Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ: Η ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΝΤΙΑΝ ΑΡΜΠΟΥΣ)


Είδα την ταινία «Το Πορτραίτο: Η αλλόκοτη ματιά της Ντιάν Άρμπους», όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο πρωτότυπος τίτλος «Fur: An Imaginary portrait of Diane Arbus» σε σκηνοθεσία Steven Shainberg με τους Nicole Kidman, Robert Downey Jr, Ty Burrell, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η Ντιάν Άρμπους γόνος πλούσιας οικογένειας εβραίων γουνεμπόρων, ζεί στη Νέα Υόρκη στα μέσα της δεκαετίας του ’50 με τον σύζυγό της Άλαν Άρμπους πετυχημένο φωτογράφο μόδας και τις δυο κόρες τους. Εγκαταλείπει την οικογένειά της όταν ερωτεύεται τον περιθωριακό Λάιονελ Σουίνυ, ο οποίος πάσχει από μια παράξενη ασθένεια καθολικής τριχοφυίας και βυθίζεται μαζί του στο γοητευτικό κόσμο του περιθωρίου. Ταυτόχρονα, κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα σαν φωτογράφος, εστιάζοντας το φακό της σε κάθε λογής περιθωριακές φιγούρες. Τα πορτραίτα αυτά θα την αναδείξουν σε μια από τις σημαντικότερες φωτογράφους του 20ου αι.
Ο
Steven Shainberg τέσσερα χρόνια μετά τη «Γραμματέα» επιστρέφει με μια βιογραφική ταινία. Το σενάριο που φέρει την υπογραφή της Erin Cressida Wilson και βασίζεται στο βιβλίο της Patricia Bosworth, προσπαθεί να σκιαγραφήσει το ψυχολογικό αδιέξοδο της ηρωίδας και να δώσει μια ερμηνεία της διαφυγής της, μέσω της φωτογραφίας, στον κόσμο του περιθωρίου. Το καταφέρνει όμως; Κατά τη γνώμη μου όχι. Κι αυτό γιατί επιλέγει να προσεγγίσει μια μάλλον καταθλιπτική προσωπικότητα μέσα από μια ερωτική περιπέτεια, την οποία χρωματίζει με επιφανειακές ψυχαναλυτικές πινελιές, δημιουργώντας μια αίσθηση επιστροφής στην παιδικότητα. Έτσι παρακολουθούμε την ηρωίδα να βάζει τα κλάματα σε μια συνέντευξη τύπου όταν περιγράφει την κενή περιεχομένου επαγγελματική της απασχόληση, να εκτονώνει με συγκαλυμένο τρόπο στο μπαλκόνι της, μια τάση επιδειξιομανίας και να ολοκληρώνει την επανάστασή της, φορώντας μια ζακέτα φτιαγμένης από τις τρίχες του εραστή της. Η έλξη που ασκούν οι περιθωριακοί πάνω της εξαντλείται στη δημιουργία ενός ερωτικού δεσμού με έναν άνθρωπο που το παρουσιαστικό του παραπέμπει στο επάγγελμα του πατέρα. Είναι όντως μια αλλόκοτη ματιά στη ζωή της Ντιάν Άρμπους. Τέτοια θέματα αν δεν θέλουμε να εξαντληθούν στο επίπεδο του προφανούς που κινδυνεύει να καταντήσει γραφικό προσεγγίζονται με διαφορετικό τρόπο. Αν επιμένεις στο ψυχολογικό προφίλ τότε χρειάζεται δουλειά σε βάθος με τον κίνδυνο να φανείς περίπλοκος, ή και ενοχλητικός. Μια σύνδεση του χαρακτήρα με το ευρύτερο περιβάλλον μέσω της αποτύπωσης των ιδιαίτερων επιθυμιών του ατόμου, οι οποίες έρχονται σε σύγκρουση με τους ρόλους που καλείται να παίξει, συνιστά μια ενδεδειγμένη μεθοδολογία προσέγγισης. Αλλιώς, επικεντρώνεσαι στο έτσι και αλλιώς πλούσιο έργο της φωτογράφου και τις σημαντικές στιγμές της καριέρας της και κάνεις μια εύκολη στην κινηματογραφική της αποτύπωση τανία, με εγγυημένη επιτυχία.
Πάμε τώρα στη σκηνοθεσία. Αν ο στόχος ήταν μια σύγχρονη διασκευή της πεντάμορφης και του τέρατος μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι επιτεύχθηκε. Ολόκληρο το σκηνοθετικό οικοδόμημα στηρίζεται σε προφανείς οπτικές αντιθέσεις. Το τακτοποιημένο και φωτεινό διαμέρισμα της Άρμπους σε σχέση με το γεμάτο μυστήριο και χρώματα επιστροφής στην αθωότητα διαμέρισμα του Σουίνι από τη μια μεριά και το καθαρό, ευανάγνωστο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας σε συσχέτιση με το σκοτεινό, δυσανάγνωστο πρόσωπο του εραστή της, από την άλλη. Ο κόσμος του περιθωρίου απλά συμπληρώνει μια παράταιρη ερωτική ιστορία δίνοντας μια επιπλέον αντίθεση ανάμεσα στο κιτς και το καθωσπρέπει. Η ιδιαίτερη έλξη που ασκεί το «τραύμα» της διαφορετικότητας, ή έστω η ηδονοβλεπτική ματιά που διεγείρει στην πρωταγωνίστρια (κατηγορία την οποία προσάπτουν στην πραγματική Άρμπους, μελετητές του έργου της) δεν καθίσταται ορατή πέρα από επίπεδο της ερωτικής σχέσης. Αποτέλεσμα όλων αυτών ένα μάλλον νωθρό και αδιάφορο πρώτο μισό της ταινίας, καθώς προσπαθεί να εκβιάσει μια ατμόσφαιρα μυστηρίου μέσα από τις ψυχολογικές μεταστροφές της πρωταγωνίστριας, ενώ στο δεύτερο μισό τα πράγματα καλυτερεύουν αισθητά, μέσα από την εξέλιξη της ερωτικής ιστορίας. Ο χολυγουντιανός κινηματογράφος, με ελάχιστες εξαιρέσεις αδυνατεί να δώσει ψυχολογικό βάθος στους ήρωές του, ενώ είναι ιδιαίτερα ικανός στην αποτύπωση επιφανειακών συναισθημάτων. Ο
Robert Downey Jr ενσαρκώνει με πειστικό τρόπο το ρόλο του γοητευτικού περιθωριακού χρησιμοποιώντας σαν ατού μια φωνή απολαυστικής χροιάς, ενώ η Nicole Kidman περιφέρει το αλαβάστρινο προσωπείο της χωρίς να πείθει, ούτε σαν συμβατική σύζυγος, ούτε σαν επαναστατημένη αστή.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 08, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (THE PRESTIGE)


Είδα την ταινία «The Prestige», σε σκηνοθεσία Christopher Nolan με τους Hugh Jackman, Christian Bale, Michael Caine, Scarlett Johansson, David Bowie, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Ρόμπερτ Αντζίερ και ο Άλφρεντ Μπόρντεν είναι δυο νεαροί μαθητευόμενοι μάγοι υπό την καθοδήγηση του βετεράνου Κάτερ στο Λονδίνο της Βικτωριανής εποχής. Ένα ατύχημα πάνω στη σκηνή επιφέρει το θάνατο της γυναίκας του Αντζίερ και μεταμορφώνει τους δυο πρώην φίλους σε θανάσιμους ανταγωνιστές. Η αντιπαράθεση που περιλαμβάνει, δολιοφθορές κατά του αντιπάλου, εξαντλητική παρακολούθηση και κλοπή των πιο δημοφιλών τρικ, θα κορυφωθεί όταν ο Μπόρντεν λανσάρει ένα κόλπο τηλεμεταφοράς, το οποίο γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Ο Αντζίερ θα προσπαθήσει να εισχωρήσει στα άδυτα του ανταγωνιστή του με απρόβλεπτες και για τους δυο συνέπειες.
Ο Christopher Nolan μετά το «Memento», το «Insomnia» και το «The Batman begins», επιστρέφει στα κινηματογραφικά πλατό, με ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ. Το «The Prestige», βασισμένο σε ένα εξαιρετικό σενάριο των Jonathan και Christopher Nolan δείχνει να επιβεβαιώνει πανηγυρικά τον αφορισμό του Billy Wilder, «μπορεί να κάνει κανείς μια κακή ταινία με βάση ένα καλό σενάριο, αλλά μια καλή ταινία με βάση ένα κακό σενάριο... ποτέ.
Ας εξετάσουμε λοιπόν τη δραματουργική δομή του σεναρίου. Καταρχήν η εισαγωγή που ξεκινάει από το τέλος της ιστορίας δίνοντας μας ακριβώς όσα στοιχεία χρειάζονται για να δημιουργηθεί η αίσθηση του σασπένς. Ένας άντρας ο Ρόμπερτ Αντζίερ πεθαίνει αβοήθητος σε μια δεξαμενή νερού και ο μάρτυρας της σκηνής Άλφρεντ Μπόρντεν, παραπέμπεται σε δίκη με την κατηγορία του φόνου. Στη συνέχεια ο Κάτερ Michael Caine μας εισάγει στο βασικό θέμα της ταινίας τον κόσμο της μαγείας, ανατέμνοντας δομικά ένα κόλπο. «Πρώτα έρχεται η υπόσχεση όπου ο μάγος δείχνει στο κοινό κάτι συνηθισμένο. Ακολουθεί το κόλπο όπου το συνηθισμένο μετατρέπεται σε κάτι ασυνήθιστο. Όμως κανένα τρικ δεν είναι πλήρες χωρίς το θαύμα το Prestige του τίτλου. Εκεί έρχεται η ανατροπή, αυτό που το κοινό δεν έχει ξαναδεί». Αυτή ακριβώς είναι και η ακολουθούμενη σεναριακή γραμμή ενός έργου που εκτυλίσσεται σε τρείς πράξεις. Μέσω μιας χρονικής αντιστροφής πηγαίνουμε στην αρχή της ιστορίας, καθώς μεταφερόμαστε σε μια σκηνή όπου εκτελείται ένα συνηθισμένο μαγικό κόλπο. Πρώτο σημείο ανατροπής ο καταλύτης που κάνει την ιστορία να ξεκινήσει, το κόλπο δεν εξελίσσεται με τον αναμενόμενο τρόπο και η κοπέλλα που συμμετέχει σε αυτό πνίγεται. Αυτό δημιουργεί μια σύγκρουση την κινητήρια δύναμη του δράματος ανάμεσα στους δυο βασικούς πρωταγωνιστές και ταυτόχρονα τους σφραγίζει ηθικά στα μάτια του θεατή. Ο δίκαια οργισμένος χήρος Αντζίερ και ο φυσικός αυτουργός του θανάτου της κοπέλλας Μπόρντεν. Ένα παιχνίδι ισχύος υφαίνεται με συνεχείς ανατροπές, αλλά με τη γενική εντύπωση ότι η ζωή του Μπόρντεν βρίσκεται σε ανοδική τροχιά ενώ του Αντζίερ σε καθοδική. Η επιτυχία του Μπόρντεν σε βάρος του Αντζίερ, φτάνει στο μέγιστο σημείο της με την παράσταση τηλεμεταφοράς. Εδώ έχουμε το δεύτερο σημείο ανατροπής τη μεγαλύτερη κρίση στη ζωή του θετικού ήρωα. Η δική του τηλεμεταφορά θα πρέπει να είναι εντυπωσιακότερη αλλιώς εξαφανίζεται από το χάρτη των μάγων. Για το σκοπό αυτό επικαλείται τη βοήθεια της επιστήμης. Το αρχικό παιχνίδι ισχύος κλείνει τώρα προς την πλευρά του Αντζίερ. Η επιτυχία του ολοκληρώνεται με μια επιβλητική παράσταση. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα έχει ικανοποιηθεί. Όμως η έκπληξη παραμονεύει για να ανατραπεί στο αποκορύφωμα της δεύτερης πράξης η δίκαιη τάξη πραγμάτων. Ένας νέος κύκλος αγωνίας ξεκινά, μικρότερης διάρκειας αυτή τη φορά, που ολοκληρώνεται με μια ακόμα έκπληξη που οδηγεί σε μια Prestigious κάθαρση. Κατ’ αυτό τον τρόπο δίνονται επαρκείς απαντήσεις στα δημιουργούμενα ερωτήματα, επαληθεύεται πανηγυρικά η εισαγωγική ρήση του Κάτερ, ενώ δημιουργείται η αίσθηση της τελικής επικράτησης του δικαίου. Αυτή η εκδοχή του happy end, είναι και το μοναδικό αμφιλεγόμενο σημείο σε μια κατά τα άλλα απόλυτα συνεπή και χωρίς κενά σεναριακή ανάπτυξη. Έχουμε λοιπόν μια ιστορία που βασίζεται στους χαρακτήρες και το παιχνίδι ισχύος που προσδιορίζει τη μεταξύ τους σχέση, καθώς και στη δημιουργία ατμόσφαιρας σασπένς η οποία ανατροφοδοτείται συνεχώς από νέα στοιχεία και εκπλήξεις που δίνουν διαφορετική τροπή στην εξελισσόμενη δράση. Πέρα όμως από τη στατική της ιστορίας που επεξεργάζεται το συνειδητό του θεατή, υπάρχει και κάτι άλλο που εξασφαλίζει την υποσυνείδητη ταύτιση με τα τεκταινόμενα. Μιλάμε για το επονομαζόμενο «Leitmotiv», ή συναισθηματικό βασικό μοτίβο, δηλαδή για την εγωιστική αυτοπροβολή και τη διάθεση για κυριαρχία χωρίς όρια, αυτή την πανίσχυρη αφανή δύναμη που βρίσκεται εγγεγραμμένη στο συλλογικό ασυνείδητο του ανθρώπινου γένους. Με αυτό τον τρόπο θεμελιώνεται παράλληλα και μια πλάγια κριτική ματιά στην κοινωνία του θεάματος, υπό τις επιταγές της οποίας διαμορφώνεται η κουλτούρα των σύγχρονων μαζών, δικαιώνοντας την επιτυχία της αναγνωρισιμότητας με οποιοδήποτε κόστος.
Ο σκηνοθέτης ακολουθεί με ακρίβεια τη σεναριακή γραμμή στο «χτίσιμο» των χαρακτήρων, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει σε τεχνάσματα ψηφιακού εντυπωσιασμού. Η εξαιρετική φωτογραφία και η υποβλητική μουσική υπόκρουση είναι οι πινελιές που ολοκληρώνουν ένα ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό κάδρο. Συναρπαστικό το δίδυμο των μονομάχων μάγων Hugh Jackman, Christian Bale, πλαισιώνεται από έναν έξοχο Michael Caine. Επιβλητικός ο David Bowie στο ρόλο του απόκοσμου καθηγητή Τέσλα, ενώ η Scarlett Johansson απλά άχρωμη.

Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ)


Είδα την ταινία «Ένας διαφορετικός άνθρωπος» σε σκηνοθεσία του Νορβηγού Jens Lien, με τους, Trond Fausa Aurvag, Petronela Barker, Birgitte Larsen, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Αντρέας βρίσκεται σε μια ερημική τοποθεσία χωρίς να έχει την παραμικρή ανάμνηση για το πως κατέληξε εκεί. Ένα αυτοκίνητο που τον παραλαμβάνει τον αφήνει σε μια πόλη, όπου τον περιμένει έτοιμη δουλειά σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο, καινούργια ρούχα, ένα άνετο διαμέρισμα και μια ερωμένη, με χόμπυ τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων. Γρήγορα ανακαλύπτει πως αυτή η πόλη καλύπτεται από ένα αδιαπέραστο πέπλο ορθολογικής ομοιομορφίας, καθώς οι άνθρωποι δεν πληγώνονται, αλλά ούτε και παθιάζονται, τα φαγητά δεν έχουν γεύση και φυσικά εκλείπει ο μέγιστος κίνδυνος αταξίας τα παιδιά. Ομάδες επιστατών περιφρουρούν συνεχώς το χώρο. Μοναδικές παραφωνίες σε αυτό το «γκρί» περιβάλλον συνιστούν, η αυτοκτονία ενός άντρα που γρήγορα απομακρύνεται από τους επιστάτες και τα δίχρωμα παπούτσια του Χιούγκο, από το υπόγειο διαμέρισμα του οποίου ακούγεται μια αισθαντική μουσική. Ο Αντρέας εισβάλλει σχεδόν στο διαμέρισμα του Χιούγκο και τον πείθει με τη δύναμη της πράξης να εξερευνήσουν τι κρύβεται στην άλλη πλευρά του τοίχου από την οποία ακούγεται η μουσική. Υπάρχουν άραγε περιθώρια απόδρασης από τον επίγειο παράδεισο της πλήξης;
Η ταινία μια κοινωνική αλληγορία, με αναφορές στο πρόσφατο έργο του Roy Anderson και στον παλαιότερο Jacques Tati, καταγράφει σύμφωνα με τα λόγια του σκηνοθέτη «το πορτραίτο μιας κοινωνίας, όπου όλα λειτουργούν υποδειγματικά, αλλά απουσιάζουν παντελώς τα συναισθήματα. Μια στυλιζαρισμένη αναπαράσταση ενός εφιάλτη, μια ταινία τρόμου, σε ένα καθημερινό, ήρεμο και αποστειρωμένο περιβάλλον». Επιτυχής τοποθέτηση στο χώρο και το χρόνο, ή αλλιώς άνετο, δηλαδή αισθητικά αποδεκτό, σπίτι και γραφείο, ευπαρουσίαστος σύντροφος, με «γενικά» ενδιαφέροντα, διαθεσιμότητα χρόνου και ανέμελες σχέσεις, κοινωνικές και προσωπικές, αυτά δεν είναι τα μοτίβα, ή αλλιώς η σύγχρονη εκδοχή του ορθολογισμού όπως ερμηνεύεται από την πανίσχυρη διαφήμιση που διαφεντεύει τις ζωές των αστών; Ένας συρφετός ανθρώπων που ενώνουν και χωρίζουν τις ζωές τους με χαρακτηριστική ευκολία στα πλαίσια κοινών ασκήσεων γούστου, καθώς απουσιάζει παντελώς οποιαδήποτε προσπάθεια διερεύνησης του Άλλου, των βαθύτερων αναγκών και επιθυμιών. Τα πάντα καταναλώνονται και αντικαθίστανται. Αυτό δεν είναι το όνομα της σύγχρονης ευδαιμονίας που λίγοι θα επιτύχουν στην ολοκληρωμένη της μορφή, αλλά όλοι ανεξαιρέτως καλούμαστε να πληρώσουμε το τίμημα;
Το σενάριο που φέρει την υπογραφή του Per Schreiner, είναι ιδιαίτερα καλογραμμένο με κλιμακούμενα επίπεδα σύγκρουσης που κρατούν σε διαρκή αγωνία το θεατή. Οι λιτοί και αρκούντως περιεκτικοί διάλογοι φωτίζουν «χαρακτήρες» και σχέσεις. Ιδιαίτερα ευρηματικό το φινάλε παραμένει «ανοιχτό» δίνοντας τη σκυτάλη στο θεατή. Υπάρχει δρόμος να απλώσουμε τη ζωή μας εφόσον έχουμε αρνηθεί την υφιστάμενη κοινωνική πραγματικότητα και έχουμε αναγνωρίσει τον ουτοπικό χαρακτήρα της αναδίπλωσης στην εποχή της αθωότητας; Ο καθένας από εμάς οφείλει να δώσει μια απάντηση η οποία δεν εκφράζει ένα δέον αλλά συνιστά καθημερινή πρακτική άσκηση.
Η σκηνοθεσία στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Με εξαιρετική αίσθηση του ρυθμού η κάμερα εστιάζει στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών διερευνώντας το ψυχολογικό αντίκρυσμα των πράξεών τους. Η φωτογραφία σε ουδέτερους τόνους και η διακριτική μουσική επένδυση, σε αντιστικτική χρήση με τo ψυχρό περιβάλλον, ολοκληρώνουν ένα άρτιο αισθητικά αποτέλεσμα. Οι ηθοποιοί στο πνεύμα του σεναρίου, πλήρως αποστασιοποιημένοι, υποκρίνονται ότι ζούν.
Μια ταινία που θα πρέπει να την αναζητήσετε, καθώς αυτή την εβδομάδα παίζεται μόνο στον κινηματογράφο «Τριανόν».

Πέμπτη, Ιανουαρίου 04, 2007

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΤΟ ΑΡΩΜΑ)


Είδα την ταινία «Το Άρωμα» σε σκηνοθεσία Tom Tykwer, με τους Ben Whishaw, Dustin Hoffman, Alan Rickman και τη δεκαεξάχρονη Rachel Hurd Wood, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ ένα σκουπίδι ανάμεσα στα σκουπίδια της ψαραγοράς του Παρισιού, που γαντζώθηκε από τη ζωή με μια αξιοθαύμαστη θέληση ένα καλοκαιρινό πρωινό του 1738, είναι ένας άνθρωπος με δυο ιδιαίτερα χαρίσματα. Την απουσία οποιασδήποτε σωματικής μυρωδιάς, που του επιτρέπει να περνά από παντού απαρατήρητος, βασικός όρος για την επιβίωσή του στον σκληρό κόσμο των απόκληρων και την εξαιρετικά ευαίσθητη «μύτη» του με την οποία συλλαμβάνει και αποθηκεύει στη μνήμη του όλες τις μυρωδιές που συναντά, το διαβατήριο για την κοινωνική του ανέλιξη. Ξεκινά την επαγγελματική του σταδιοδρομία στο βασίλειο των οσμών, από το εργαστήριο του Μπαλντίνι στο Παρίσι, για να καταλήξει να γίνει ο απόλυτος γητευτής της μητρόπολης των αρωμάτων Γκράς, ο κατασκευαστής του απόλυτου αρώματος «αγάπης», μερικές σταγόνες από το οποίο μπορούν να ανατρέψουν την υφιστάμενη τάξη του κόσμου. Μικρή, αλλά όχι ασήμαντη λεπτομέρεια, το άρωμα προέρχεται από δώδεκα δολοφονημένα κορίτσια όλα εξαιρετικής ομορφιάς.
«Το Άρωμα» μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του περίφημου βιβλίου του Patrick Suskind που τάραξε τα «νερά» της παγκόσμιας λογοτεχνίας το 1985, είναι ένα ψυχολογικό θρίλλερ με φιλοσοφικές προεκτάσεις και ιστορικές αναφορές στην προεπαναστατική Γαλλία. Ο Γκρενούιγ είναι καταρχήν ένα σκουπίδι της κοινωνίας που δεν γεύτηκε ποτέ την αγάπη και τη θαλπωρή. Η ψυχική του ανικανότητα να αναγνωρίσει συναισθηματικά οτιδήποτε πέρα από μυρωδιές, σε συνδυασμό με την υπονοούμενη σωματική του ανικανότητα να γευτεί τον έρωτα, τον ωθούν στο έγκλημα και τη μεγαλειώδη παραφροσύνη. Σκάβοντας πιο βαθιά θα δούμε ότι ο Γκρενούιγ είναι ένας λιμπερτίνος του 18ου αι., όπως ο αντίστοιχος του 20ου αι., θα ήταν πιθανόν ένας υπαρξιστής. Η ελεύθερη πράξη του ατόμου να δημιουργήσει τον εαυτό του και τον κόσμο μαζί με αυτόν, αποτελούν έκφραση της ουσίας του. Ο ενστερνισμός ενός αντικειμενικού συστήματος αξιών συνιστά μια απόπειρα μετάθεσης της προσωπικής ελευθερίας στον κόσμο των αντικειμένων. Η παθογένεια μιας τέτοιας φιλοσοφικής θεώρησης βρίσκεται στην εγγενή ροπή της προς τον σχετικισμό και τη χρησιμοθηρία, καθώς αντικαθιστά την κοινωνική συνύπαρξη με μια πράξη επιβολής σύμφωνα με την οποία, οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζονται πια ως αυταξίες, αλλά ως αντικείμενα προς χρήση.
Το σενάριο που υπογράφεται από τον Andrew Birkin, τον Bernd Eichinger, καθώς και τον ίδιο τον σκηνοθέτη, προσπαθεί να αποδώσει καταβάλοντας φιλότιμες, είναι η αλήθεια, προσπάθειες, ένα δύσκολο στην οπτική του αποτύπωση βιβλίο, καθιστώντας ευκρινή τα όρια της κινηματογραφικής τέχνης. Ο κινηματογράφος περιγράφει ένα είδος ζωής, που συνδέεται στενά με τα υλικά φαινόμενα από τα οποία προέρχεται το συγκινησιακό και πνευματικό του περιεχόμενο. Αντίστοιχα το μυθιστόρημα είναι ένα πνευματικό συνεχές, το οποίο περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία που ξεφεύγουν από τα όρια του κινηματογράφου καθώς δεν έχουν οπτικές αντιστοιχίες. (S. Kracauer, «Θεωρία του Κινηματογράφου»).
Ο συνσεναριογράφος και σκηνοθέτης αναγνωρίζοντας αυτήν ακριβώς την αδυναμία αντιστοιχίας ψυχικών καταστάσεων και εικόνων, καταφεύγει σε δυο βασικά τεχνάσματα αναπλήρωσης. Στην εκτενή χρήση της voice over αφηγηματικής τεχνικής και την υποβλητική μουσική επένδυση κλειδί για την εισαγωγή του θεατή, στον ψυχικό κόσμο του πρωταγωνιστή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη σύνθεση των εξαιρετικών μουσικών θεμάτων συμμετείχε, εκτός του Reinhold Heil και του Johnny Klimek και ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Ιδιαίτερα προσεγμένη η φωτογραφία αναδεικνύει φυσικούς χώρους, χαρακτήρες και δημιουργούμενες εντάσεις. Παρόλα αυτά υπάρχουν στιγμές που η ταινία χάνει το ρυθμό της και κουράζει το θεατή. Από τους ηθοποιούς, ξεχωρίζει κατά τη γνώμη μου ο Alan Rickman στο ρόλο του πατέρα της Λορ και ο Dustin Hoffman στο ρόλο του Μπαλντίνι. Ο Γκρενούιγ Ben Whishaw, δεν κατορθώνει να σωματοποιήσει επαρκώς, έναν κατά βάση βουβό ρόλο, αρκούμενος σε ένα απλανές βλέμμα και επαναλαμβανόμενες συσπάσεις των μυών του προσώπου.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 22, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ)


Είδα την ταινία «Οι Ζωές των Άλλων» σε σενάριο και σκηνοθεσία του νεαρού Florian Henckel von Donnersmarck με τους Martina Gedeck, Ulrich Muhe, Sebastian Koch, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ανατολική Γερμανία 1984. Ο Γκιόργκ Ντράιμαν επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας και από τα αγαπημένα «παιδιά» του καθεστώτος είναι ζευγάρι με την πρωταγωνίστρια στο τελευταίο του έργο Κρίστα. Ο Υπουργός Πολιτισμού Μπρούνο Χέμπφ παρενοχλεί ερωτικά την όμορφη πρωταγωνίστρια και στην προσπάθειά του να χωρίσει το ζευγάρι, διατάσσει το γραμματέα του Υπουργείου Άντον Γκρούμπιτζ να αναζητήσει τεκμήρια αντικυβερνητικής δράσης που θα ενοχοποιήσουν τον Ντράιμαν. Ο ανακριτής και καθηγητής στη σχολή της Στάζι Γκέρντ Βίσλερ μεθοδικός και αφοσιωμένος στην υπηρεσία του καθεστώτος πράκτορας, αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας την επιχείρηση παρακολούθησης. Όταν ένας στενός φίλος του Ντράιμαν σκηνοθέτης και αποκλεισμένος από τα καλλιτεχνικά δρώμενα για πολιτικούς λόγους, αυτοκτονεί, ο τελευταίος αποφασίζει να βγάλει τους παραμορφωτικούς φακούς με τους οποίους βλέπει την υφιστάμενη πολιτική κατάσταση και να γράψει ένα καταγγελτικό άρθρο το οποίο δημοσιεύεται στο Der Spiegel. Η απόφαση αυτή επιδρά καταλυτικά, όχι μόνο στη ζωή του ζευγαριού, αλλά και του εμπλεκόμενου στην παρακολούθηση πράκτορα.
«Οι ζωές των Άλλων» είναι ένα πολιτικό θρίλλερ με ψυχολογικές προεκτάσεις. Το σενάριο που επίσης φέρει την υπογραφή του von Donnersmarck αποκαλύπτει τη φύση της γραφειοκρατίας ως κυρίαρχου εκμεταλλευτικού σώματος, που επιβάλλεται στο σύνολο της κοινωνίας των πολιτών, μέσω της διαρκούς αστυνόμευσης και της συνακόλουθης διέγερσης του αισθήματος φόβου. Ένας τεράστιος μηχανισμός στρατολόγησης πολιτών στήνεται, για την παρακολούθηση της ζωής των υπολοίπων. Στα πλαίσια αυτά, η ιδιωτικότητα του βίου ως δυνατότητα επιλογής που θέτει σε αμφισβήτηση την κυρίαρχη ιδεολογία, απλά δεν υφίσταται. Εδώ απαιτείται η «ομογενοποιητική» μηχανοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το χαρακτηριστικότερο υπόδειγμα μηχανοποιημένης συμπεριφοράς συνιστά ο πιο αφοσιωμένος εκπρόσωπος του καθεστώτος. Ο ανακριτής Γκέρντ Βίσλερ ακολουθεί με θρησκευτική σχεδόν ευλάβεια την καθημερινή του ρουτίνα, από τα ρούχα που φοράει μέχρι τον τρόπο που επικοινωνεί με τους συνεργάτες του. Απαγορεύει στον υφιστάμενό του να κάνει οτιδήποτε, παρά να καταγράφει τη ζωή των άλλων. Η κριτική σκέψη, οι αποφάσεις, καθώς και τα συναισθήματα, αποτελούν προνομιακό πεδίο άσκησης της κομματικής ελίτ. Όμως η ζωή και οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά «πληθωρικοί» για να τοποθετηθούν σε τέτοιου είδους λογικά καλούπια. Σε μια εξαιρετικής έμπνευσης ψυχολογική μεταστροφή ο πιο πιστός εκπρόσωπος του συστήματος «οικειώνεται» τη ζωή του παρακολουθούμενου ζευγαριού των καλλιτεχνών, θυμίζοντας, το εξαιρετικό βιβλίο, του Αντώνη Σαμαράκη, «το Λάθος» και γίνεται συμμέτοχος στην αποκαθήλωση της ιδεολογίας που υπηρέτησε με αυταπάρνηση.
Ο σκηνοθέτης στηριζόμενος στο εξαιρετικά επεξεργασμένο σενάριο δίνει προβάδισμα στην «ιστορία» σε βάρος της εντύπωσης. Εποχή και συμπεριφορές επιθυμεί να καταγράψει. Με αυτό το σκεπτικό αρκείται στην ακριβή, σχεδόν ντοκυμαντερίστικη αποτύπωση των γεγονότων, αποφεύγοντας την δημιουργία της, τόσο χαρακτηριστικής σε ανάλογες ταινίες, «κλειστοφοβικής» ατμόσφαιρας τεχνητής έντασης. Η φωτογραφία με τα επιλεγμένα μουντά χρώματα συμβάλλει αποφασιστικά στην αίσθηση της ψυχρής αποστασιοποιημένης καταγραφής μιας παρελθούσας εποχής. Εξαιρετική ερμηνεία από τον Ulrich Muhe στο ρόλο του ανακριτή-πράκτορα της Στάζι.
Η ταινία απέσπασε το βραβείο καλύτερης Ευρωπαικής ταινίας για το 2006. Ο Florian Henckel von Donnersmarck κατέκτησε το βραβείο καλύτερου Ευρωπαίου Σεναριογράφου και ο Ulrich Muhe το βραβείο καλύτερου Ευρωπαίου Ηθοποιού.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

