Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (OΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ SOPHIE SCHOLL)


Είδα τις «Τελευταίες μέρες της Sophie Scholl» γερμανική παραγωγή σε σκηνοθεσία Marc Rothemund με τους Julia Jentsch, Fabian Hinrichs, Andre Hennicke, Alexander Held, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Η τανία αναφέρεται στην αληθινή ιστορία της
Sophie Scholl, ηρωίδας της γερμανικής αντίστασης ενάντια στο ναζιστικό καθεστώς. Η Sophie Scholl και ο αδερφός της Hans φοιτητές στο πανεπιστήμιο του Μονάχου και στελέχη της οργάνωσης «Λευκό Ρόδο» συλλαμβάνονται στις 18 Φεβρουαρίου 1943. Η κατηγορία αφορά στη διακίνηση προκηρύξεων με ανατρεπτικό περιεχόμενο, μέσα από τις οποίες καλούν το γερμανικό λαό να αντιταχθεί στο αδιέξοδο αιματοκύλισμα της Ευρώπης. Ανακρίνονται, δικάζονται, μαζί με ένα ακόμα στέλεχος της οργάνωσης, καταδικάζονται σε θάνατο και εκτελούνται στις 23 Φεβρουαρίου, σε επίρρωση των λεγομένων μιας άλλης γερμανίδας, που εικοσιπέντε χρόνια αργότερα αναδεικνύει σε ένα της βιβλίο τον αντιπολιτικό χαρακτήρα της βίας, ως εργαλείου στην υπηρεσία των λίγων έναντι των πολλών.
Μετά την «Πτώση» και τη «Γραμματέα του Χίτλερ», άλλη μια ταινία που καταπιάνεται με ένα θέμα ταμπού της νεότερης γερμανικής ιστορίας. Οι «Τελευταίες μέρες της
Sophie Scholl» είναι ουσιαστικά ένας δραματικός διάλογος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, ανάμεσα σε δυο κόσμους. Από τη μια, η νεαρή φοιτήτρια διστακτικά στην αρχή, όλο και πιο σίγουρη στη συνέχεια για την υπεροχή της στάσης της, κάνει σημαία της την ελευθερία του ανθρώπου να δεσμεύσει τη βούληση του, σε σκοπούς που τον υπερβαίνουν, με μοναδικό οδηγό τη συνείδησή του και την αίσθηση του καθήκοντος, απέναντι στον Άνθρωπο και το Δημιουργό του. Από την άλλη ο ανακριτής, αντιπρόσωπος ενός περίκλειστου συστήματος σκέψης που απαγορεύει οποιαδήποτε αναστοχαστική δραστηριότητα, ένα υποταγμένο ανδρείκελο στη βούληση ενός νοσηρού πνεύματος, που διεκδικεί την αποκαλυπτική σύλληψη της αλήθειας και υποβιβάζει τον άνθρωπο στο επίπεδο του εργαλείου, όσο περνάει η ώρα, ακολουθώντας την αντίστροφη από την ηρωίδα ψυχική διαδρομή, τόσο περισσότερο αμφιβάλει. «Δυνατό μυαλό, τρυφερή καρδιά», είναι η παρακαταθήκη που αφήνει η ηρωίδα στη συγκρατούμενη της λίγο πριν το τέλος. Πόσο επίκαιρο αλήθεια ακούγεται το μήνυμα της στους πονηρούς καιρούς που ζούμε, όταν η ελευθερία της επιλογής φέρεται να εξαντλείται στην επιλογή life style, ενώ η προσωπική αξιοπρέπεια και η συλλογική δέσμευση φαίνεται να έχουν κατατεθεί οριστικά, στο βωμό μιας ομφαλοσκοπικής καταναλωτικής ευδαιμονίας;
Η σκηνοθεσία, βασισμένη σε ένα σενάριο με εξαιρετικούς πυκνογραμμένους διαλόγους, αφήνει την κάμερα να παρακολουθεί διακριτικά την ηρωίδα σε κάθε της κίνηση, σε κάθε της βήμα, τόσο στις στιγμές του μεγαλείου, όταν πολυβολεί τα επιχειρήματά της στον ανακριτή και τους δικαστές, όσο και στις μικρές, τις ανθρώπινες στιγμές όταν η αγωνία για τη ζωή της, για την τύχη των γονιών και του αδερφού της την κατακλύζουν. Πόσο έντονη είναι η αντίθεση, ανάμεσα στο σκοτεινό δωμάτιο της ανάκρισης και το καθαρό βλέμμα της πρωταγωνίστριας, την ίδια στιγμή που ο ανακριτής σαν άλλος Πόντιος Πιλάτος «νίπτει τας χείρας του». Η ερμηνεία της ηρωίδας είναι πραγματικά καταιγιστική, χωρίς να υπολείπεται κατά τη γνώμη μου αυτή του «ανακριτή».
