανθρωπιστικών σπουδών συνιστά άραγε βελτίωση;» (Δ. Τσάτσος, Κ. Τσουκαλάς, εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 4/12/2006).
Και κάτι τελευταίο. Πως η αναφερόμενη περί παιδείας «ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των ελλήνων» ταιριάζει με τις απαιτήσεις μιας ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας, στην οποία διασφαλίζεται η ελευθερία επιλογής των προσώπων χωρίς να υπάρχουν κοινωνικές ομάδες «σκιές»;
Η τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος δεν πραγματοποιήθηκε το 2001; Γιατί πρέπει να προσφέρονται συνεχώς θυσίες στο βωμό του πρόσκαιρου πολιτικού κέρδους;

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2006

ΑΥΛΑΙΑ


Πέθανε στις 16 Νοεμβρίου σε ηλικία 94 ετών στο Σικάγο, ένας από τους μεγαλύτερους οικονομολόγους του 20ου αι. ο Milton Friedman ο πιο φημισμένος εκπρόσωπος της σχολής του Σικάγο.
Υπό την καθοδήγησή του οι μονεταριστές αμφισβήτησαν την κευνσιανή προσέγγιση στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής, δίνοντας έμφαση στη σημασία της νομισματικής πολιτικής για την εξασφάλιση μακροοικονομικής σταθερότητας.
Η αμφισβήτηση κορυφώθηκε το 1968 όταν οι Phelps και Friedman δημοσίευσαν ένα άρθρο για τη νομισματική πολιτική («Ο ρόλος της νομισματικής πολιτικής»), σύμφωνα με το οποίο στη μακροχρόνια περίοδο όπου η οικονομία λειτουργεί κάτω από συνθήκες πλήρους απασχόλησης υπάρχει ένα φυσικό ποσοστό ανεργίας, το οποίο είναι συμβατό με ένα σταθερό ποσοστό πληθωρισμού. Έτσι, η μακροχρόνια καμπύλη Phillips δεν έχει αρνητική κλίση όπως ισχυρίζονταν μέχρι τότε οι Κευνσιανοί, αλλά είναι κάθετη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η διασταλτική δημοσιονομική πολιτική να επιφέρει μακροχρόνια αύξηση του πληθωρισμού χωρίς πτώση της ανεργίας, κάτω από το φυσικό ποσοστό της.
Η θεωρία αυτή επικυρώθηκε από την εμπειρία, όταν μετά την πετρελαική κρίση του 1973 παρατηρήθηκε το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού (υψηλό ποσοστό πληθωρισμού, ανεργίας), το οποίο ήταν ανεξήγητο σύμφωνα με την Κευνσιανή θεώρηση.
Το 1977 ο Friedman τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ στον τομέα των Οικονομικών επιστημών με θέμα της διάλεξης, κατά την τελετή απονομής, «Πληθωρισμός και Ανεργία».
Τον Οκτώβριο του 1979 ο νέος πρόεδρος του Fed ξεκίνησε, υπό τις ευλογίες του Friedman, αντεπίθεση κατά του πληθωρισμού, το επονομαζόμενο μονεταριστικό πείραμα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την απότομη πτώση του πληθωρισμού κατά την τριετία 1979-1982 με σημαντικό όμως κόστος σε όρους ανεργίας και απώλειας προιόντος.
Στη συνέχεια οι μονεταριστές διασπάστηκαν, εξαιτίας παρατηρούμενων αλλαγών στη συμπεριφορά των χρηματοοικονομικών αγορών, με τη σημαντικότερη να εντοπίζεται στην κυκλοφοριακή ταχύτητα του χρήματος.
Πνεύμα ανεξάρτητο ο Friedman, παρόλο που αγωνίστηκε υπέρ της αυτορρύθμισης των αγορών και ενάντια στον κρατικό παρεμβατισμό, δε δίστασε να υπερθεματίσει την πριμοδότηση των φτωχότερων νοικοκυριών, μέσω της υιοθέτησης του «αρνητικού φόρου εισοδήματος».