ΑΡΘΡΟ 16


Πολύς λόγος γίνεται το τελευταίο χρονικό διάστημα σχετικά με την αναθεώρηση του περίφημου άρθρου 16 του Συντάγματος. Για όσους δεν συνηθίζουν να εντρυφούν στα του Συντάγματος, το άρθρο 16 αναφέρεται εν ολίγοις στα εξής:
Στην παιδεία ως βασικής αποστολής του κράτους με σκοπό την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των ελλήνων (παρ.2). Στην ανώτατη εκπαίδευση, η οποία παρέχεται αποκλειστικά από Ν.Π.Δ.Δ. με πλήρη αυτοδιοίκηση (παρ.5). Στους καθηγητές των Α.Ε.Ι. ως δημόσιους λειτουργούς (παρ.6) και στις σχολές ανώτερης βαθμίδας Τ.Ε.Ι. (παρ.7).
Ο ντόρος όπως είναι προφανές, γίνεται μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης σχετικά με το αν θα πρέπει να επιτραπεί, ή όχι, η λειτουργία ιδιωτικών Α.Ε.Ι. στη χώρα μας. Από την πλευρά του μη ειδικού θα ήθελα να καταθέσω στους πολιτικούς μας εκπροσώπους που ανέσυραν το θέμα της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων τα εξής:
Ποιά πολιτική πρωτοβουλία λαμβάνεται, αν όχι για την αναβάθμιση, τουλάχιστον για τη μη περαιτέρω απαξίωση του θεσμού του Δημόσιου πανεπιστημίου; Εφόσον η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, πως διασφαλίζεται το ίσο δικαίωμα στο βασικό αγαθό της εκπαίδευσης όταν το κριτήριο προσβασιμότητας στην ανώτατη εκπαίδευση είναι και οικονομικό; Η πριμοδότηση του διαφαινόμενου οικονομικού, γνωσιακού-τεχνοκρατικού και κοινωνικού χάσματος, που ήδη παρατηρούμε στην κοινωνία μας, προάγει την επιθυμούμενη κοινωνική συνοχή;
«Το επιχείρημα του εκσυγχρονισμού του Δημόσιου πανεπιστημίου εξαιτίας των ανταγωνιστικών συνθηκών που θα δημιουργηθούν από την εισαγωγή των ιδιωτικών πανεπιστημίων. σημαίνει και τον αποκλειστικό προσανατολισμό των σπουδών σε «εξαργυρώσιμες» μορφές γνώσης; Η απαξίωση των λεγόμενων ανθρωπιστικών σπουδών συνιστά άραγε βελτίωση;» (Δ. Τσάτσος, Κ. Τσουκαλάς, εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 4/12/2006).
Και κάτι τελευταίο. Πως η αναφερόμενη περί παιδείας «ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των ελλήνων» ταιριάζει με τις απαιτήσεις μιας ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας, στην οποία διασφαλίζεται η ελευθερία επιλογής των προσώπων χωρίς να υπάρχουν κοινωνικές ομάδες «σκιές»;
Η τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος δεν πραγματοποιήθηκε το 2001; Γιατί πρέπει να προσφέρονται συνεχώς θυσίες στο βωμό του πρόσκαιρου πολιτικού κέρδους;

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2006

ΑΥΛΑΙΑ


Πέθανε στις 16 Νοεμβρίου σε ηλικία 94 ετών στο Σικάγο, ένας από τους μεγαλύτερους οικονομολόγους του 20ου αι. ο Milton Friedman ο πιο φημισμένος εκπρόσωπος της σχολής του Σικάγο.
Υπό την καθοδήγησή του οι μονεταριστές αμφισβήτησαν την κευνσιανή προσέγγιση στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής, δίνοντας έμφαση στη σημασία της νομισματικής πολιτικής για την εξασφάλιση μακροοικονομικής σταθερότητας.
Η αμφισβήτηση κορυφώθηκε το 1968 όταν οι Phelps και Friedman δημοσίευσαν ένα άρθρο για τη νομισματική πολιτική («Ο ρόλος της νομισματικής πολιτικής»), σύμφωνα με το οποίο στη μακροχρόνια περίοδο όπου η οικονομία λειτουργεί κάτω από συνθήκες πλήρους απασχόλησης υπάρχει ένα φυσικό ποσοστό ανεργίας, το οποίο είναι συμβατό με ένα σταθερό ποσοστό πληθωρισμού. Έτσι, η μακροχρόνια καμπύλη Phillips δεν έχει αρνητική κλίση όπως ισχυρίζονταν μέχρι τότε οι Κευνσιανοί, αλλά είναι κάθετη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η διασταλτική δημοσιονομική πολιτική να επιφέρει μακροχρόνια αύξηση του πληθωρισμού χωρίς πτώση της ανεργίας, κάτω από το φυσικό ποσοστό της.
Η θεωρία αυτή επικυρώθηκε από την εμπειρία, όταν μετά την πετρελαική κρίση του 1973 παρατηρήθηκε το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού (υψηλό ποσοστό πληθωρισμού, ανεργίας), το οποίο ήταν ανεξήγητο σύμφωνα με την Κευνσιανή θεώρηση.
Το 1977 ο Friedman τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ στον τομέα των Οικονομικών επιστημών με θέμα της διάλεξης, κατά την τελετή απονομής, «Πληθωρισμός και Ανεργία».
Τον Οκτώβριο του 1979 ο νέος πρόεδρος του Fed ξεκίνησε, υπό τις ευλογίες του Friedman, αντεπίθεση κατά του πληθωρισμού, το επονομαζόμενο μονεταριστικό πείραμα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την απότομη πτώση του πληθωρισμού κατά την τριετία 1979-1982 με σημαντικό όμως κόστος σε όρους ανεργίας και απώλειας προιόντος.
Στη συνέχεια οι μονεταριστές διασπάστηκαν, εξαιτίας παρατηρούμενων αλλαγών στη συμπεριφορά των χρηματοοικονομικών αγορών, με τη σημαντικότερη να εντοπίζεται στην κυκλοφοριακή ταχύτητα του χρήματος.
Πνεύμα ανεξάρτητο ο Friedman, παρόλο που αγωνίστηκε υπέρ της αυτορρύθμισης των αγορών και ενάντια στον κρατικό παρεμβατισμό, δε δίστασε να υπερθεματίσει την πριμοδότηση των φτωχότερων νοικοκυριών, μέσω της υιοθέτησης του «αρνητικού φόρου εισοδήματος».

Κυριακή, Νοεμβρίου 26, 2006

ΜΠΑΜΠΑ...ΤΙ ΜΟΥ 'ΦΕΡΕΣ;

Το άκουσα στο ραδιόφωνο. Μειλίχια αντρική φωνή ακουγόμενη να πλέκει το εγκώμιο των σκληρά εργαζόμενων πατεράδων που στερούνται τα παιδιά τους για να εξασφαλίσουν «τα προς το ζειν», καταλήγει στην μίμηση παιδικής φωνής που μόλις βλέπει ανοιχτή την πατρική αγκαλιά ρωτάει: «Μπαμπά τι μου ’φερες»; Διαφημιστικό συμπέρασμα. Στα καταστήματα JUMBO με 1250 κωδικούς παιχνιδιών σε τιμή κάτω του ενός ΕΥΡΩ μπορείτε και εσείς, που δεν ανήκετε στους οικονομικά ευημερούντες αυτού του τόπου, να ανταλλάξετε την καθημερινή σας απουσία με δώρα. Εξαιρετικό δε βρίσκετε;
Επειδή εγώ είμαι επιμελής καταναλωτής, αυτό μπορούν να σας το βεβαιώσουν οι φίλοι μου, θα ήθελα να ρωτήσω τον εμπνευστή του διαφημιστικού σποτ. Που να βρούμε το χρόνο να πηγαίνουμε καθημερινά στα
JUMBO; Και που να βρούμε το χώρο, να στοιβάξουμε επιπλέον παιχνίδια στην ήδη στοιβαγμένη ζωή μας; Μήπως εκτός από παιχνίδια σε τιμή κάτω του ενός ΕΥΡΩ σου βρίσκονται μερικά τετραγωνικά μέτρα παραπάνω, καθώς και υπηρετικό προσωπικό να αναλάβει τα διεκπεραιωτικά καθήκοντα; Αν είναι να στηθεί το «σκηνικό» να γίνει με το σωστό τρόπο.
Και για να σοβαρευτούμε. Όταν το πέρασμα του χρόνου ξεθωριάσει και αυτό το αίσθημα της ενοχής των αναβαλλόμενων σχέσεων που εξαγοράζονται με δώρα και γιορταστικές συναθροίσεις, τι θα μείνει; Το μηδέν με τι αντικαθίσταται;


Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΜΑΣ)


Είδα την ταινία «Oι σημαίες των προγόνων μας» σε σκηνοθεσία Clint Eastwood με τους Ryan Phillipe, Adam Beach, Jesse Bradford, Jamie Bell, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Φεβρουάριος 1945 Β΄ παγκόσμιος πόλεμος. Οι σύμμαχοι έχουν αποφασίσει να τερματίσουν τον πόλεμο που μαίνεται στο θέρετρο του Ειρηνικού ωκεανού κάνοντας απόβαση στα Ιαπωνικά νησιά. Μια από τις πιο σημαντικές και αιματηρές μάχες, ήταν εκείνη που αφορούσε στην κατάληψη του νησιού Iwo Jima από τους Αμερικανούς πεζοναύτες. Έξι από αυτούς «συλλαμβάνονται» από τον φωτογραφικό φακό, την ώρα που υψώνουν την αστεροέσσα στην ψηλότερη κορυφή του νησιού. Πίσω στην Αμερική, η φωτογραφία αναδεικνύεται από το σύνολο του τύπου σε σύμβολο μαχητικότητας και αυταπάρνησης. Καθώς το οικονομικό κόστος του πολέμου είναι πλέον δυσβάσταχτο για την αμερικάνικη οικονομία, αποφασίζεται από την στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, η μετάκλιση των τριών επιζώντων πεζοναυτών που ύψωσαν τη σημαία πίσω στην πατρίδα. Σκοπός, η ευαισθητοποίηση των Αμερικανών πολιτών και η συνεισφορά τους στην αγορά πολεμικών ομολόγων για την περαιτέρω χρηματοδότηση του πολέμου, μέσα από τη σύσταση ενός περιοδεύοντος θιάσου που θα οργώσει από άκρη σε άκρη την Αμερική.
Ο Clint Eastwood δυο χρόνια μετά το «Million Dollar Baby», επιστρέφει με ένα αντιπολεμικό δράμα σε παραγωγή του Steven Spielberg. «Oι σημαίες των προγόνων μας», βασισμένες στο βιβλίο που έγραψε ο James Bradley γιός του επιζώντα πεζοναύτη John Bradley είναι ένα πικρό σχόλιο πάνω στην «αλήθεια» του πολέμου και την εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου. Σημείο αναφοράς η παντοδύναμη εικόνα. Η πραγματική φωτογραφία του Jo Rosendale μετατρέπει μια συνηθισμένη πράξη στο πεδίο της μάχης την ύψωση της σημαίας, σε αξεπέραστο σύμβολο ηρωισμού. Μέσω αυτής, στήνεται ένας πανίσχυρος μηχανισμός πολιτικής εκμετάλλευσης και οικονομικής αφαίμαξης. Στο επίκεντρό του βρίσκεται το θέαμα. Το θέαμα για να είναι προσοδοφόρο πρέπει να είναι μαζικό. Για να είναι μαζικό πρέπει να είναι εύληπτο. Για να είναι εύληπτο πρέπει να στηρίζεται σε απλοικές έννοιες και διαχωρισμούς διεγείροντας τα συναισθηματικά αντανακλαστικά των αποδεκτών. Από το σημείο αυτό ο εκφυλισμός της ίδιας της αρχικής ιδέας δεν είναι μακριά. Το κιτς εκδηλώνεται σαν φυσική συνέπεια της «χαρούμενης» διάθεσης μεγαλοποίησης. Γι’ αυτό στο επίσημο γεύμα προσφέρεται στους επιζώντες πεζοναύτες γλυκό σε φόρμα, που αποτυπώνει την ύψωση της σημαίας στο Iwo Jima. «Σιρόπι φράουλας, ή σοκολάτας;» ρωτάει ο σερβιτόρος. Οι ψυχικές και οι λοιπές ανάγκες των περιφερόμενων συμβόλων στερούνται οποιουδήποτε ενδιαφέροντος, από τη στιγμή που έχουν ενσωματωθεί στο μηχανισμό παραγωγής χρήματος. Δεν είναι πλέον άνθρωποι, αλλά αναγνωρίσιμα εμπορικά σήματα η αξία των οποίων εξαντλείται με την ολοκλήρωση του εγχειρήματος. Αυτό που μετράει είναι η πιστή αναπαραγωγή της εικόνας τους. Γι’ αυτό ο ινδιάνικης καταγωγής Άιρα Χέις, όταν συλλαμβάνεται τύφλα στο μεθύσι από έναν στρατηγό, στέλνεται πίσω στη γραμμή του πυρός. Γι’ αυτό ο διαβιβαστής της παρέας των επιζώντων βρίσκει όλες τις πόρτες κλειστές, όταν αναζητά δουλειά στο τέλος του πολέμου. Ηθικές αναστολές δεν χωρούν στις μπίζνες και κυρίως στις big business. Οι ηγεμονίες απαιτούν θυσίες για να οικοδομηθούν και....άφθονο χρήμα. Μήπως ακούγονται υπερβολικά σύγχρονα όλα αυτά;
Διέκρινα δύο σεναριακές αδυναμίες. Η πρώτη, αναφέρεται στη στασιμότητα της δραματουργικής επεξεργασίας και εξέλιξης της περιοδείας στην Αμερική από ένα σημείο και ύστερα, με αποτέλεσμα να υποσκάπτεται το ενδιαφέρον και ο ρυθμός. Η δεύτερη, εντοπίζεται στην προσπάθεια ηθικού εξαγνισμού των επιζώντων πεζοναυτών που επιχειρείται στο τέλος της ταινίας.
Η σκηνοθεσία γεφυρώνει επιδέξια την πλήξη των δεξιώσεων με συνεχείς αναδρομές στο πεδίο της μάχης, όπου το Hollywood πάντα έδρεπε δάφνες. Τα ψηφιακά επεξεργασμένα γενικά πλάνα του στόλου που καταπλέει στο Iwo Jima, σε συνδυασμό με τις συνεχείς εναλλαγές μεσαίων και κοντινών πλάνων στα πρόσωπα των μαχόμενων πεζοναυτών και τα εξαιρετικά επεξεργασμένα ηχητικά εφέ δίνουν την αίσθηση πραγματικής μάχης. Μέγιστη και η συμβολή της φωτογραφίας στο συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα που ξεκινά την απόβαση χρησιμοποιώντας νατουραλιστικά χρώματα, αποδίδοντας έτσι τη ζωτικότητα του εγχειρήματος και καταλήγει με σχεδόν αποχρωματισμένες σκηνές μάχης, στην προσπάθεια να αποτυπώσει ένα οριστικά χαμένο παγερό παρελθόν που αποπνέει θάνατο. Καλές ερμηνείες από το cast ιδιαίτερα στο πεδίο της μάχης.
Αναμένουμε με ενδιαφέρον την δεύτερη εκδοχή της ταινίας που θα παρουσιάζει τις μάχες στο Iwo Jima από την Ιαπωνική πλευρά.