Η ταινία συμμετείχε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου όπου απέσπασε δυο Ασημένιες Άρκτους, για την ερμηνεία της Julia Jentsch και τη σκηνοθεσία του Marc Rothemund αντίστοιχα.

Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ)


Είδα τα «Φώτα στο Σούρουπο» του Φινλανδού σκηνοθέτη Aki Kaurismaki με τον Janne Hyytiainen στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ο Κόιστινεν εργάζεται στο Ελσίνκι σε εταιρεία ιδιωτικής ασφάλειας. Μοναχικός και αντικείμενο χλευασμού των συναδέλφων του για την ανύπαρκτη ερωτική του ζωή, ονειρεύεται τη στιγμή που θα μπορέσει να δημιουργήσει τη δική εταιρεία. Στο δρόμο του εμφανίζεται εντυπωσιακή ξανθιά, η οποία αποτελεί το δόλωμα για μια καλοσχεδιασμένη από την τοπική μαφία, ληστεία κοσμηματοπωλείου με «όχημα» τον ανυποψίαστο φύλακα. Όταν ο Κόιστινεν ξυπνά από το «όνειρο», βρίσκεται κατηγορούμενος ενώπιον της αστυνομίας για τη συμμετοχή του στην κλοπή. Μπροστά του ανοίγονται δυο δρόμοι. Να καταδώσει την γυναίκα που ερωτεύτηκε για να διευκολύνει τη θέση του, ή να παραμείνει σιωπηλός και να επωμιστεί το συνολικό βάρος της ευθύνης. Ποιόν από τους δυο να επιλέξει; Μοναδικός συμπαραστάτης σε αυτή τη μοναχική πορεία είναι η ιδιοκτήτρια καντίνας από την οποία προμηθεύεται ο Κόιστινεν το βραδυνό του φαγητό.
Ο
Kaurismaki, μετά τo «Μακριά πετούν τα σύννεφα» και τον εξαιρετικό «Άνθρωπο χωρίς παρελθόν», ολοκληρώνει με τα «Φώτα στο Σούρουπο» την τριλογία του με θέμα τους απόκληρους στο Δυτικό πολιτισμό. Η ταινία, σαφής η αναφορά του τίτλου στα «Φώτα της πόλης» του Chaplin, είναι ένα μελαγχολικό πορτραίτο ενός σύγχρονου αλήτη, ο οποίος αντιπαρέρχεται όλη την ασχήμια και τη βαναυσότητα της καθημερινότητας του στηριζόμενος στο όνειρο να πιάσει επιτέλους την «καλή». Η επιθυμία του είναι τόσο έντονη, που δεν είναι σε θέση να διακρίνει το μοναδικό άνθρωπο που πραγματικά ενδιαφέρεται για αυτόν. Η ξανθιά femme fatale είναι η μοναδική ακτίνα φωτός, που λαμπυρίζει πρόσκαιρα στο μουντό ουρανό της φαντασίας του. Αποδεχόμενος τελικά το πεπρωμένο του αποφασίζει, με ένα μεγαλείο ψυχής που μόνο σε ντοστογιεφσκικούς ήρωες το συναντάμε, να μην καταδώσει τη ζωντανή ενσάρκωση του ονείρου του. «Δεν έχω τίποτα να χάσω παρά μόνο τη μιζέρια μου», μοιάζει να αναφωνεί βουβά ο πρωταγωνιστής. Η μοναδική φορά που τον βλέπουμε να χαμογελάει είναι στο προαύλιο της φυλακής παρέα με τους συγκρατούμενούς του, όταν πιθανά έχει απελευθερωθεί οριστικά από το βάρος της επιτυχίας που απομακρύνεται συνεχώς από το οπτικό του πεδίο.