Κυριακή, Νοεμβρίου 19, 2006

ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ...33 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ


Άλλη μια σεμνή τελετή μνήμης έφτασε στο τέλος της, με τη γνωστή πορεία, τα γνωστά επεισόδια, τις γνωστές συλλήψεις. Επειδή όπως πολύ παραστατικά το έθεσε ο κος Ν. Δήμου αυτό που σήμερα έχει καθιερωθεί στην εθνική συνείδηση σαν συλλογικό αίτημα ελευθερίας, αφορούσε μάλλον μια παρέα ανθρώπων μεθυσμένων από νιάτα και αφού τακτοποιήσουμε τους ιστορικούς μας λογαριασμούς με τα κόμματα που εκ των υστέρων ζήτησαν μερίδιο σε μια προσπάθεια που δεν τους αναλογούσε, καιρός είναι να αναρωτηθούμε και προς μια άλλη κατεύθυνση. Μιλάω για αυτούς που ονειρευόμενοι την επανάσταση ξύπνησαν σε μεταξωτά σεντόνια, ή παραφράζοντας τον Umberto Eco αυτούς που ανδρώθηκαν εμπρηστές και πεθαίνουν πυροσβέστες. Και για να εξηγούμαστε, δεν κατηγορώ συλλήβδην όσους τόλμησαν να πετύχουν επαγγελματικά και οικονομικά. Αναφέρομαι σε όσους κατέληξαν θλιβεροί διαχειριστές πολιτικής εξουσίας, στους απολογητές ενός ξεπερασμένου πελατειακού συστήματος που εξακολουθεί σε πείσμα όλων των εξαγγελιών να αναπαράγεται για 33 χρόνια, δικαιώνοντας τη λαική θυμοσοφία περί βρακιών και επιδέξιων κόλων.
Τιμώντας τους παραπάνω αναφερόμενους θα πρότεινα τον καθορισμό μιας ημερομηνίας εορτασμού της αμνησίας μας, που δεν είναι ανάγκη να είναι εθνική.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (Ο ΑΝΕΜΟΣ ΦΥΣΟΥΣΕ ΤΟ ΚΡΙΘΑΡΙ)


Είδα την ταινία «O Άνεμος φυσούσε το κριθάρι» σε σκηνοθεσία Ken Loach με τους Cillian Murphy, Padraic Delaney, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ιρλανδία 1920. Ο Ντέμιαν και ο Τέντυ είναι δυο αδέρφια που υφίστανται, μαζί με όλους τους συντοπίτες τους, τη βάναυση συμπεριφορά των βρετανικών στρατευμάτων κατοχής. Ο μικρότερος Ντέμιαν τελειόφοιτος φοιτητής Ιατρικής, αποφασίζει να συνεχίσει την πρακτική του σε νοσοκομείο του Λονδίνου. Ο μεγαλύτερος Τέντυ είναι ο αρχηγός και εμψυχωτής της τοπικής οργάνωσης που μάχεται για την απελευθέρωση της Ιρλανδίας. Δυο απανωτά περιστατικά, η άδικη εκτέλεση ενός νεαρού φίλου και συντοπίτη και η βάναυση κακοποίηση ενός Ιρλανδού οδηγού τραίνου στο σταθμό από τις βρετανικές δυνάμεις κατοχής, θα πείσουν τον Ντέμιαν για το αναγκαίο της στράτευσής του στο αγώνα. Τα βασανιστήρια, οι πολιτικές κόντρες και οι διαφωνίες, ωριμάζουν τον Ντέμιαν πολιτικά και προσωπικά. Ταυτόχρονα, οι επαναστάτες οργανώνονται συγκροτώντας το Σώμα του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού με ενιαία στρατηγική και πρακτικές δράσης. Οι εκτεταμένες δολιοφθορές κατά των βρετανικών στρατευμάτων έχουν σαν αποτέλεσμα, την ανακήρυξη του ανεξάρτητου κράτους της Νότιας Ιρλανδίας, έπειτα από διαπραγματεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Λονδίνο στις 6 Δεκεμβρίου του 1921. Στο νέο κράτος η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο του Δουβλίνου έχουν εκτελεστική δύναμη και νομοθετική αυτονομία. Η Βόρεια Ιρλανδία παραμένει βρετανικό έδαφος, ενώ η ανεξάρτητη Νότια Ιρλανδία γίνεται μέλος της Κοινοπολιτείας. Για την ιστορία υπέρ της συνθήκης τάχτηκε στο Ιρλανδικό Κοινοβούλιο ο Arthur Griffith και κατά ο Valera. Η απόφαση αυτή «άνοιξε» τον ασκό του Αιόλου και προκάλεσε εμφύλιο πόλεμο. Οι δρόμοι των δυο αδερφών χωρίζουν. Ο Ντέμιαν τάσσεται κατά της συνθήκης και ο Τέντυ υπέρ.
Ο Loach έντεκα χρόνια μετά τη «Γη και Ελευθερία» με θέμα τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, επιστρέφει στο είδος που τον ανέδειξε σκηνοθετικά την πολιτική ταινία. «O Άνεμος φυσούσε το κριθάρι» χωρίζεται θεματικά σε δυο επιμέρους ενότητες. Στην πρώτη ενότητα, περιγράφονται οι συνθήκες και οι μέθοδοι κάτω από τις οποίες «χαλαρά» οργανωμένες επαναστατικές δυνάμεις μετατρέπονται σε μαζικό απελευθερωτικό κίνημα, ενώ η δεύτερη ενότητα, εστιάζεται στις αντιδράσεις που προκάλεσε, στους κόλπους του μέχρι πρότινος ενιαίου κινήματος, η υπογραφή της συνθήκης ανεξαρτησίας και στη στάση που τήρησαν οι πρώην συμπολεμιστές στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε. Το σενάριο που φέρει την υπογραφή του Paul Laverty, στενού συνεργάτη του Loach, είναι μια σπουδή πάνω στον άνθρωπο στην πολιτική και την ατομική διάσταση του ενεργούντος υποκειμένου και στη συγκρουσιακή σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους θέτοντας σε κίνηση, τόσο την ιστορία, όσο και το προσωπικό πεπρωμένο. Η μοναδικότητα του ανθρώπου έγκειται στην ελεύθερη άσκηση της βούλησής του. Μέσα από την ενεργητική τοποθέτησή του απέναντι στα πράγματα ο άνθρωπος αυτοπροσδιορίζεται. Με τον τρόπο αυτό τίθεται σε κίνηση ο χρόνος που είναι ταυτόχρονα προσωπικός και ιστορικός. Χρόνος σημαίνει απώλεια αέναη κίνηση και αλλαγή. Το όραμα του καινούργιου, οικοδομείται πάνω στα συντρίμμια του παλιού. Η τραγωδία εκτυλίσσεται σε δυο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο η προσωπική ηθική στάση συγκρούεται με τον συλλογικό σκοπό, την ιδέα κοινωνικής αλλαγής. Ο τίτλος της ταινίας αναφερόμενος στον κυματισμό του σταχυού που κινδυνεύει να σπάσει με το φύσημα του ανέμου αυτό ακριβώς υπονοεί, τις αντιφάσεις του ατόμου που παρασύρεται στη δίνη της Ιστορίας. Γι’ αυτό ο Ντέμιαν εκτελεί με δάκρυα στα μάτια, τον εικοσάχρονο φίλο του που κατέδωσε στους εγγλέζους το κρησφύγετο της επαναστατικής ομάδας. Γι’ αυτό ο αδερφός καταρρέει, μετά την εντολή εκτέλεσης του αδερφού. Εδώ δεν υπάρχει χώρος για ήρωες, οι μανιχαϊκές υποδηλώσεις και οι φθηνοί μελοδραματισμοί απέναντι στα πολυσύνθετα φαινόμενα της ζωής είναι περιττά στοιχεία. Στο δεύτερο επίπεδο, όταν ο συλλογικός σκοπός φαίνεται να πραγματοποιείται και μια νέα αρχή εγκαθίσταται στο θρόνο της καθεστηκυίας τάξης τα αιτήματα της ισονομίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης αρχίζουν να ξεθωριάζουν, στο όνομα μιας διαχειριστικής πρακτικής. Σισύφειος ο αγώνας; Σε αυτή την κατεύθυνση, το τέλος παραμένει «ανοιχτό». Η Ιστορία με σημείο εκκίνησης τον άνθρωπο, φαίνεται να εξελίσσεται ερήμην οραμάτων και υποκινητών.
Η σκηνοθεσία, πιστή στη γραμμή Loach παρουσιάζεται λιτή στα εκφραστικά της μέσα και ταυτόχρονα αρκούντως περιεκτική στην αποτύπωση χαρακτήρων και καταστάσεων. Κόντρα στις αντίστοιχες αμερικάνικες υπερπαραγωγές με τις ψηφιακά επεξεργασμένες σκηνές επικών μαχών και τα πλήθη των κομπάρσων ο σκηνοθέτης κατορθώνει να ανασυστήσει το ιστορικό πλαίσιο, καθώς και την αισθητική της εμφύλιας σύρραξης με μοναδικά του όπλα, τη ρεαλιστική φωτογραφία, τη «βασική» τεχνική χρήση της κινηματογραφικής κάμερας και κυρίως, με το φυσικό και ανεπιτήδευτο «στήσιμο» των ηρώων η ζωή των οποίων «ρέει» σε όλες τις εκφάνσεις της, χωρίς ωραιοποιήσεις και περιττούς μελοδραματισμούς. Εξαιρετικές ερμηνείες και από τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές.
Η ταινία απέσπασε Χρυσό Φοίνικα στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΒΑΒΕΛ)