Η σκηνοθεσία πιστή στην αισθητική
Kaurismaki. Τα κοντινά καδραρίσματα στα ανέκφραστα πρόσωπα τα «παγωμένα» πλάνα που υπαινίσσονται χωρίς να παρουσιάζουν την εξελισσόμενη δράση, οι κοφτοί, καθαρά διεκπεραιωτικοί διάλογοι και οι άδειοι, από κόσμο δρόμοι, συνιστούν ορισμένα από τα μοτίβα με τα οποία διαπραγματεύεται ο σκηνοθέτης το ζήτημα της μοναξιάς στον στεγνό από συναίσθημα εξορθολογισμένο σύγχρονο Δυτικό κόσμο. Ταινίες με αυτά τα χαρακτηριστικά δεν συνιστούν ελκυστικό θέαμα για το ευρύ κοινό, που αρέσκεται σε «κούφιες» ταινίες καταιγιστικής δράσης. Κρίμα, γιατί το διακύβευμα της εποχής μας είναι και αισθητικό.

Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΚΟΛΛΕΓΙΟ)


Είδα το «Έγκλημα στο Κολλέγιο» όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο πρωτότυπος τίτλος «The Brick», του πρωτοεμφανιζόμενου Αμερικανού σκηνοθέτη Rian Johnson με τους Joseph Gordon Levitt, Nora Zehetner και Lucas Haas, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Μπρένταν φοιτητής στο κολλέγιο αναζητά τα ίχνη της εξαφανισμένης πρώην κοπέλλας του Έμιλυ, με τη βοήθεια του μοναδικού του φίλου και συμμαθητή Μπρέιν. Όταν ανακαλύπτει το πτώμα της κοπέλλας, αποφασίσει να διεισδύσει στα άδυτα ομάδας εμπορίας ναρκωτικών που δρα στις παρυφές του κολλεγίου, με σκοπό να αναλύψει το δολοφόνο. Ο Πιν αρχηγός της ομάδας, μαζί με το πρωτοπαλίκαρό του τον Ταγκ και την όμορφη Λώρα, είναι τα πρόσωπα που σχετίζονται άμεσα με τη δολοφονία και κινούν τα νήματα στον τοπικό υπόκοσμο. Η υποβόσκουσα κόντρα ανάμεσα στον αρχηγό και το πρωτοπαλίκαρό του λαμβάνει διαστάσεις ανοιχτής σύγκρουσης, όταν δυο «τούβλα» ηρωίνης εξαφανίζονται από το σπίτι του αρχηγού. Η κόντρα αυτή θα οδηγήσει τον Μπρένταν, μέσα από ένα μπαράζ αποκαλύψεων, στην λύση του μυστηρίου της δολοφονίας.
Το «Έγκλημα στο Κολλέγιο» είναι μια ιδιαίτερη ατμοσφαιρική ταινία, στην οποία συναντάμε όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία που προσδιορίζουν το φίλμ Νουάρ. Ο Μπρένταν, μια εκδοχή του ιδεαλιστή ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου χωρίς καμπαρτίνα, αλλά με τα ίδια ρούχα από την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας, μπολιασμένος με την τολμηρή ξεροκεφαλιά ενός «Επαναστάτη χωρίς αιτία», είναι ένας μοναχικός ήρωας, που στο όνομα της αλήθειας και της δικαιοσύνης αποφασίζει ότι δεν μπορεί να είναι φοβιτσιάρης. Έτσι, δεν αρκείται μόνο στην αποκάλυψη του δολοφόνου όπως θα όφειλε στο όνομα του καθήκοντος απέναντι στη νεκρή κοπέλλα, αλλά και στην αποκάλυψη του ηθικού αυτουργού αποκαθιστώντας στο ακέραιο τη διασαλευθείσα τάξη. Η Λώρα στο ρόλο της μοιραίας γυναίκας, χρησιμοποιεί συνειδητά τη γοητεία της με την ταχύτητα, την ακρίβεια, και την αποτελεσματικότητα ενός όπλου. Τέλος ο Πιν σε ρόλο μεταμοντέρνου Αλ Καπόνε καρικατούρα είναι ο φιλόδοξος και αμοραλιστής κακοποιός, με τον οποίο θα συγκρουστεί αργά ή γρήγορα ο Μπρένταν. Η τεχνική της αφήγησης με κύριο χαρακτηριστικό το φλασμπάκ, η φωτογραφία με τα έντονα σκοτεινά χρώματα να κυριαρχούν στους κλειστούς χώρους, το κλειστοφοβικό καδράρισμα και η ιδιαίτερη σημασία που παίζουν οι φυσικοί ήχοι, ολοκληρώνουν το καλοδουλεμένο σύνολο στοιχείων του Νουάρ.
Το σενάριο «σφιχτό» προωθεί τη γραμμική εξέλιξη της δράσης, μέσα από συνεχή ανατροφοδότηση των στοιχείων πλοκής. Οι χαρακτήρες αυστηρά προσδιορισμένοι ως προς την ηθική τους διάσταση δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας, παρά μόνο ως προς το που είναι διατεθειμένοι να φτάσουν. Μοναδική εξαίρεση σε αυτό ο ρόλος της μοιραίας γυναίκας μοιρασμένος αρχικά σε δυο πρόσωπα, συνιστά την πιο σοβαρή ανατροπή στην εξέλιξη της δράσης. Σαν να λέμε άλλη έχει το όνομα και άλλη έχει τη χάρη. Μέχρι εδώ όλα καλά. Η απουσία κοινωνικού περίγυρου όμως, συνιστά σοβαρή σεναριακή αδυναμία. Οι φιλόδοξοι κακοποιοί δεν είναι απλώς «φυτεμένοι» χαρακτήρες αλλά δημιουργήματα συγκεκριμένων κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών. Μην ξεχνάμε ότι το φιλμ νουάρ εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1940, όπου η κρίση αξιών του αστικού πολιτισμού εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονη. Η σκηνοθεσία πιστή στις αισθητικές επιταγές του Νουάρ και «εμβαπτισμένη» στην τεχνολογία βιντεοκλίπ του
MTV, με τη συνεχή εναλλαγή πλάνων και γωνιών λήψης πολλές φορές απροσδόκητων, σε στενή συσχέτιση με την επιβλητική μουσική υπόκρουση, δημιουργούν ατμόσφαιρα έντασης και αναμονής.
Η ταινία απέσπασε βραβείο πρωτότυπης αισθητικής στο φεστιβάλ του
Sundance.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΒΟΥΛΗΣΗ)


Είδα την «Ελεύθερη Βούληση» του Γερμανού Matthias Glasner με τον Jurgen Vogel και τη Sabine Timoteo, στούς πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Δυο νεαρές υπάρξεις, δυο ανθρώπινα ράκη, δυο πεπρωμένα, που διασταυρώνονται. Ο Τέο καταδικασμένος για το βιασμό και την πρόκληση βαριών σωματικών κακώσεων σε τρείς γυναίκες κλείνεται σε ψυχιατρικό άσυλο. Αποφυλακίζεται μετά από εννέα χρόνια αποφασισμένος να κερδίσει το προσωπικό του «στοίχημα» με τη ζωή. Πιάνει δουλειά σε τυπογραφείο. Η Νέτι κόρη του ιδιοκτήτη του τυπογραφείου, αποφασίζει να απογαλακτιστεί από την καταπιεστική πατρική «θαλπωρή» και εγκαταλείπει εργασία και σπίτι. Ο Τέο και η Νέτι συναντιούνται. Μηχανικά γεμάτοι άρνηση στην αρχή, βουβοί, μπολιασμένοι από τη δύναμη του ενστίκτου στη συνέχεια, προσπαθούν να ζεστάνουν την εσωτερική τους παγωνιά με την αγάπη. «Είναι υπέροχο να μπορώ να σε αγαπώ», αναφωνεί η Νέτι. Η ενεργητική δύναμη που τους ένωσε, η ελεύθερη βούληση των ανθρώπων να δημιουργήσουν το πεπρωμένο τους είναι υπεύθυνη και για το χωρισμό τους. Ο Τέο αδυνατώντας να απαγκιστρωθεί από τη σκοτεινή του μοίρα αποφασίζει να βαδίσει μόνος στο «Γολγοθά». Η απεγνωσμένη πρσπάθεια της Νέτι δεν μπορεί να επαναφέρει τον Τέο από τον μοναχικό του μονόδρομο.