Είδα τη «Βαβέλ» σε σκηνοθεσία του Μεξικανού Alejandro Inarritu με τους Brad Pitt, Cate Blanchett, Adrianna Barrazza, Gael Garcia Bernal, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Ρίτσαρντ και η Σούζαν παντρεμένο ζευγάρι Αμερικανών με δυο παιδιά ταξιδεύουν στο Μαρόκο, στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν μια κρίση στη σχέση τους, που προήλθε από το θάνατο του τρίτου τους παιδιού. Δυο πιτσιρικάδες βοσκοί χαμένοι κάπου στα βουνά του Μαρόκου δοκιμάζουν το βεληνεκές της νεοαποκτηθείσας καραμπίνας τους βάλλοντας κατά διερχόμενου λεωφορείου, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της Σούζαν. Στο Σαν Ντιέγκο, η Αμέλια εργαζόμενη ως γκουβερνάντα στο σπίτι του Ρίτσαρντ και της Σούζαν αποφασίζει, προκειμένου να παρευρεθεί στο γάμο του γιού της στο Μεξικό, να πάρει μαζί της τα δυο ανήλικα παιδιά του ζεύγους εν αγνοία των εργοδοτών της. Στο Τόκιο, μια κωφάλαλη έφηβη κοπέλλα προσπαθεί, μετά το θάνατο της μητέρας της, να κεντρίσει με άκομψο τρόπο το ενδιαφέρον των αρσενικών και ταυτόχρονα να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τον πατέρα της.
Η «Βαβέλ», σαφής η αναφορά στο εδάφιο της Παλαιάς Διαθήκης με επίκεντρο τον περιβόητο Πύργο, όπου άπαντες ομιλούσαν διαφορετική διάλεκτο και ακόμα σαφέστερη η αναφορά στην παγκοσμιοποιημένη σύγχρονη ασυνεννοησία, είναι μια «σπονδυλωτή» ψυχολογική περιπέτεια, αποτελούμενη από τέσσερις «αυτόνομες» ιστορίες, που διαδραματίζονται ταυτόχρονα σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη. Το σενάριο, που φέρει την υπογραφή του ταλαντούχου Guillermo Arriaga συνιστά ένα συνοπτικό σχόλιο και ταυτόχρονα ένα ουμανιστικό μήνυμα-έκκληση, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι άνθρωποι, όσο επιφανειακά διαφορετικοί και αν φαντάζουν, υπόκεινται στους ίδιους αναπόδραστους νόμους, όπου η σεξουαλικότητα, ο πόνος, η φθορά και ο θάνατος, χαράσσουν ανεξίτηλα τον ψυχισμό τους, διαρρηγνύουν τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές και προσδιορίζουν την ανάγκη τους για επικοινωνία και συμβίωση. Εκτός από το βασικό μήνυμα αναδύονται κατά την εξέλιξη της ταινίας χαρακτηριστικά μηνύματα «κλισέ», τα οποία βρίσκονται ενσωματωμένα στο συλλογικό υποσυνείδητο των Δυτικών κοινωνιών. Έτσι βλέπουμε στις δύο πρώτες ιστορίες που διαδραματίζονται στο Μαρόκο να καθίσταται ευκρινής μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε «πολιτισμένους» και «απολίτιστους», η οποία χαράσσεται με βάση την τεχνολογική υπεροχή του Δυτικού πολιτισμού. Η τεχνολογική αυτή υπεροχή, προσλαμβάνει χαρακτήρα ηθικής υπεροχής στα μάτια του μέσου Δυτικού ανθρώπου. Αυτό αποτυπώνεται στην ταινία, μέσα από τους φόβους των Δυτικών τουριστών ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας θα τους κατασπαράξουν οι πρωτόγονοι μουσουλμάνοι, καθώς το τουριστικό λεωφορείο που τους μεταφέρει ακινητοποιείται στη Μαροκινή ενδοχώρα, μετά τον τραυματισμό της Σούζαν. Το σκηνικό της παράνοιας ολοκληρώνεται με το δελτίο τύπου που εκδίδει η Αμερικανική πρεσβεία, στο Μαρόκο. «Αμερικανίδα τουρίστρια, θύμα τρομοκρατικής επίθεσης». Το μανιχαικό σχήμα της πανταχόθεν βαλλόμενης «καλής» υπερδύναμης, που θέλει να εξάγει τα «αγαθά» της ελευθερίας και των ίσων ευκαιριών είναι «εύπεπτο» και νομιμοποιεί τις ηγεμονικές επιδιώξεις, που επιβάλλονται δια της βίας. Η τρίτη ιστορία που διαδραματίζεται στα σύνορα Μεξικού και Ηνωμένων πολιτειών είναι χαρακτηριστική της σχιζοειδούς συμπεριφοράς που βιώνουμε και στα μέρη μας, σύμφωνα με την οποία μετανάστες από υπανάπτυκτες χώρες, ενώ συμμετέχουν ενεργά στην αύξηση του ετήσιου Εθνικού προϊόντος των αναπτυγμένων χωρών προσφέροντας φθηνά εργατικά χέρια σε εργασίες δεύτερης διαλογής, παραμένουν πολιτικά ανέστιοι και ηθικά μη νομιμοποιημένοι. Η τέταρτη ιστορία συνιστά τον καθρέφτη του ψυχισμού του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου. Έναν καθρέφτη στον οποίο εμφανίζεται η μεγαλόπρεπη απομόνωση του ατόμου σε ένα περιβάλλον που σφύζει από «κίνηση» (εξαιρετικά αντιφατικό δεν βρίσκεται;) και όπου «μονωμένα» πρόσωπα αναζητούν την προσοχή και το ενδιαφέρον με κραυγαλέα υστερικό τρόπο.
Η σκηνοθεσία διαχειρίζεται με εξαιρετικό τρόπο τον κατακερματισμό του φιλμικού χρόνου και με την ισορροπημένη χρήση «υποκειμενικών» και «αντικειμενικών» πλάνων μετατρέπει το θεατή σε συμμέτοχο των τεκταινόμενων. Μοναδικές παραφωνίες στο αισθητικό οικοδόμημα που δημιούργησε ο Inarritu, το απότομο μοντάζ με το οποίο συνδέονται οι επιμέρους ιστορίες μεταξύ τους (ίσως θέλησε να καταστήσει περισσότερο ευκρινές το σοκ της μετάβασης) και η λιγότερο εναρμονισμένη, θεματικά, αισθητικά και λειτουργικά, σε σχέση με τις υπόλοιπες τέταρτη ιστορία που διαδραματίζεται στο Τόκιο. Μέγιστη η συμβολή της φωτογραφίας στην αισθητική αποτύπωση, γεωγραφική και συναισθηματική, των διαφορετικών τόπων με τα διαφορετικά χρώματα και «βάθη» πεδίου για κάθε ιστορία ξεχωριστά. Ο λυρισμός των εικόνων οφείλει πολλά και στη μουσική επένδυση του βραβευμένου με όσκαρ, για το Brokeback Mountain, Gustavo Santaolalla. Η Adrianna Barrazza με τη συγκλονιστική της ερμηνεία στο ρόλο της γκουβερνάντας Αμέλια, κερδίζει τις εντυπώσεις από τα βαριά χαρτιά του cast. Καλές ερμηνείες από τους σταρ, με ιδιαίτερη αναφορά στην καθηλωτική σκηνή του τηλεφωνήματος του Brad Pitt στα παιδιά του, δείγμα της εξαιρετικής ικανότητας «συναισθηματικής μεταμόρφωσης» που διαθέτει αυτός ο ηθοποιός.
Η ταινία κέρδισε βραβείο σκηνοθεσίας στο πρόσφατο Φεστιβάλ των Καννών.

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ)


Είδα τα «Παιδιά των Ανθρώπων» σε σκηνοθεσία του μεξικανού Alfonso Cuaron με τους Clive Owen, Julianne Moore, Michael Caine, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Το 2027 είναι μια χρονιά-σταθμός για το ανθρώπινο γένος, που από το 2005 έχει πάψει ν' αναπαράγεται, εξαιτίας της εμφάνισης ενός ιού. Ο νεότερος άνθρωπος πάνω στη Γη, ένας 18χρονος ονόματι Ντιέγκο Ρικάρντο, δολοφονείται για ασήμαντο λόγο σε ένα μπαρ του Μπουένος Αϊρες. Παράλληλα το Λονδίνο κατακλύζεται από ένα τεράστιο μεταναστευτικό ρεύμα, ενώ η εγκληματικότητα και ο πόλεμος, μεταξύ αντιμαχόμενων επαναστατικών ομάδων, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Ένας απογοητευμένος πρώην ακτιβιστής και νυν υπάλληλος του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών ο Θίο, επιστρατεύεται από την πρώην ερωμένη του Τζούλιαν και νυν ηγετικό στέλεχος της επαναστατικής οργάνωσης «Ψάρια» για να οδηγήσει την έγκυο Αφρικανή λαθρομετανάστρια Κι σε ασφαλές μέρος, όπου ειδικοί επιστήμονες εργαζόμενοι στο «
Human Project» θα προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν τη διαιώνιση του ανθρώπινου γένους.
Τα «Παιδιά των Ανθρώπων» μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του ομότιτλου μυθιστορήματος της Βρετανής
Phyllis Dorothy James είναι ένα περιπετειώδες θρίλλερ, που ισορροπεί ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και την πραγματικότητα. Το σενάριο, εκκινώντας από τα υπαρκτά προβλήματα της υπογεννητικότητας και της μετανάστευσης που μαστίζουν το σύγχρονο Δυτικό κόσμο, καταγράφει μια συνολική κρίση. Η κρίση αυτή οφείλεται στον παθητικό, αυτιστικό, αυτοπεριορισμό και στην αδυναμία «ουσιαστικής» επικοινωνίας των ηγεμονικών ελίτ, που ιεραρχούν τις αξίες του Δυτικού πολιτισμού, τόσο, με αυτούς που βρίσκονται στη βάση του κοινωνικού οικοδομήματος, όσο και με διαφορετικούς λαούς και κουλτούρες, σε μια προοπτική εποικοδομητικής συμβίωσης ανάμεσα σε ανθρώπους και περιβάλλον. Τα απορρίμματα, εμπράγματα και ανθρώπινα, αποτελούν αναπόδραστη συνέπεια της διαδικασίας καταναλωτικής «επιμόρφωσης», η οποία συντελείται σε παγκόσμιο επίπεδο. Καθώς η παραγωγή αυξάνει συνεχώς σε όγκο, για να ικανοποιήσει την ψυχαναγκαστική επιθυμία των εχόντων, αυξάνουν και οι ανάγκες αποκομιδής των εμπράγματων απορριμμάτων. Τη διαδικασία αυτή επιφορτίζονται ανθρώπινα απορρίμματα, άνθρωποι που εφόσον δεν είναι καταναλωτές εξορίζονται αυτομάτως στα όρια του συστήματος. Υπό αυτή την έννοια, καθίσταται εξίσου αναπόδραστη η δημιουργία γκέτο τόσο, εντός των ορίων του συστήματος ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, όσο και εκτός ανάμεσα σε ντόπιους και ανέστιους. Η μοναδική ελπίδα έρχεται σύμφωνα με το σενάριο, από τους «κολασμένους αυτής της γής», η ενστικτώδης ενεργητικότητα των οποίων μπολιασμένη με τη γνώση των αφυπνισμένων «υπηρετών» του συστήματος, μπορεί να οδηγήσει στη σωτηρία του ανθρώπου.
Το σενάριο λιτό και συμπυκνωμένο, όσον αφορά τη διαχείριση της δράσης αφήνει τις αιτίες της κοινωνικής κρίσης να μετεωρίζονται σε ένα παράλληλο σύμπαν, χωρίς να ενσωματώνονται λειτουργικά στο σύνολο. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα αφενός, του ξαδέλφου του Θίο υψηλόβαθμου στελέχους του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών, που ζεί αυτοπεριορισμένος στο Λονδίνο σε ένα υψηλής προστασίας κτίριο, με μοναδική συντροφιά τον αυτιστικό γιό του και ορισμένα διασωθέντα έργα τέχνης ορόσημα του Δυτικού πολιτισμού και αφετέρου, του διανοούμενου Τζάσπερ που αναβιώνει μια μοναχική χίπικη ατμόσφαιρα στη μέση του πουθενά. Εφόσον πρόκειται για κοινωνική αλληγορία θα ήταν απαραίτητο κατά τη γνώμη μου, να τεθεί ένα περισσότερο σαφές πλαίσιο που να περιγράφει, όχι μόνο τις αιτίες της κατάρρευσης του υφιστάμενου συστήματος εξουσίας, αλλά και το λόγο ύπαρξης και δράσης των αντιφρονούντων επαναστατικών πυρήνων. Επιπρόσθετα, το μεσσιανικό τέλος αναμενόμενο σχεδόν από την αρχή, αφαιρεί πολύ από τη δυναμική μιας ταινίας, που θέλει να συμβολίζει κάτι περισσότερο από ένα θρίλλερ επιστημονικής φαντασίας.
Η σκηνοθεσία υπερβαίνοντας τις σεναριακές ατέλειες, κατορθώνει να δημιουργήσει ατμόσφαιρα καταιγιστικής δράσης αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το περιβάλλον και την αισθητική της κρίσης. Η υποβλητική φωτογραφία, η χρήση του
steady cam στις σκηνές καταδίωξης, τα πανοραμίκ που εισάγουν το θεατή στον περιβάλλοντα χώρο βίας και εξαθλίωσης, σε συνδυασμό με τη μουσική που υπογραμμίζει διακριτικά το στοιχείο της χριστιανικής αλληγορίας, δημιουργούν ένα άρτια επεξεργασμένο αισθητικό αποτέλεσμα. Ιδιαίτερη αναφορά στην ερμηνεία του Clive Owen, που ισορροπεί το αρχικό «μπλαζέ» ύφος του απογοητευμένου ακτιβιστή με τη συναισθηματική έξαρση του σωτήρα του ανθρώπινου γένους. Εξαιρετικός και ο Michael Caine στο ρόλο του διανοούμενου χίππι Τζάσπερ.
Η ταινία συμμετείχε στο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Βενετίας 2006.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ)


Είδα το «Γύρνα Πίσω» όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο πρωτότυπος τίτλος «Volver», σε σκηνοθεσία Pedro Almodovar με τους Penelope Cruz, Lola Duenas, Carmen Maura, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η Ραιμούντα ζεί στη Μαδρίτη μαζί με την κόρη της Πάουλα και τον μέθυσο σύζυγό της Πάκο.
O Πάκο επιτίθεται με σεξουαλικές διαθέσεις στην Πάουλα και αυτή τον σκοτώνει. Η Ραιμούντα παίρνει την ευθύνη πάνω της και αναλαμβάνει να εξαφανίσει το πτώμα, προστατεύοντας την κόρη της. Σε παράλληλη τροχιά, ο θάνατος της θείας της Ραιμούντα θα ανασύρει από την αφάνεια ένα «θαμμένο» οικογενειακό δράμα, με πρωταγωνίστρια την ίδια τη Ραιμούντα, τους νεκρούς γονείς της και την κόρη της, θέτοντας σε αμφισβήτηση το εξειδανικευμένο οικογενειακό παρελθόν.
Μετά την «Κακή εκπαίδευση», ο
Almodovar επιστρέφει στη «μαύρη» κωμωδία και τον οικείο κόσμο των γυναικών από τις οποίες εκπορεύεται η ζωή και ο θάνατος. Γυναίκες όμορφες, ή λιγότερο όμορφες, νέες ή μεγαλύτερες, φίλες, ερωμένες, μητέρες, αδερφές, αντίζηλες και αλληλέγγυες, τρυφερές και «δολοφονικά» σκληρές, αυτά τα πολυμήχανα και πολυδιάστατα πλάσματα προσαρμόζουν την ύπαρξη τους κάτω από όλες τις συνθήκες. Υπάρχει τίμημα; Ναι λέει ο σκηνοθέτης η εσωτερίκευση του «τραύματος» της καθημερινότητας γεννά μοναξιά και νεύρωση, καταστέλλοντας το φίλτρο της οικείωσης, που υπάρχει έμφυτο στο γυναικείο ψυχισμό. Στο τέλος η «φάρσα» της επιβίωσης θεραπεύεται, μέσα από την επανένωση του σπασμένου κρίκου της αγαπητικής σχέσης στην αλυσίδα της ζωής.
Το σενάριο στηρίζεται στο σασπένς που δημιουργούν παράλληλα εξελισσόμενες «κοντινές» ιστορίες, οι οποίες «δένουν» μεταξύ τους λίγο πριν το τέλος, σε ένα αρκούντος επεξηγηματικό και «λυτρωτικό» φινάλε. Η φωτογραφία με τα έντονα χρώματα στα οποία κυριαρχεί το κόκκινο, τα πολλά εσωτερικά γυρίσματα σε μικοραστικούς χώρους, τα «υποκειμενικά» πλάνα, καθώς και τα κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστριών, συνιστούν υφολογικά χαρακτηριστικά μιας σκηνοθετικής άποψης πιστής στο δόγμα «Κάνε τέχνη τη ζωή σου», στην οποία εμμένει ο
Almodovar. Οι μικροαστές ηρωίδες συναλλάσονται με πόρνες, οι ακραίες καταστάσεις, εναλλάσονται με τις ανάγκες βιοπορισμού, οι παραδοσιακές αξίες τραμπαλίζονται με τις σύγχρονες ανάγκες ερμηνείας, που δημιουργεί ο αστικός τρόπος ζωής δημιουργώντας ένα ετερόκλητο κοινωνικό σύνολο σε κατάσταση πνευματικής σύγχυσης, το οποίο εκφράζεται αισθητικά μέσα από το κιτς. Η Penelope Cruz με στοιχεία από τον ερωτισμό της Sofia Loren και το λαϊκό δυναμισμό της Anna Maniani, μεταμορφώνεται σε εκβαμβωτικό πλάσμα, κάτω από την επίβλεψη του ισπανού σκηνοθέτη.
Η ταινία απέσπασε βραβείο σεναρίου και γυναικείας ερμηνείας, το οποίο απονεμήθηκε από κοινού και στις έξι πρωταγωνίστριες στο φεστιβάλ των Καννών.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (OΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ SOPHIE SCHOLL)