Μετά το «Πείραμα» ταινία που παρουσιάστηκε στις αθηναϊκές αίθουσες πριν από 2 χρόνια, άλλη μια εξαιρετική γερμανική παραγωγή έρχεται να εξερευνήσει τον ανθρώπινο ψυχισμό. Η «Ελεύθερη Βούληση» είναι ένα συγκλονιστικό «υπαρξιακό» δράμα που μας κάνει να αναλογιστούμε πάνω στην παγερή μοναξιά του ανθρώπου και κυρίως του σύγχρονου ανθρώπου, την «επαγγελματοποίηση» των σχέσεων, τον έρωτα, τον πόνο, το αίσθημα της ενοχής, την ελευθερία και το πεπρωμένο. Ο πρωταγωνιστής βιάζει στα θύματά του την αρχετυπική εικόνα της άκαρδης πόρνης που έχει καταχωρηθεί στο υποσυνείδητό του ως υπεύθυνη, για την προσωπική αίσθηση εγκατάλειψης και μειωμένης αυτοεκτίμησης. Η πρωταγωνίστρια κλειδωμένη συναισθηματικά βλέπει το πρόσωπο του ψυχαναγκαστικού πατέρα–δυνάστη, σε όποιον άντρα την πλησιάζει. Και οι δυο επιθυμούν να ενσωματωθούν κοινωνικά και οι δυο αποφασίζουν να παίξουν το ρόλο του «φυσιολογικού» ανθρώπου, θεωρώντας ότι μπορούν να αποδράσουν από το παρελθόν τους. Τη στιγμή που ο έρωτας φαίνεται να τους απελευθερώνει οριστικά από το χτες, μια λάθος κίνηση, ήσσονος σημασίας για τους «κοινούς» θνητούς, σαρώνει όλα όσα με τόσο κόπο οικοδομήθηκαν και συνεπαίρνει τον πρωταγωνιστή στο δρόμο χωρίς επιστροφή. Οι σκοτεινές δυνάμεις του υποσυνείδητου αποδεικνύονται πανίσχυρες, κατεδαφίζοντας τη φιλοσοφική και θεολογική κατηγορία της ελεύθερης βούλησης. Η σπαρακτική κραυγή της Νέτι στην τελευταία σκηνή, ακούγεται σαν απεγνωσμένη επίκληση για επικοινωνία σε ένα σύμπαν βουβό και αδιάφορο.
Το σενάριο αποφεύγοντας περιττούς μελοδραματισμούς και ηθικοπλαστικές απλουστεύσεις σκιαγραφεί ένα εξαιρετικά «μετρημένο» πορτραίτο του δράστη- θύματος. Ο σκηνοθέτης πιστός στη σεναριακή γραμμή, θέτει υπαρξιακά ζητήματα αποφεύγοντας να δώσει οριστικές απαντήσεις. Η εξαιρετική φωτογραφία με το θαμπό φωτισμό, τα κυκλικά
traveling της κάμερας στο βουβό και ψυχρό περιβάλλοντα χώρο, η ελκτική δύναμη του οποίου καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε απόπειρα διαφυγής, η καταστροφική ένταση με την οποία «βιώνονται» οι ρόλοι, όπως αποτυπώνεται στα γυάλινα βλέμματα των πρωταγωνιστών, έχουν σαν αποτέλεσμα την απογύμνωση των προσώπων από την ηθική τους διάσταση, με τη χειρουργική ακρίβεια και την τόλμη ενός Καραβάτζιο. Η μοναδική μουσική υπόκρουση που ακούγεται στην ταινία πέρα από τις κραυγές και τα αγκομαχητά των θυτών-θυμάτων είναι το «Ave Maria» τη στιγμή που οι πρωταγωνιστές μετέρχονται τη λυτρωτική εμπειρία του έρωτα, όταν ο πάγος που κυκλώνει τις ψυχές τους, φαίνεται να λιώνει παροδικά.
Τι είμαστε τελικά; Λογικά, ή ενστικτωδώς βίαια πλάσματα; Κοινωνικά όντα, ή μοναχικοί λύκοι; Δημιουργοί, ή δεσμώτες ακόλουθοι ενός προκαθορισμένου πεπρωμένου;
Ο
Jurgen Vogel τιμήθηκε με την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου για τη συγκλονιστική του ερμηνεία, αλλά και για τη συμμετοχή του στο σενάριο και την παραγωγή της ταινίας.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ


Την Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2005 διεξάγονται οι Δημοτικές και Νομαρχιακές εκλογές. Δυστυχώς για ακόμα μια φορά το πολιτικό σύστημα συνεπικουρούμενο από τα Μ.Μ.Ε., δεν μπορεί να υπερβεί τα στενά όρια του κομματικού συμφέροντος και βυθίζεται σε μια καφενειακή επιχειρηματολογία. Έτσι παρακολουθούμε για ακόμα μια φορά ανούσιες «προσωπικές» αντιπαραθέσεις να βαφτίζονται πολιτικές, οι οποίες πάντα καταλήγουν στην πληκτική επωδό των λιγότερων κακών διαχειριστών εξουσίας με διαχωριστική γραμμή το εμείς και εσείς. Κατ’ αυτό τον τρόπο διεγείρεται η ηδονοβλεπτική διάθεση ενός κοινού που εκπαιδεύεται στην μανιχαική αντίληψη των πραγμάτων και προτιμά να παρακολουθεί, παρά να συμμετέχει, σε οτιδήποτε πέρα από τα όρια του ατομικού του ορίζοντα. Με αυτού του είδους τις απολίτικες συμπεριφορές υποβιβάζεται η Πολιτική σε βιτρίνα πολυκαταστήματος εν μέσω περιόδου εκπτώσεων, ενώ ταυτόχρονα συντελείται αφανώς η σταδιακή απαξίωση του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης ειδικότερα και της Πολιτικής γενικότερα. Η συμμετοχή στα ψηφοδέλτια ανθρώπων από το χώρο του θεάματος, που στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα στα Κοινά, εξυπηρετεί αυτή ακριβώς τη φτηνή λογική εντυπωσιασμού.
Υπάρχει λύση; Θεωρούμε ότι απαιτείται Πολιτική βούληση και συνέργεια κομμάτων και Μ.Μ.Ε. Από την πλευρά των Μ.Μ.Ε. εφόσον έχουμε αποδεχτεί τις συνθήκες τηλεοπτικής δημοκρατίας στις οποίες ζούμε θα μπορούσαν να οργανωθούν κατά την προεκλογική περίοδο συζητήσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, σχετικά με το εύρος των αρμοδιοτήτων και τις δυνατότητες παρέμβασης του θεσμού τοπικής αυτοδιοίκησης, τα μέσα χρηματοδότησης των δραστηριοτήτων της, καθώς και τους μηχανισμούς απόδοσης και ελέγχου. Οι αρχικές αυτές συζητήσεις μπορούν να τροφοδοτήσουν στη συνέχεια «ανοιχτό» διάλογο πεπραγμένων και στόχων σε τοπικό επίπεδο διεγείροντας τα κοινωνικά αντανακλαστικά των παθητικών ψηφοφόρων και δημιουργώντας συνθήκες ανάπτυξης «κουλτούρας» ενεργών πολιτών. Από την πλευρά των κομμάτων κυρίως τα δυο βασικά κόμματα εξουσίας θα πρέπει να υπάρξει δέσμευση διασφάλισης της αυτ
oνομίας έκφρασης της κοινωνίας των πολιτών. Στα πλαίσια αυτά ο ταπεινωτικός θεσμός του χρήσματος από τα κομματικά επιτελεία με διαβλητά κατά κύριο λόγο κριτήρια θα πρέπει να πάψει να υφίσταται, ενώ η τελική επιλογή των υποψήφιων θα πρέπει να εκπορεύεται από τις τοπικές κοινωνίες σε συνομιλία με τα κόμματα. Ειδικά στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. καλό θα ήταν να θυμηθούν τον όρο της «συμμετοχικής δημοκρατίας» που τόσο εύκολα ανέσυραν από την αφάνεια πριν από δυόμιση χρόνια κατά την εκλογή του νυν προέδρου και να τον κάνουν πράξη όχι πια σε αυτές, αλλά στις επόμενες Δημοτικές και Νομαρχιακές εκλογές. Γιατί η συμμετοχική διαδικασία πρώτα και πάνω από όλα «δοκιμάζεται» σε τοπικές κοινωνίες, εξασφαλίζοντας τη συλλογική δέσμευση. Σε κάθε άλλη περίπτωση παραμένει κενό γράμμα και κίνηση φθηνού εντυπωσιασμού.