Είδα τις «Τελευταίες μέρες της Sophie Scholl» γερμανική παραγωγή σε σκηνοθεσία Marc Rothemund με τους Julia Jentsch, Fabian Hinrichs, Andre Hennicke, Alexander Held, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η τανία αναφέρεται στην αληθινή ιστορία της
Sophie Scholl, ηρωίδας της γερμανικής αντίστασης ενάντια στο ναζιστικό καθεστώς. Η Sophie Scholl και ο αδερφός της Hans φοιτητές στο πανεπιστήμιο του Μονάχου και στελέχη της οργάνωσης «Λευκό Ρόδο» συλλαμβάνονται στις 18 Φεβρουαρίου 1943. Η κατηγορία αφορά στη διακίνηση προκηρύξεων με ανατρεπτικό περιεχόμενο, μέσα από τις οποίες καλούν το γερμανικό λαό να αντιταχθεί στο αδιέξοδο αιματοκύλισμα της Ευρώπης. Ανακρίνονται, δικάζονται, μαζί με ένα ακόμα στέλεχος της οργάνωσης, καταδικάζονται σε θάνατο και εκτελούνται στις 23 Φεβρουαρίου, σε επίρρωση των λεγομένων μιας άλλης γερμανίδας, που εικοσιπέντε χρόνια αργότερα αναδεικνύει σε ένα της βιβλίο τον αντιπολιτικό χαρακτήρα της βίας, ως εργαλείου στην υπηρεσία των λίγων έναντι των πολλών.
Μετά την «Πτώση» και τη «Γραμματέα του Χίτλερ», άλλη μια ταινία που καταπιάνεται με ένα θέμα ταμπού της νεότερης γερμανικής ιστορίας. Οι «Τελευταίες μέρες της
Sophie Scholl» είναι ουσιαστικά ένας δραματικός διάλογος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, ανάμεσα σε δυο κόσμους. Από τη μια, η νεαρή φοιτήτρια διστακτικά στην αρχή, όλο και πιο σίγουρη στη συνέχεια για την υπεροχή της στάσης της, κάνει σημαία της την ελευθερία του ανθρώπου να δεσμεύσει τη βούληση του, σε σκοπούς που τον υπερβαίνουν, με μοναδικό οδηγό τη συνείδησή του και την αίσθηση του καθήκοντος, απέναντι στον Άνθρωπο και το Δημιουργό του. Από την άλλη ο ανακριτής, αντιπρόσωπος ενός περίκλειστου συστήματος σκέψης που απαγορεύει οποιαδήποτε αναστοχαστική δραστηριότητα, ένα υποταγμένο ανδρείκελο στη βούληση ενός νοσηρού πνεύματος, που διεκδικεί την αποκαλυπτική σύλληψη της αλήθειας και υποβιβάζει τον άνθρωπο στο επίπεδο του εργαλείου, όσο περνάει η ώρα, ακολουθώντας την αντίστροφη από την ηρωίδα ψυχική διαδρομή, τόσο περισσότερο αμφιβάλει. «Δυνατό μυαλό, τρυφερή καρδιά», είναι η παρακαταθήκη που αφήνει η ηρωίδα στη συγκρατούμενη της λίγο πριν το τέλος. Πόσο επίκαιρο αλήθεια ακούγεται το μήνυμα της στους πονηρούς καιρούς που ζούμε, όταν η ελευθερία της επιλογής φέρεται να εξαντλείται στην επιλογή life style, ενώ η προσωπική αξιοπρέπεια και η συλλογική δέσμευση φαίνεται να έχουν κατατεθεί οριστικά, στο βωμό μιας ομφαλοσκοπικής καταναλωτικής ευδαιμονίας;
Η σκηνοθεσία, βασισμένη σε ένα σενάριο με εξαιρετικούς πυκνογραμμένους διαλόγους, αφήνει την κάμερα να παρακολουθεί διακριτικά την ηρωίδα σε κάθε της κίνηση, σε κάθε της βήμα, τόσο στις στιγμές του μεγαλείου, όταν πολυβολεί τα επιχειρήματά της στον ανακριτή και τους δικαστές, όσο και στις μικρές, τις ανθρώπινες στιγμές όταν η αγωνία για τη ζωή της, για την τύχη των γονιών και του αδερφού της την κατακλύζουν. Πόσο έντονη είναι η αντίθεση, ανάμεσα στο σκοτεινό δωμάτιο της ανάκρισης και το καθαρό βλέμμα της πρωταγωνίστριας, την ίδια στιγμή που ο ανακριτής σαν άλλος Πόντιος Πιλάτος «νίπτει τας χείρας του». Η ερμηνεία της ηρωίδας είναι πραγματικά καταιγιστική, χωρίς να υπολείπεται κατά τη γνώμη μου αυτή του «ανακριτή».
Η ταινία συμμετείχε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου όπου απέσπασε δυο Ασημένιες Άρκτους, για την ερμηνεία της Julia Jentsch και τη σκηνοθεσία του Marc Rothemund αντίστοιχα.

Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ)


Είδα τα «Φώτα στο Σούρουπο» του Φινλανδού σκηνοθέτη Aki Kaurismaki με τον Janne Hyytiainen στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ο Κόιστινεν εργάζεται στο Ελσίνκι σε εταιρεία ιδιωτικής ασφάλειας. Μοναχικός και αντικείμενο χλευασμού των συναδέλφων του για την ανύπαρκτη ερωτική του ζωή, ονειρεύεται τη στιγμή που θα μπορέσει να δημιουργήσει τη δική εταιρεία. Στο δρόμο του εμφανίζεται εντυπωσιακή ξανθιά, η οποία αποτελεί το δόλωμα για μια καλοσχεδιασμένη από την τοπική μαφία, ληστεία κοσμηματοπωλείου με «όχημα» τον ανυποψίαστο φύλακα. Όταν ο Κόιστινεν ξυπνά από το «όνειρο», βρίσκεται κατηγορούμενος ενώπιον της αστυνομίας για τη συμμετοχή του στην κλοπή. Μπροστά του ανοίγονται δυο δρόμοι. Να καταδώσει την γυναίκα που ερωτεύτηκε για να διευκολύνει τη θέση του, ή να παραμείνει σιωπηλός και να επωμιστεί το συνολικό βάρος της ευθύνης. Ποιόν από τους δυο να επιλέξει; Μοναδικός συμπαραστάτης σε αυτή τη μοναχική πορεία είναι η ιδιοκτήτρια καντίνας από την οποία προμηθεύεται ο Κόιστινεν το βραδυνό του φαγητό.
Ο
Kaurismaki, μετά τo «Μακριά πετούν τα σύννεφα» και τον εξαιρετικό «Άνθρωπο χωρίς παρελθόν», ολοκληρώνει με τα «Φώτα στο Σούρουπο» την τριλογία του με θέμα τους απόκληρους στο Δυτικό πολιτισμό. Η ταινία, σαφής η αναφορά του τίτλου στα «Φώτα της πόλης» του Chaplin, είναι ένα μελαγχολικό πορτραίτο ενός σύγχρονου αλήτη, ο οποίος αντιπαρέρχεται όλη την ασχήμια και τη βαναυσότητα της καθημερινότητας του στηριζόμενος στο όνειρο να πιάσει επιτέλους την «καλή». Η επιθυμία του είναι τόσο έντονη, που δεν είναι σε θέση να διακρίνει το μοναδικό άνθρωπο που πραγματικά ενδιαφέρεται για αυτόν. Η ξανθιά femme fatale είναι η μοναδική ακτίνα φωτός, που λαμπυρίζει πρόσκαιρα στο μουντό ουρανό της φαντασίας του. Αποδεχόμενος τελικά το πεπρωμένο του αποφασίζει, με ένα μεγαλείο ψυχής που μόνο σε ντοστογιεφσκικούς ήρωες το συναντάμε, να μην καταδώσει τη ζωντανή ενσάρκωση του ονείρου του. «Δεν έχω τίποτα να χάσω παρά μόνο τη μιζέρια μου», μοιάζει να αναφωνεί βουβά ο πρωταγωνιστής. Η μοναδική φορά που τον βλέπουμε να χαμογελάει είναι στο προαύλιο της φυλακής παρέα με τους συγκρατούμενούς του, όταν πιθανά έχει απελευθερωθεί οριστικά από το βάρος της επιτυχίας που απομακρύνεται συνεχώς από το οπτικό του πεδίο.
Η σκηνοθεσία πιστή στην αισθητική
Kaurismaki. Τα κοντινά καδραρίσματα στα ανέκφραστα πρόσωπα τα «παγωμένα» πλάνα που υπαινίσσονται χωρίς να παρουσιάζουν την εξελισσόμενη δράση, οι κοφτοί, καθαρά διεκπεραιωτικοί διάλογοι και οι άδειοι, από κόσμο δρόμοι, συνιστούν ορισμένα από τα μοτίβα με τα οποία διαπραγματεύεται ο σκηνοθέτης το ζήτημα της μοναξιάς στον στεγνό από συναίσθημα εξορθολογισμένο σύγχρονο Δυτικό κόσμο. Ταινίες με αυτά τα χαρακτηριστικά δεν συνιστούν ελκυστικό θέαμα για το ευρύ κοινό, που αρέσκεται σε «κούφιες» ταινίες καταιγιστικής δράσης. Κρίμα, γιατί το διακύβευμα της εποχής μας είναι και αισθητικό.

Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΚΟΛΛΕΓΙΟ)


Είδα το «Έγκλημα στο Κολλέγιο» όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο πρωτότυπος τίτλος «The Brick», του πρωτοεμφανιζόμενου Αμερικανού σκηνοθέτη Rian Johnson με τους Joseph Gordon Levitt, Nora Zehetner και Lucas Haas, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Μπρένταν φοιτητής στο κολλέγιο αναζητά τα ίχνη της εξαφανισμένης πρώην κοπέλλας του Έμιλυ, με τη βοήθεια του μοναδικού του φίλου και συμμαθητή Μπρέιν. Όταν ανακαλύπτει το πτώμα της κοπέλλας, αποφασίσει να διεισδύσει στα άδυτα ομάδας εμπορίας ναρκωτικών που δρα στις παρυφές του κολλεγίου, με σκοπό να αναλύψει το δολοφόνο. Ο Πιν αρχηγός της ομάδας, μαζί με το πρωτοπαλίκαρό του τον Ταγκ και την όμορφη Λώρα, είναι τα πρόσωπα που σχετίζονται άμεσα με τη δολοφονία και κινούν τα νήματα στον τοπικό υπόκοσμο. Η υποβόσκουσα κόντρα ανάμεσα στον αρχηγό και το πρωτοπαλίκαρό του λαμβάνει διαστάσεις ανοιχτής σύγκρουσης, όταν δυο «τούβλα» ηρωίνης εξαφανίζονται από το σπίτι του αρχηγού. Η κόντρα αυτή θα οδηγήσει τον Μπρένταν, μέσα από ένα μπαράζ αποκαλύψεων, στην λύση του μυστηρίου της δολοφονίας.
Το «Έγκλημα στο Κολλέγιο» είναι μια ιδιαίτερη ατμοσφαιρική ταινία, στην οποία συναντάμε όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία που προσδιορίζουν το φίλμ Νουάρ. Ο Μπρένταν, μια εκδοχή του ιδεαλιστή ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου χωρίς καμπαρτίνα, αλλά με τα ίδια ρούχα από την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας, μπολιασμένος με την τολμηρή ξεροκεφαλιά ενός «Επαναστάτη χωρίς αιτία», είναι ένας μοναχικός ήρωας, που στο όνομα της αλήθειας και της δικαιοσύνης αποφασίζει ότι δεν μπορεί να είναι φοβιτσιάρης. Έτσι, δεν αρκείται μόνο στην αποκάλυψη του δολοφόνου όπως θα όφειλε στο όνομα του καθήκοντος απέναντι στη νεκρή κοπέλλα, αλλά και στην αποκάλυψη του ηθικού αυτουργού αποκαθιστώντας στο ακέραιο τη διασαλευθείσα τάξη. Η Λώρα στο ρόλο της μοιραίας γυναίκας, χρησιμοποιεί συνειδητά τη γοητεία της με την ταχύτητα, την ακρίβεια, και την αποτελεσματικότητα ενός όπλου. Τέλος ο Πιν σε ρόλο μεταμοντέρνου Αλ Καπόνε καρικατούρα είναι ο φιλόδοξος και αμοραλιστής κακοποιός, με τον οποίο θα συγκρουστεί αργά ή γρήγορα ο Μπρένταν. Η τεχνική της αφήγησης με κύριο χαρακτηριστικό το φλασμπάκ, η φωτογραφία με τα έντονα σκοτεινά χρώματα να κυριαρχούν στους κλειστούς χώρους, το κλειστοφοβικό καδράρισμα και η ιδιαίτερη σημασία που παίζουν οι φυσικοί ήχοι, ολοκληρώνουν το καλοδουλεμένο σύνολο στοιχείων του Νουάρ.
Το σενάριο «σφιχτό» προωθεί τη γραμμική εξέλιξη της δράσης, μέσα από συνεχή ανατροφοδότηση των στοιχείων πλοκής. Οι χαρακτήρες αυστηρά προσδιορισμένοι ως προς την ηθική τους διάσταση δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας, παρά μόνο ως προς το που είναι διατεθειμένοι να φτάσουν. Μοναδική εξαίρεση σε αυτό ο ρόλος της μοιραίας γυναίκας μοιρασμένος αρχικά σε δυο πρόσωπα, συνιστά την πιο σοβαρή ανατροπή στην εξέλιξη της δράσης. Σαν να λέμε άλλη έχει το όνομα και άλλη έχει τη χάρη. Μέχρι εδώ όλα καλά. Η απουσία κοινωνικού περίγυρου όμως, συνιστά σοβαρή σεναριακή αδυναμία. Οι φιλόδοξοι κακοποιοί δεν είναι απλώς «φυτεμένοι» χαρακτήρες αλλά δημιουργήματα συγκεκριμένων κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών. Μην ξεχνάμε ότι το φιλμ νουάρ εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1940, όπου η κρίση αξιών του αστικού πολιτισμού εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονη. Η σκηνοθεσία πιστή στις αισθητικές επιταγές του Νουάρ και «εμβαπτισμένη» στην τεχνολογία βιντεοκλίπ του
MTV, με τη συνεχή εναλλαγή πλάνων και γωνιών λήψης πολλές φορές απροσδόκητων, σε στενή συσχέτιση με την επιβλητική μουσική υπόκρουση, δημιουργούν ατμόσφαιρα έντασης και αναμονής.
Η ταινία απέσπασε βραβείο πρωτότυπης αισθητικής στο φεστιβάλ του
Sundance.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΒΟΥΛΗΣΗ)


Είδα την «Ελεύθερη Βούληση» του Γερμανού Matthias Glasner με τον Jurgen Vogel και τη Sabine Timoteo, στούς πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Δυο νεαρές υπάρξεις, δυο ανθρώπινα ράκη, δυο πεπρωμένα, που διασταυρώνονται. Ο Τέο καταδικασμένος για το βιασμό και την πρόκληση βαριών σωματικών κακώσεων σε τρείς γυναίκες κλείνεται σε ψυχιατρικό άσυλο. Αποφυλακίζεται μετά από εννέα χρόνια αποφασισμένος να κερδίσει το προσωπικό του «στοίχημα» με τη ζωή. Πιάνει δουλειά σε τυπογραφείο. Η Νέτι κόρη του ιδιοκτήτη του τυπογραφείου, αποφασίζει να απογαλακτιστεί από την καταπιεστική πατρική «θαλπωρή» και εγκαταλείπει εργασία και σπίτι. Ο Τέο και η Νέτι συναντιούνται. Μηχανικά γεμάτοι άρνηση στην αρχή, βουβοί, μπολιασμένοι από τη δύναμη του ενστίκτου στη συνέχεια, προσπαθούν να ζεστάνουν την εσωτερική τους παγωνιά με την αγάπη. «Είναι υπέροχο να μπορώ να σε αγαπώ», αναφωνεί η Νέτι. Η ενεργητική δύναμη που τους ένωσε, η ελεύθερη βούληση των ανθρώπων να δημιουργήσουν το πεπρωμένο τους είναι υπεύθυνη και για το χωρισμό τους. Ο Τέο αδυνατώντας να απαγκιστρωθεί από τη σκοτεινή του μοίρα αποφασίζει να βαδίσει μόνος στο «Γολγοθά». Η απεγνωσμένη πρσπάθεια της Νέτι δεν μπορεί να επαναφέρει τον Τέο από τον μοναχικό του μονόδρομο.
Μετά το «Πείραμα» ταινία που παρουσιάστηκε στις αθηναϊκές αίθουσες πριν από 2 χρόνια, άλλη μια εξαιρετική γερμανική παραγωγή έρχεται να εξερευνήσει τον ανθρώπινο ψυχισμό. Η «Ελεύθερη Βούληση» είναι ένα συγκλονιστικό «υπαρξιακό» δράμα που μας κάνει να αναλογιστούμε πάνω στην παγερή μοναξιά του ανθρώπου και κυρίως του σύγχρονου ανθρώπου, την «επαγγελματοποίηση» των σχέσεων, τον έρωτα, τον πόνο, το αίσθημα της ενοχής, την ελευθερία και το πεπρωμένο. Ο πρωταγωνιστής βιάζει στα θύματά του την αρχετυπική εικόνα της άκαρδης πόρνης που έχει καταχωρηθεί στο υποσυνείδητό του ως υπεύθυνη, για την προσωπική αίσθηση εγκατάλειψης και μειωμένης αυτοεκτίμησης. Η πρωταγωνίστρια κλειδωμένη συναισθηματικά βλέπει το πρόσωπο του ψυχαναγκαστικού πατέρα–δυνάστη, σε όποιον άντρα την πλησιάζει. Και οι δυο επιθυμούν να ενσωματωθούν κοινωνικά και οι δυο αποφασίζουν να παίξουν το ρόλο του «φυσιολογικού» ανθρώπου, θεωρώντας ότι μπορούν να αποδράσουν από το παρελθόν τους. Τη στιγμή που ο έρωτας φαίνεται να τους απελευθερώνει οριστικά από το χτες, μια λάθος κίνηση, ήσσονος σημασίας για τους «κοινούς» θνητούς, σαρώνει όλα όσα με τόσο κόπο οικοδομήθηκαν και συνεπαίρνει τον πρωταγωνιστή στο δρόμο χωρίς επιστροφή. Οι σκοτεινές δυνάμεις του υποσυνείδητου αποδεικνύονται πανίσχυρες, κατεδαφίζοντας τη φιλοσοφική και θεολογική κατηγορία της ελεύθερης βούλησης. Η σπαρακτική κραυγή της Νέτι στην τελευταία σκηνή, ακούγεται σαν απεγνωσμένη επίκληση για επικοινωνία σε ένα σύμπαν βουβό και αδιάφορο.
Το σενάριο αποφεύγοντας περιττούς μελοδραματισμούς και ηθικοπλαστικές απλουστεύσεις σκιαγραφεί ένα εξαιρετικά «μετρημένο» πορτραίτο του δράστη- θύματος. Ο σκηνοθέτης πιστός στη σεναριακή γραμμή, θέτει υπαρξιακά ζητήματα αποφεύγοντας να δώσει οριστικές απαντήσεις. Η εξαιρετική φωτογραφία με το θαμπό φωτισμό, τα κυκλικά
traveling της κάμερας στο βουβό και ψυχρό περιβάλλοντα χώρο, η ελκτική δύναμη του οποίου καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε απόπειρα διαφυγής, η καταστροφική ένταση με την οποία «βιώνονται» οι ρόλοι, όπως αποτυπώνεται στα γυάλινα βλέμματα των πρωταγωνιστών, έχουν σαν αποτέλεσμα την απογύμνωση των προσώπων από την ηθική τους διάσταση, με τη χειρουργική ακρίβεια και την τόλμη ενός Καραβάτζιο. Η μοναδική μουσική υπόκρουση που ακούγεται στην ταινία πέρα από τις κραυγές και τα αγκομαχητά των θυτών-θυμάτων είναι το «Ave Maria» τη στιγμή που οι πρωταγωνιστές μετέρχονται τη λυτρωτική εμπειρία του έρωτα, όταν ο πάγος που κυκλώνει τις ψυχές τους, φαίνεται να λιώνει παροδικά.
Τι είμαστε τελικά; Λογικά, ή ενστικτωδώς βίαια πλάσματα; Κοινωνικά όντα, ή μοναχικοί λύκοι; Δημιουργοί, ή δεσμώτες ακόλουθοι ενός προκαθορισμένου πεπρωμένου;
Ο
Jurgen Vogel τιμήθηκε με την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου για τη συγκλονιστική του ερμηνεία, αλλά και για τη συμμετοχή του στο σενάριο και την παραγωγή της ταινίας.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ


Την Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2005 διεξάγονται οι Δημοτικές και Νομαρχιακές εκλογές. Δυστυχώς για ακόμα μια φορά το πολιτικό σύστημα συνεπικουρούμενο από τα Μ.Μ.Ε., δεν μπορεί να υπερβεί τα στενά όρια του κομματικού συμφέροντος και βυθίζεται σε μια καφενειακή επιχειρηματολογία. Έτσι παρακολουθούμε για ακόμα μια φορά ανούσιες «προσωπικές» αντιπαραθέσεις να βαφτίζονται πολιτικές, οι οποίες πάντα καταλήγουν στην πληκτική επωδό των λιγότερων κακών διαχειριστών εξουσίας με διαχωριστική γραμμή το εμείς και εσείς. Κατ’ αυτό τον τρόπο διεγείρεται η ηδονοβλεπτική διάθεση ενός κοινού που εκπαιδεύεται στην μανιχαική αντίληψη των πραγμάτων και προτιμά να παρακολουθεί, παρά να συμμετέχει, σε οτιδήποτε πέρα από τα όρια του ατομικού του ορίζοντα. Με αυτού του είδους τις απολίτικες συμπεριφορές υποβιβάζεται η Πολιτική σε βιτρίνα πολυκαταστήματος εν μέσω περιόδου εκπτώσεων, ενώ ταυτόχρονα συντελείται αφανώς η σταδιακή απαξίωση του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης ειδικότερα και της Πολιτικής γενικότερα. Η συμμετοχή στα ψηφοδέλτια ανθρώπων από το χώρο του θεάματος, που στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα στα Κοινά, εξυπηρετεί αυτή ακριβώς τη φτηνή λογική εντυπωσιασμού.
Υπάρχει λύση; Θεωρούμε ότι απαιτείται Πολιτική βούληση και συνέργεια κομμάτων και Μ.Μ.Ε. Από την πλευρά των Μ.Μ.Ε. εφόσον έχουμε αποδεχτεί τις συνθήκες τηλεοπτικής δημοκρατίας στις οποίες ζούμε θα μπορούσαν να οργανωθούν κατά την προεκλογική περίοδο συζητήσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, σχετικά με το εύρος των αρμοδιοτήτων και τις δυνατότητες παρέμβασης του θεσμού τοπικής αυτοδιοίκησης, τα μέσα χρηματοδότησης των δραστηριοτήτων της, καθώς και τους μηχανισμούς απόδοσης και ελέγχου. Οι αρχικές αυτές συζητήσεις μπορούν να τροφοδοτήσουν στη συνέχεια «ανοιχτό» διάλογο πεπραγμένων και στόχων σε τοπικό επίπεδο διεγείροντας τα κοινωνικά αντανακλαστικά των παθητικών ψηφοφόρων και δημιουργώντας συνθήκες ανάπτυξης «κουλτούρας» ενεργών πολιτών. Από την πλευρά των κομμάτων κυρίως τα δυο βασικά κόμματα εξουσίας θα πρέπει να υπάρξει δέσμευση διασφάλισης της αυτ
oνομίας έκφρασης της κοινωνίας των πολιτών. Στα πλαίσια αυτά ο ταπεινωτικός θεσμός του χρήσματος από τα κομματικά επιτελεία με διαβλητά κατά κύριο λόγο κριτήρια θα πρέπει να πάψει να υφίσταται, ενώ η τελική επιλογή των υποψήφιων θα πρέπει να εκπορεύεται από τις τοπικές κοινωνίες σε συνομιλία με τα κόμματα. Ειδικά στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. καλό θα ήταν να θυμηθούν τον όρο της «συμμετοχικής δημοκρατίας» που τόσο εύκολα ανέσυραν από την αφάνεια πριν από δυόμιση χρόνια κατά την εκλογή του νυν προέδρου και να τον κάνουν πράξη όχι πια σε αυτές, αλλά στις επόμενες Δημοτικές και Νομαρχιακές εκλογές. Γιατί η συμμετοχική διαδικασία πρώτα και πάνω από όλα «δοκιμάζεται» σε τοπικές κοινωνίες, εξασφαλίζοντας τη συλλογική δέσμευση. Σε κάθε άλλη περίπτωση παραμένει κενό γράμμα και κίνηση φθηνού εντυπωσιασμού.
Ας αναλογιστούν επιτέλους τα κόμματα, δηλαδή οι κομματικοί μηχανισμοί και οι πολιτικοί μας άρχοντες που ηγούνται σε αυτά, τις ευθύνες τους απέναντι στην Ιστορία, ας κατανοήσουν ότι η Πολιτική είναι πρώτα και πάνω από όλα οραματική διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού και ας πάψουν να περιφέρονται ως θλιβεροί διαχειριστές εξουσίας, χρήματος και εφήμερης δόξας. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα εισπράττουν όλο και πιο έντονα την αποδοκιμασία και την ανασφάλεια της πολιτικής τους επιβίωσης. Έστω και για αυτό το λόγο θα ήταν αρκούντως εποικοδομητική η ριζική μεταστροφή τους.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (O ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΚΟΥΑΝΤΑΝΑΜΟ)


Είδα το ντοκυμαντέρ «Ο Δρόμος προς το Γκουαντάναμο» των Michael Winterbottom και Mat Whitecross με τους Rizwan Ahmed, Farhad Harun, Waqar Siddiqui, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Τρείς Βρετανοί Πακιστανικής καταγωγής μεγαλωμένοι στο
Tipton του Birmingham συνοδεύουν τον τέταρτο της παρέας στο ταξίδι του στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2001 στο Πακιστάν, με σκοπό να γνωρίσει τη νύφη που του προξενεύουν οι γονείς του. Μέσα στην τρέλλα της μουσουλμανικής υστερίας, που ακολουθεί το «χτύπημα» στους Δίδυμους Πύργους και το διάγγελμα του προέδρου Bush για πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, με πρώτο στόχο το διαβόητο καθεστώς των Ταλιμπάν, η παρέα των τεσσάρων νεαρών αποφασίζει να περάσει στο Αφγανιστάν, για να βιώσει από κοντά την πρωτόγνωρη εμπειρία του πολέμου. Από τη στιγμή που διασχίζουν τα σύνορα με το Αφγανιστάν την αρχική ευφορία συμμετοχής σε μια ξεχωριστή στιγμή της Ιστορίας, διαδέχεται ο φόβος και η οδύνη του πολέμου. Με ενδιάμεσους σταθμούς την Κανταχάρ και την Καμπούλ καταλήγουν, οι τρείς από την αρχική τετράδα των φίλων, στην Κουντούζ όπου συλλαμβάνονται από τα προελαύνοντα συμμαχικά στρατεύματα, με την κατηγορία της τρομοκρατικής δράσης. Από εκεί, μεταφέρονται στη στρατιωτική βάση του Γκουαντάναμο, όπου κρατούνται για τρία χρόνια χωρίς να τους απαγγελθεί οποιαδήποτε «επίσημη» κατηγορία και στη συνέχεια αφήνονται ελεύθεροι, αφού έχουν υποστεί προηγουμένως κάθε είδους ψυχολογικό και σωματικό εξευτελισμό για να ομολογήσουν την ενοχή τους. Ανατριχιαστικά κωμικοτραγική η σκηνή όπου ο ανακριτής, εν μέσω ξυλοδαρμών και απειλών, ζητάει διαδοχικά από τους τρείς νεαρούς ανακρινόμενους να του υποδείξουν, που κρύβεται ο Μπιν Λάντεν.
Σε τέτοιες περιπτώσεις η αναφορά στα υφολογικά χαρακτηριστικά που δημιουργούν το αισθητικό «περιβάλλον» είναι δευτερεύουσας σημασίας, όταν η «εικόνα» καταρράκωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας θεμέλιος λίθος του σύγχρονου Δυτικού πολιτισμού, καθίσταται καταλυτικά αποκαλυπτική. Δυστυχώς, κάτω από την ψευδεπίγραφη προσπάθεια εξαγωγής της «Δημοκρατίας» βρίσκουμε για άλλη μια φορά μπροστά μας το ένστικτο της κυριαρχίας χωρίς όρια και της ιστορίας που γράφεται με βάση τις ανάγκες «αναπαραγωγής» του ισχύοντος συστήματος ηγεμονίας. Είναι κρίμα που αντί για το προβλεπόμενο «Τέλος της Ιστορίας» βρισκόμαστε μπροστά στη μεγαλύτερη προσπάθεια συκοφάντησης του Δυτικού ανθρώπου και του πολιτισμού που ο ίδιος έχει οικοδομήσει, με μπροστάρη μια χώρα που ιδρυτική της πράξη συνιστά η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Για να θυμηθούμε, στο προοίμιο της Διακήρυξης αναφέρονται τα εξής: «Κρατούμε αυτές τις αλήθειες αυταπόδεικτες, ότι όλοι οι άνθρωποι πλάστηκαν ίσοι, ότι προικίστηκαν από το Δημιουργό τους με μερικά απαράγραπτα δικαιώματα, όπως αυτά της ζωής, της ελευθερίας και της αναζήτησης της ευτυχίας. Για να εξασφαλιστούν αυτά τα δικαιώματα καθιερώθηκαν οι κυβερνήσεις των ανθρώπων, αντλώντας τη δίκαιη εξουσία τους από τη συγκατάθεση των κυβερνωμένων......Ειρωνεία της ιστορίας;
Η ταινία, συμμετείχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2006