Ας αναλογιστούν επιτέλους τα κόμματα, δηλαδή οι κομματικοί μηχανισμοί και οι πολιτικοί μας άρχοντες που ηγούνται σε αυτά, τις ευθύνες τους απέναντι στην Ιστορία, ας κατανοήσουν ότι η Πολιτική είναι πρώτα και πάνω από όλα οραματική διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού και ας πάψουν να περιφέρονται ως θλιβεροί διαχειριστές εξουσίας, χρήματος και εφήμερης δόξας. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα εισπράττουν όλο και πιο έντονα την αποδοκιμασία και την ανασφάλεια της πολιτικής τους επιβίωσης. Έστω και για αυτό το λόγο θα ήταν αρκούντως εποικοδομητική η ριζική μεταστροφή τους.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2006

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (O ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΚΟΥΑΝΤΑΝΑΜΟ)


Είδα το ντοκυμαντέρ «Ο Δρόμος προς το Γκουαντάναμο» των Michael Winterbottom και Mat Whitecross με τους Rizwan Ahmed, Farhad Harun, Waqar Siddiqui, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Τρείς Βρετανοί Πακιστανικής καταγωγής μεγαλωμένοι στο
Tipton του Birmingham συνοδεύουν τον τέταρτο της παρέας στο ταξίδι του στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2001 στο Πακιστάν, με σκοπό να γνωρίσει τη νύφη που του προξενεύουν οι γονείς του. Μέσα στην τρέλλα της μουσουλμανικής υστερίας, που ακολουθεί το «χτύπημα» στους Δίδυμους Πύργους και το διάγγελμα του προέδρου Bush για πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, με πρώτο στόχο το διαβόητο καθεστώς των Ταλιμπάν, η παρέα των τεσσάρων νεαρών αποφασίζει να περάσει στο Αφγανιστάν, για να βιώσει από κοντά την πρωτόγνωρη εμπειρία του πολέμου. Από τη στιγμή που διασχίζουν τα σύνορα με το Αφγανιστάν την αρχική ευφορία συμμετοχής σε μια ξεχωριστή στιγμή της Ιστορίας, διαδέχεται ο φόβος και η οδύνη του πολέμου. Με ενδιάμεσους σταθμούς την Κανταχάρ και την Καμπούλ καταλήγουν, οι τρείς από την αρχική τετράδα των φίλων, στην Κουντούζ όπου συλλαμβάνονται από τα προελαύνοντα συμμαχικά στρατεύματα, με την κατηγορία της τρομοκρατικής δράσης. Από εκεί, μεταφέρονται στη στρατιωτική βάση του Γκουαντάναμο, όπου κρατούνται για τρία χρόνια χωρίς να τους απαγγελθεί οποιαδήποτε «επίσημη» κατηγορία και στη συνέχεια αφήνονται ελεύθεροι, αφού έχουν υποστεί προηγουμένως κάθε είδους ψυχολογικό και σωματικό εξευτελισμό για να ομολογήσουν την ενοχή τους. Ανατριχιαστικά κωμικοτραγική η σκηνή όπου ο ανακριτής, εν μέσω ξυλοδαρμών και απειλών, ζητάει διαδοχικά από τους τρείς νεαρούς ανακρινόμενους να του υποδείξουν, που κρύβεται ο Μπιν Λάντεν.
Σε τέτοιες περιπτώσεις η αναφορά στα υφολογικά χαρακτηριστικά που δημιουργούν το αισθητικό «περιβάλλον» είναι δευτερεύουσας σημασίας, όταν η «εικόνα» καταρράκωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας θεμέλιος λίθος του σύγχρονου Δυτικού πολιτισμού, καθίσταται καταλυτικά αποκαλυπτική. Δυστυχώς, κάτω από την ψευδεπίγραφη προσπάθεια εξαγωγής της «Δημοκρατίας» βρίσκουμε για άλλη μια φορά μπροστά μας το ένστικτο της κυριαρχίας χωρίς όρια και της ιστορίας που γράφεται με βάση τις ανάγκες «αναπαραγωγής» του ισχύοντος συστήματος ηγεμονίας. Είναι κρίμα που αντί για το προβλεπόμενο «Τέλος της Ιστορίας» βρισκόμαστε μπροστά στη μεγαλύτερη προσπάθεια συκοφάντησης του Δυτικού ανθρώπου και του πολιτισμού που ο ίδιος έχει οικοδομήσει, με μπροστάρη μια χώρα που ιδρυτική της πράξη συνιστά η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Για να θυμηθούμε, στο προοίμιο της Διακήρυξης αναφέρονται τα εξής: «Κρατούμε αυτές τις αλήθειες αυταπόδεικτες, ότι όλοι οι άνθρωποι πλάστηκαν ίσοι, ότι προικίστηκαν από το Δημιουργό τους με μερικά απαράγραπτα δικαιώματα, όπως αυτά της ζωής, της ελευθερίας και της αναζήτησης της ευτυχίας. Για να εξασφαλιστούν αυτά τα δικαιώματα καθιερώθηκαν οι κυβερνήσεις των ανθρώπων, αντλώντας τη δίκαιη εξουσία τους από τη συγκατάθεση των κυβερνωμένων......Ειρωνεία της ιστορίας;
Η ταινία, συμμετείχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2006

13 ΤΖΑΜΕΤΙ


Είδα το 13 Tzameti του πρωτοεμφανιζόμενου Γεωργιανού σκηνοθέτη Gela Babluani με τον ίδιο στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Κεντρικός ήρωας της ταινίας νεαρός Γεωργιανός μετανάστης, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει επισκευάζοντας στέγες σπιτιών στο Παρίσι. Όταν ο ναρκομανής ιδιοκτήτης του σπιτιού στο οποίο εργάζεται πεθαίνει από υπερβολική δόση, αποφασίζει να πάρει τη θέση του σε ένα παιχνίδι τζόγου με σημαντικά κέρδη, αγνοώντας τους όρους διεξαγωγής του. Τη στιγμή που ανακαλύπτει ότι συμμετέχει σ’ ένα παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας μαζί με 12 άλλους περιθωριακού τύπους είναι πια αργά για να κάνει πίσω. Γύρω από τη ζωή και το θάνατο αυτών των ανθρώπων στήνεται ένα τρελός χορός εκατομμυρίων ευρώ από καλοζωισμένους, αλλά βουτηγμένους στην πλήξη αστούς. Ο νικητής σε αυτό το παιχνίδι θανάτου, καρπώνεται μαζί με αυτούς που πόνταραν πάνω του τα χρήματα του στοιχήματος.
Τζαμέτι στη Γεωργιανή γλώσσα, σημαίνει τον αριθμό 13. Το διπλό 13 του τίτλου παραπέμπει στις διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος της ζωής, όπου τα δεδομένα τυχερός - άτυχος, νικητής - ηττημένος, ρέουν διαρκώς εναλλασσόμενα. Στη συμβολική της αποτύπωση η ταινία μας εισάγει στην αμοραλιστική κουλτούρα του οικονομικού ανταγωνισμού χωρίς όρια, όπου εξαθλιωμένα κάτω από την συνεχή πίεση για κέρδος α-πρόσωπα, συμμετέχουν στο παιχνίδι της μορφής «ο νικητής τα παίρνει όλα». Με αυτό τον τρόπο δεν διαρθρώνεται η σύγχρονη οικονομική πυραμίδα, όπου η έκρηξη μισθών στην κορυφή της συνοδεύεται από «θανατερή» υποβάθμιση των μισθών στη βάση της; Αυτό δεν είναι το νόημα που υποκρύπτει το σύγχρονο
life style των επιτυχημένων επαγγελμάτων και επαγγελματιών; Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι το Hollywood, σαν άλλος καπιταλιστής που θα πουλήσει το σκοινί με το οποίο θα τον κρεμάσουν, αγόρασε τα δικαιώματα για το ρημέικ της ταινίας που θα κυκλοφορήσει το 2008.
Σεναριακά η ταινία παρουσιάζεται ανισοβαρής, ως προς τη ρυθμική της κατανομή, καθώς εξαντλείται όλη της η δυναμική στο σπίτι όπου διαδραματίζεται το παιχνίδι του θανάτου. Παρόλη τη φανερή σεναριακή αδυναμία θα σταθούμε στην έξοχη ασπρόμαυρη φωτογραφία και την ικανότητα του σκηνοθέτη να αιχμαλωτίζει το θεατή, σε μια νοσηρή ατμόσφαιρα ψυχολογικής βίας, με μέσο τα εστιασμένα στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή πλάνα, που «στάζουν» ιδρώτα και αίμα. Είναι τέτοιας έντασης η εικόνα, που η μουσική, απαραίτητο στοιχείο υποβολής σε ανάλογες περιπτώσεις, καθίσταται σχεδόν περιττή.
Η ταινία απέσπασε το μεγάλο βραβείο της επιτροπής του
Sundance και το Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης πρώτης ταινίας στο περσινό Φεστιβάλ της Βενετίας.