13 ΤΖΑΜΕΤΙ


Είδα το 13 Tzameti του πρωτοεμφανιζόμενου Γεωργιανού σκηνοθέτη Gela Babluani με τον ίδιο στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Κεντρικός ήρωας της ταινίας νεαρός Γεωργιανός μετανάστης, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει επισκευάζοντας στέγες σπιτιών στο Παρίσι. Όταν ο ναρκομανής ιδιοκτήτης του σπιτιού στο οποίο εργάζεται πεθαίνει από υπερβολική δόση, αποφασίζει να πάρει τη θέση του σε ένα παιχνίδι τζόγου με σημαντικά κέρδη, αγνοώντας τους όρους διεξαγωγής του. Τη στιγμή που ανακαλύπτει ότι συμμετέχει σ’ ένα παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας μαζί με 12 άλλους περιθωριακού τύπους είναι πια αργά για να κάνει πίσω. Γύρω από τη ζωή και το θάνατο αυτών των ανθρώπων στήνεται ένα τρελός χορός εκατομμυρίων ευρώ από καλοζωισμένους, αλλά βουτηγμένους στην πλήξη αστούς. Ο νικητής σε αυτό το παιχνίδι θανάτου, καρπώνεται μαζί με αυτούς που πόνταραν πάνω του τα χρήματα του στοιχήματος.
Τζαμέτι στη Γεωργιανή γλώσσα, σημαίνει τον αριθμό 13. Το διπλό 13 του τίτλου παραπέμπει στις διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος της ζωής, όπου τα δεδομένα τυχερός - άτυχος, νικητής - ηττημένος, ρέουν διαρκώς εναλλασσόμενα. Στη συμβολική της αποτύπωση η ταινία μας εισάγει στην αμοραλιστική κουλτούρα του οικονομικού ανταγωνισμού χωρίς όρια, όπου εξαθλιωμένα κάτω από την συνεχή πίεση για κέρδος α-πρόσωπα, συμμετέχουν στο παιχνίδι της μορφής «ο νικητής τα παίρνει όλα». Με αυτό τον τρόπο δεν διαρθρώνεται η σύγχρονη οικονομική πυραμίδα, όπου η έκρηξη μισθών στην κορυφή της συνοδεύεται από «θανατερή» υποβάθμιση των μισθών στη βάση της; Αυτό δεν είναι το νόημα που υποκρύπτει το σύγχρονο
life style των επιτυχημένων επαγγελμάτων και επαγγελματιών; Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι το Hollywood, σαν άλλος καπιταλιστής που θα πουλήσει το σκοινί με το οποίο θα τον κρεμάσουν, αγόρασε τα δικαιώματα για το ρημέικ της ταινίας που θα κυκλοφορήσει το 2008.
Σεναριακά η ταινία παρουσιάζεται ανισοβαρής, ως προς τη ρυθμική της κατανομή, καθώς εξαντλείται όλη της η δυναμική στο σπίτι όπου διαδραματίζεται το παιχνίδι του θανάτου. Παρόλη τη φανερή σεναριακή αδυναμία θα σταθούμε στην έξοχη ασπρόμαυρη φωτογραφία και την ικανότητα του σκηνοθέτη να αιχμαλωτίζει το θεατή, σε μια νοσηρή ατμόσφαιρα ψυχολογικής βίας, με μέσο τα εστιασμένα στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή πλάνα, που «στάζουν» ιδρώτα και αίμα. Είναι τέτοιας έντασης η εικόνα, που η μουσική, απαραίτητο στοιχείο υποβολής σε ανάλογες περιπτώσεις, καθίσταται σχεδόν περιττή.
Η ταινία απέσπασε το μεγάλο βραβείο της επιτροπής του
Sundance και το Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης πρώτης ταινίας στο περσινό Φεστιβάλ της Βενετίας.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2006

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Επιστροφή λοιπόν στην πόλη. Το καλοκαίρι, ο «αιώνιος» έφηβος του χρόνου με το ξανθό χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη μας αποχαιρετά. Πιστός «εραστής» της νεότητας αναστατώνει τις αισθήσεις μας και φεύγει βιαστικά δίνοντας αβέβαιες υποσχέσεις «αιώνιας» επιστροφής.
Όπως κάθε μεγάλος εραστής, απορυθμίζει τις βεβαιότητες μας και μας αφήνει με τη γλυκόπικρη γεύση μιας ματαιωμένης νεότητας, μιας νεότητας επιτακτικής στα θέλω της γεμάτης με χρώματα, μυρωδιές, γεύσεις.
Επιστροφή στην πόλη, επιστροφή στα σχέδια ζωής, που θυσιάζουν την ιερότητα του σήμερα στο νεφέλωμα του αύριο την εκπλήρωση του οποίου, σαν άλλοι Σίσυφοι, ποτέ δε θα γευτούμε. Ας είναι και έτσι το φθινόπωρο εξάλλου προσφέρεται για φιλοσοφικούς στοχασμούς προετοιμάζοντας μας για τη μοναξιά του χειμώνα που πάντα ακολουθεί.
Εμένα βέβαια σαν άλλο τζιτζίκι του παραμυθιού στην αναμέτρησή του με το μερμήγκι, θα μου επιτρέψετε να παρατείνω λίγο ακόμα τις εφηβικές μου αποδράσεις στον υπέροχο κόλπο της Βουλιαγμένης. Από εκεί θα συνεχίσω το καλοκαιρινό μου τραγούδι αγναντεύοντας το γαλάζιο της θάλασσας, που φλερτάρει με τις ολοένα και πιο αδύναμες, ηλιαχτίδες. Ο απόηχος από το τραγούδι των αισθήσεων θα φτάνει μέχρι αυτήν εδώ τη σελίδα.

Καλό φθινόπωρο.

Κυριακή, Ιουλίου 09, 2006

ΜΟΥΝΤΙΑΛΙΚΑ


Το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου 2006, ή στην νεοελληνική ποδοσφαιρική διάλεκτο «Μουντιάλ», προς χάρην του πρωταθλήματος που διεξήχθει το 1970 στο Μεξικό, βαίνει προς το τέλος του. Απομένει ο μεγάλος τελικός που φέρνει αντιμέτωπες την Ιταλία και τη Γαλλία στις 21.00 απόψε το βράδυ, ώρα Ελλάδας. Σε αναμονή του φινάλε και με αφορμή αυτή την ετερόκλητη συνάθροιση κρατών, συμφερόντων, προτύπων και συμπεριφορών, θα «επιχειρήσω» να βάλω σε τάξη σκόρπιες σκέψεις που έρχονται στο μυαλό μου σχετικά με τη μαγνητική δύναμη που ασκεί το ποδόσφαιρο πάνω στις σύγχρονες μάζες. Με άλλα λόγια, ποιός μίτος της Αριάδνης συνδέει το ποδόσφαιρο όπως εξελίσσεται στην τεχνική του διάσταση, από το αργό ποδόσφαιρο προσωπικής επινόησης και αναμέτρησης της δεκαετίας του ’60, στο γρήγορο υποταγμένο στην ομαδική σκοπιμότητα ποδόσφαιρο, του 21ου αιώνα, ή αλλιώς, από το ποδόσφαιρο που εξυπηρετεί σκοπούς οπαδικής, ή εθνικής έξαρσης στο ποδόσφαιρο του life style και του στοιχήματος; Ή ακόμα τι είναι αυτό που «μαγνητίζει» μπροστά στον τηλεοπτικό δέκτη, καθώς ο διαιτητής σφυρίζει την έναρξη του αγώνα, τις αλλοτινές παρέες φίλων που μεταλλάχθηκαν σε θλιβερά υποκατάστατα αναγκαστικής οικειότητας, ή σε αδημονούντες μοναχικούς καταναλωτές; Τελικά τι είναι αυτό που κρατάει «δέσμιο» του θεάματός του ένα ραγδαία εξελισσόμενο κόσμο;
Η απάντηση βρίσκεται κατά τη γνώμη μου στις μαγικές εικόνες που το ίδιο το ποδόσφαιρο δημιουργεί. Με σημείο εκκίνησης το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου του 1970 εποχή που το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, μέσω των ζωντανών τηλεοπτικών μεταδόσεων, εισβάλλει ορμητικά και στη νεοελληνική πραγματικότητα ας θυμηθούμε ορισμένες χαρακτηριστικές εικόνες. Η προσποίηση του Βραζιλιάνου
Pele, στον Ουρουγουανό τερματοφύλακα Mazurkiewicz, στα ημιτελικά του Μουντιάλ (1970), η επέλαση του Cruyff, του λαγοπόδαρου Ολλανδού και το πέναλτι που κέρδισε, στον τελικό του 1974 κόντρα στη Γερμανία, ο μπανταρισμένος ώμος του Γερμανού Beckenbauer στον ίδιο αγώνα, η αρχοντική φιγούρα του Βραζιλιάνου Socrates στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1982 και ο συγκλονιστικός πανηγυρισμός του Ιταλού Tardelli μετά το γκόλ που πέτυχε στον τελικό της ίδιας χρονιάς κόντρα στη Γερμανία, το χέρι του «Θεού» και το εκπληκτικό δεύτερο γκολ του Αργεντίνου Maradona κόντρα στην Αγγλία το 1986, το κλάμα του Maradona κατά την απονομή του τίτλου του πρωταθλητή στη Γερμανία το 1990, το πρόσωπο του Ιταλού Baggio μετά το χαμένο πέναλτι στον τελικό του 1994, το φίλημα της φανέλας από τον ΓαλλοΑλγερινό Zidane μετά το πρώτο γκόλ που πέτυχε στον τελικό του 1998.....
Ο κοινός παρονομαστής σε όλες αυτές τις εικόνες είναι η κατάθεση «ψυχής», το πάθος για διάκριση, ή επί το φιλοσοφικότερον, η Νιτσεική θέληση για δύναμη που εμπνέει τον αθλητή να υπερβεί την καθεστηκυία τάξη και να ηγηθεί μιας συλλογικής προσπάθειας, η οποία τον εξυψώνει στο επίπεδο του σύγχρονου ήρωα νικητή απέναντι, τόσο στους καθορισμένους κανόνες του παιχνιδιού, όσο και τις «αόρατες» σκοπιμότητες που εξυφαίνονται. Από τη στιγμή όμως που ο αθλητής ξεπερνά το κοινό μέτρο τίθενται σε κίνηση οι δυνάμεις που θα προκαλέσουν τη μελλοντική ανατροπή, ή και τη συντριβή του. Αυτό, δεν είναι το μάθημα ζωής που κληρονομήσαμε από τους αρχαίους έλληνες, τραγικούς; Αυτή δεν είναι η αλήθεια που συμπυκνώνουν μερικές από τις προαναφερόμενες εικόνες;
Και για να ξαναγυρίσουμε στο σήμερα, αυτό το μάλλον αδιάφορο παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου των πανίσχυρων χορηγών, της άνευρης και άτολμης ποδοσφαιρικής ανάπτυξης, των ξεζουμισμένων σταρ που έχουν μεταβληθεί σε ακριβοπληρωμένες κρεμάστρες για διαφημίσεις (εξαιρετικά εύστοχος ο χαρακτηρισμός του Τσίμα), των προπονητών έμμισθων υπαλλήλων πολυεθνικών και των φοβισμένων ανδρείκελων διατησίας που εκτελούν πειθήνια τις αποφάσεις της
FIFA, μοιάζει ξαφνικά να μεταμορφώνεται εξαιτίας ακριβώς του απρόβλεπτου του ανθρώπινου χαρακτήρα. Μια υπέροχη παρέα Ιταλών με ένα μαέστρο προπονητή που αγωνίζονται για την υστεροφημία τους ενάντια στα όσα συμβαίνουν στο ποδοσφαιρικό «κύκλωμα» της πατρίδας τους και ένας ποδοσφαιριστής ηγέτης ο ΓαλλοΑλγερινός Zidane στο κύκνειο άσμα της καριέρας του που οδηγεί σαν άλλος Ελ Σίντ την εθνική ομάδα της Γαλλίας, κρατούσαν για το φινάλε τη μαγική μπαγκέτα που μεταμόρφωσε τη σταχτοπούτα του σύγχρονου ποδοσφαίρου σε βασίλισσα. Ή, για να μιλήσουν καλύτερα οι εικόνες το πρόσωπο του ιταλού Grosso τη στιγμή του συγκλονιστικού πανηγυρισμού του στο γκολ που πέτυχε στην παράταση ενάντια στη Γερμανία, απέναντι στον επελαύνοντα κατά μέτωπο Zidane στο παιχνίδι με τη Βραζιλία. Ευτυχώς το ποδόσφαιρο σε πείσμα των απανταχού τεχνοκρατών ζεί ακόμα.
Όσον αφορά στο πρόσωπό μου, το βράδυ αυτό........
Forza Italia.